ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ 2

Μετά την Άρτα και την Πρέβεζα σειρά είχαν τα Ιωάννινα. Παρά τη δυσανεξία που είχε αρχίσει να μου προξενεί ο εγκλωβισμός σε μια ιδιαίτερη κατάσταση όπου όλα αποδεικνύονταν τελείως διαφορετικά απ’ ότι είχα φαντασθεί και όπου για μια ακόμα φορά στη ζωή μου οι άνθρωποι , οι σύγχρονοι  Έλληνες κατάφερναν να με απογοητεύσουν με την αμβλύνοιά τους και τη μικρότητά τους, επέλεξα να συνεχίσω και να ολοκληρώσω ένα έργο το οποίο κάποτε με είχε συνεπάρει ενώ σήμερα πλέον, τώρα που ευρίσκομαι στο στάδιο εκπληρώσεώς του, διαπιστώνω ότι πιθανώς να μην έχει νόημα ύπαρξης. Αυτή η αίσθηση ματαιότητος που μου έφερε στο νου τη ρήση του Εκκλησιαστή με προσγείωσε ανώμαλα στην πραγματικότητα και ο ενθουσιασμός ον είχα εκδηλώσει κατά τα γυρίσματα της Άρτας και της Πρέβεζας είχε στα Ιωάννινα εμφανώς αμβλυνθεί. Εν τούτοις μη θέλων να χαρακτηρισθώ λιπόψυχος η ρίψασπις, έσφιξα την καρδίαν μου και ανήλθα το δύσβατο, κακοτράχαλο δρόμο του Μπιζανίου όπου και πάλι ένοιωσα την καρδιά μου αφ’ ενός να αγάλλεται από την αίσθηση της μηδαμινότητας της ύπαρξης μας ενώπιον του θαύματος της φύσεως, αφ’ ετέρου να θλίβεται αντικρίζων την ελληνική σημαία κατακερματισμένη, διαλυμένη να κυματίζει επί ιστού – Σημειωτέον ότι και οι φύλακες του Κάστρου μου είπαν ότι με χρήματά τους, η αγοράζοντας εφημερίδες όπως η ΕΣΤΙΑ που προσέφεραν σημαίες στους αναγνώστες τους,  αντικαθιστούσαν τις φθαρμένες σημαίες που κοσμούν το ρολόι του κάστρου. Πριν από την υπέροχη αυτή αίσθηση που μου προξένησε ο λόφος του Μπιζανίου με την μοναδική θέα προς τα Ιωάννινα και τη λίμνη τους είχαμε σταθεί, οι τρεις caballeros, στο χάνι του Εμιν Αγά, το οποίο είχε χρησιμεύσει ως στρατηγείον του Διαδόχου Κωνσταντίνου  και των επιτελών του κατά την τρίμηνη πολιορκία της πόλεως κατά τον Α’ βαλκανικό πόλεμο. Πτωχό σε εκθέματα, σχεδόν ξεχασμένο, με έναν ευγενέστατο αρχιλοχία Καραγιάννη να διερωτάται γιατί δεν είχε ειδοποιηθεί για την άφιξή μας και να προσπαθεί να φανεί φιλόξενος χωρίς όμως να παραβεί τον κανονισμό. Ευτυχώς που τα εκθέματα δεν παρουσίαζαν ενδιαφέρον άλλως πως θα είχαμε πρόβλημα απώλειας χρόνου και για όσους δεν γνωρίζουν ο χρόνος στη δουλειά μας είναι πολύτιμος. Όταν ξεκινάς από την Αθήνα για να συλλέξεις στοιχεία για την ιστορία της απελευθερώσεως των Ιωαννίνων, που παρεμπιπτόντως συνέβη την 21ην φεβρουαρίου 1913, δηλαδή προ αιώνος, και για την οποίαν ήδη οι περισσότεροι νέοι δηλούν άγνοια, με ελάχιστα χρήματα, τρεις άνθρωποι που επιτελούν έργο για έξι – όχι φυσικά με εξίσου ικανά αποτελέσματα όση φαντασία, ψυχική δύναμη και πείσμα αν διαθέτουμε – δεν έχεις την πολυτέλεια να απολαύσεις ούτε έναν καφέ απολαμβάνοντας τη θέα της λίμνης, πόσο μάλλον να αναμένεις να σου επιτρέψουν το αυτονόητο. Να καταγράψεις τα ελάχιστα αυτά στοιχεία που έχουν διασωθεί από την εποποιία των βαλκανικών και όλων των λοιπών πολέμων που βίωσαν οι πρόγονοί μας στην προσπάθειά τους να επεκτείνουν τα όρια της πατρίδος μας ώστε να περιλάβουν εντός τους όσον τον δυνατόν περισσότερους ελληνικούς πληθυσμούς που επί αιώνες ευρίσκονταν υπό ξένη κατοχή, υπομένοντας τα πάνδεινα, από αλλόφυλους αλλά και εξωμότες. Μπορεί η ιστορία που διδασκόμεθα στα ελληνικά σχολεία να επιχειρεί να παρουσιάσει την προσπάθειά των αγωνιστών του παρελθόντος ως εποποιία όμως σε αρκετές περιπτώσεις η πραγματικότητα μικρή σχέση έχει με τη διδακτέα ύλη. Προερχόμενος από μια οικογένεια που μετέσχε ενεργώς στην προσπάθεια αυτή θεωρώ αδιανόητο να προβώ σε δημόσιες αποκαλύψεις που θα σπίλωναν την τιμή των ανδρών εκείνων, που εκουσίως η μη, έθεσαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της πατρίδος, για ένα σκοπό που ενδεχομένως να μην πίστευαν. Όμως όσο και αν αναγνωρίζω στα ημερολόγια που κληρονόμησα μέγιστες αλήθειες για τη φαυλότητα και την υστεροβουλία που χαρακτηρίζει τους άνδρες της φυλής μας, δεν δύναμαι να αποφύγω μια παρηγορητική σκέψη ότι υπήρξαν κάποιες μεμονωμένες ίσως περιπτώσεις που δεν δίστασαν να προσέλθουν στο κάλεσμα της πατρίδος καίτοι ουδείς τους υποχρέωνε όπως ο Κερκυραίος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης που σκοτώθηκε στη μάχη του Δρίσκου και το μνημείο του που θα έπρεπε να αποτελεί κόσμημα της περιοχής ευρίσκεται παραμελημένο, ξεχασμένο σε κάποιο σημείο του όρους κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Τζώρα και που καταφέραμε μετά από ώρες περιπλανήσεως να το επισκεφθούμε και να το κινηματογραφήσουμε χάρις σε έναν ευγενέστατο βοσκό που μαζί με το κοπάδι και τα σκυλιά του, όλοι μια χαρμόσυνη παρέα, μας συνόδευσαν μέχρις εκεί. Είναι περιττό υποθέτω να αναφέρω την κακή κατάσταση στην οποία ευρίσκεται ο τάφος του ποιητού της Λήθης

Κι αν δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι

Τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν

Θέλουν, μα δεν βολεί να λησμονήσουν.

Αντίθετα από την απογοητευτική εικόνα του μνημείου του Μαβίλη, η εικόνα που αντικρίσαμε εισερχόμενοι στο χώρο του μουσείου του Αλή Πασά που έχει αναλάβει ένας ρομαντικός, ευφραδέστατος κύριος Φώτιος Ραπακούσης, ιδιαιτέρως πρόθυμος να μας μυήσει στον κόσμο του αιμοδιψούς αυτού τυράννου, μας εξέπληξε ευχάριστα. Περιποιημένο γκαζόν, πολύχρωμα λουλούδια, πεντακάθαροι χώροι, μια εντυπωσιακή ιδιωτική συλλογή εκθεμάτων και ένας Προκόπιος της αυλής του Αλή πασά αρκούσαν για να αλλάξει η διάθεσή μας και να απολαύσουμε τη σύντομη πλην όμως εποικοδομητική βόλτα στη λίμνη των Ιωαννίνων από τον Άρη Λιούμπο, πρόεδρο των ιδιοκτητών σκαφών του Νησιού που ετέθη στη διάθεσή μας, δωρεάν, ώστε να κινηματογραφήσουμε την πόλη των Ιωαννίνων και τις μονές του Νησιού από τη μεριά της λίμνης. Μαζί μας σε αυτήν την ημερήσια περιπέτεια, και στον οποίον οφείλουμε και την απρόσκοπτη κινηματογράφηση των αρχαίων συγγραφέων που κοσμούν τις τοιχογραφίες της μονής των Φιλανθρωπηνών, καθώς και την υπέροχη αναπαράστασης της καθόδου στην Κόλασιν, εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, ο φωτογράφος Αιμίλιος Νέος, που ως γηγενής της Νήσου μας συνόδευσε ως φιλόξενος οικοδεσπότης επί της νήσου και όχι μόνον.

Κατελύσαμε απέναντι από το Ρολόι, την ιστορία του οποίου θα αναφέρω σε επόμενο άρθρο μου, έναντι της έδρας της 8ης μεραρχίας και παρά το Δημαρχείον, που και πάλι πλην του κυρίου Ζέρβα, απουσίασε παντελώς από την προσπάθεια υλοποίησης ενός ντοκιμαντέρ που αφορά την πόλη που τους ψηφίζει και τους επιτρέπει να διάγουν βίον ανέμελον εν μέσω της σοβαρότερης κρίσεως των τελευταίων ετών. Και επειδή δεν μας αρέσει να ξεχνούμε εκείνους που συνέβαλαν στην προσπάθεια αυτή, που νομίζαμε ότι θα ενεθουσίαζε όλους όσοι κατέχουν θέσεις και αξιώματα που δεν τα κέρδισαν με τον κάματό τους και τον μόχθο τους αλλά λόγω της ευπιστίας του ταλαίπωρου ελληνικού λαού που αρέσκεται να εμπιστεύεται τη τύχη του σε ανθρώπους που συνήθως αποδεικνύονται ανεπαρκέστατοι, αναφέρω τον Δημήτρη Παύλου που μεσολάβησε ώστε να τύχουμε της ελάχιστης έστω αυτής υποστήριξης από τον κ. Ζέρβα αλλά και τον κ. Ν. Καράμπελα που απ’ ότι φαίνεται η υπερβολική αγάπη που τρέφει για την ιδιαίτερη πατρίδα του την Πρέβεζα εκτείνεται και περιλαμβάνει όλη την Ήπειρο. Άσχετα αν την αγάπη που εκείνος επιδεικνύει προς την πατρίδα του δεν συμμερίζονται πολλοί άλλοι συντοπίτες του.

Μετά από ένα κοπιαστικό οδοιπορικό στο Μπιζάνι, την Καστρίτσα, το Δρίσκο και το Γαρδίκι και καταγραφή των οχυρωματικών έργων των Τούρκων αλλά και των λειψάνων της αρχαίας Πασαρώνας και μια άκρως εγκάρδια υποδοχή από τον Διευθυντή της Εφορίας Αρχαιοτήτων των Ιωαννίνων Δρ. Κ. Σουέρεφ και την αρχαιολόγο, και ομιλήτρια στο ντοκιμαντέρ αρχαιολόγο κυρία Φάκλαρη που μας ξενάγησαν στο υπέροχο αρχαιολογικό μουσείο των Ιωαννίνων, καταφέραμε να «ξεκλέψουμε» μια στιγμή ανάπαυλας και να απολαύσουμε ένα παγωτό στο ζαχαροπλαστείο «Διεθνές» μαζί με έναν εξαίρετο καθηγητή και προσηνέστατο άνθρωπο τον Δρ. Ηλία Σκουλίδα χάρις στον οποίο μετά την Άρτα, όπου τον γνωρίσαμε, μας εξέπληξε και πάλι παροτρύνοντάς μας να μην φύγουμε από τα Ιωάννινα εάν δεν γνωρίσουμε έναν συνάδελφό του. Τον Δρ. Κωνσταντίνο Πέτσιο. Δεν γνωρίζω τι γνώμη έχουν αποκομίσει οι φοιτητές του κ. Κ. Πέτσιου πάντως εμείς, οι τρεις caballeros, παρά τον ελάχιστο χρόνο που καταφέραμε να συνυπάρξουμε, απήλθαμε έχοντες τη βεβαιότητα πως αν γινόταν να επανέλθουμε στα φοιτητικά έδρανα θα τον  επελέγαμε  ως καθηγητή μας.

Φύγαμε από τα Ιωάννινα έχοντας την πεποίθηση ότι παρά την αδιαφορία των πολλών, υπάρχουν πάντα οι λίγοι, αυτοί οι λίγοι που κάνουν τη διαφορά και επιτρέπουν στη χώρα μας, παρά την άστοχη και επιπόλαιη διακυβέρνηση των πολιτικών τελευταίων ετών, θα αποτολμούσα να πω και προ αυτών, και τον βρόγχον που καταπνίγει τον λαό μας και καλείται δημόσιος τομέας, να συνεχίζει να ανθίσταται και να διεκδικεί έστω ως έτερος Λεωνίδας η κατά τον επαναστατικότερο Γρηγόριο Δικαίο η Παπαφλέσσα, τη θέση που θα μπορούσε να κατέχει στον κόσμο, όπως άλλωστε αποδεδειγμένα εκράτει άλλοτε. Και χάρις σε ανθρώπους όπως εκείνους, τους ελάχιστους, που συναντήσαμε στην σύντομη περιοδεία μας στην  Ήπειρο, την Αγγέλη, την Παπαδοπούλου, τον Σούερεφ,   τον Καράμπελα, τον Σκουλίδα, τον Πέτσιο, τον Κολιούλη, τον Νέο, τον Ραπακούση, τον Φώτο,  τον Ψωράκη, τον Τσιάμη και άλλους που θα αναφέρουμε σε επόμενα άρθρα μας, παρά τη δυσανεξία και τη δυσφορία που μας προξενεί η αδυναμία να επιτύχουμε το μέγιστο θεωρούμε ότι είμαστε τυχεροί που χάρις στην νυν διοίκηση της ΕΡΤ, και στην προσωπική προσπάθεια, τη δική μας και των συνεργατών μας, θα συμβάλουμε ώστε να διαφυλαχθεί για τις επερχόμενες γενεές ένα ελάχιστο έστω ψήγμα, ένα σπάραγμα που μπορεί να συμβάλει στη διαφύλαξη της ιστορίας ενός έθνους, ενός λαού που επιμένουν να θεωρούν ότι είναι Έλληνες.

Αλέξανδρος Κακαβάς, Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης