ΠΟΤ ΠΟΥΡΙ

 

ΠΟΤ ΠΟΥΡΙ

Στην αρχή σκέφθηκα να γράψω για την ημερίδα σεναρίου που διεξήχθη στο Βόλο στις 4 Απριλίου και που miracolo, καίτοι ήταν Σάββατο του Λαζάρου προσείλκυσε 70 φιλομαθείς, που προσήλθαν να ενημερωθούν για την τέχνη και την τεχνική του σεναρίου. Όμως κατόπιν ωρίμου σκέψεως έκρινα ότι οι αναγνώστες του Σαμιακού Βήματος, όπως άλλωστε και το πολιτιστικό των Δήμων, ήκιστα ενδιαφέρονται για το σενάριο,  για να μη γενικεύσω και γράψω για τη τέχνη εν τω όλω.

Οπότε διέγραψα τα περί σεναρίου και άρχισα νοερά να γράφω για την Ελληνική Εταιρεία Χειρουργικής Ορθοπαιδικής και Τραυματολογίας (ΕΕΧΟΤ) που ιδρύθηκε το 1947 από 21 ορθοπαιδικούς και ιδρυτικά μέλη τους Ριχάρδο Λιβαθυνόπουλο και τον Αθανάσιο Κονταργύρη,  ος εξελέγη και πρώτος πρόεδρός της. Ο Αθανάσιος Κονταργύρης συμβαίνει να είναι παππούς μου, μητρόθεν, σύζυγος της θυγατρός του Θεμιστοκλέους Σοφούλη,  Δεσποίνης. Όμως ούτε το εν λόγω θέμα έκρινα ότι θα ενδιέφερε τους Σαμίους, φίλους τε και συγγενείς, οπότε το εναπέθεσα στα βάθη της μνήμης, αν και υπόσχομαι ότι θα το επαναφέρω.

Να αναφερθώ στην προσπάθειά μου να υλοποιήσω επιτέλους μια εγκεκριμένη από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ταινία μεγάλου μήκους υπό τον προσωρινό τίτλο «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΑΡΗ» ην φέρω επί των ώμων ως σταυρόν του μαρτυρίου επί του οποίου ευχαρίστως θα με έβλεπαν σταυρωμένο κάποιοι άκρως συμπλεγματικοί και ατάλαντοι ανθρωπάκοι (κατά τον Ράιχ) του οπτικοακουστικού χώρου, φυσικά με την κεφαλήν προς τα κάτω! Η ήκιστα κολακευτική αυτή εικόνα μου, που μου έφερε στη μνήμη σκηνές από τον Σπάρτακο του Κιούμπρικ με τον Κ. Ντάγκλας, με ενέβαλε σε νέες ενοχλητικές σκέψεις.

Τι άραγε θα μπορούσα να γράψω, αποφεύγοντας έστω άπαξ, να αναφερθώ στα κακώς κείμενα του δημοσίου τομέα και την ευτέλεια των περισσοτέρων εκ των πολιτικών μας. Και παρεμπιπτόντως, μια και δεν πρόλαβα την πρωταπριλιά, ήθελα να γράψω δυο λόγια καταρρίπτοντας με στιβαρά επιχειρήματα κάποιους εκ των αντιμνημονιακών μύθων όπως π.χ. ότι η χώρα μας έχει μόνον πρόβλημα χρέους (γέλωτες) όταν τα έσοδα συνεχώς μειώνονται και τα «κόκκινα» δάνεια έχουν αυξηθεί κατά 1 τουλάχιστον δις κατά το 1ο τρίμηνο του 2015. Η ότι τελικά οι Ευρωπαίοι θα ενδώσουν στις παράλογες – ανήθικες τις χαρακτηρίζω εγώ – απαιτήσεις μας και θα μας στρώσουν κόκκινο χαλί να διαβούμε ενόσω θα μας ραίνουν με ροδοπέταλα. Κι όλα αυτά για να μην υποχρεώσουμε όλους τους αιρετούς πατρικίους και πληβείους να πάψουν να ξοδεύουν αλόγιστα τα χρήματα μας ώστε να σιτίζουν τους ψηφοφόρους τους. 100 ευρώ, καίτοι άνεργος επί σειρά ετών, υποχρεώθηκα να καταβάλω ώστε οι κλειδοκράτορες του ηλεκτρικού ρεύματος να τροφοδοτήσουν με ρεύμα τους πένητες, αντί τα 100 ευρώ να τα προσφέρουν έρανο από τις αδικαιολόγητα παχυλές αμοιβές τους

Η τέλος θα μπορούσα, κυριολεκτικά, να οχλήσω κάποιους αναγνώστες, παραφράζοντας, η ορθότερα προσαρμόζοντας, κάποιες απόψεις του Ζισκαρικού υπουργού Μισέλ Πονιατόφσκι «Η Ελλάδα τείνει να χάσει τη ψυχή της όχι μόνον λόγω της παγκοσμιοποίησης αλλά κυρίως λόγω της πολύ-εθνικότητας και πολύ-πολιτισμικότητας εξ αιτίας των οποίων οι Έλληνες υφίστανται πλύση εγκεφάλου με εσφαλμένες ιδέες και σοβαρά ψεύδη»

Και θα συνεχίσω με μια πιο δυσάρεστη αναφορά, από εκείνες που ελάχιστος κόσμος διαβάζει, αλλά και όταν διαβάζει τις αποτινάσσει από τη σκέψη του μετά βδελυγμίας απευχόμενος την επαλήθευσή της. Ίσως να είμαι ο μόνος άνθρωπος εν Ελλάδι που θα ήθελα προτού να απέλθω του ματαίου τούτου κόσμου να ανατρέπεται η διεφθαρμένη καθεστηκυία τάξη, που πλην μικρών διαλειμμάτων, κυβερνά ασύδοτα και αυταρχικά την πατρίδα μας.

Σήμερα επειδή διανύουμε την εβδομάδα των Παθών, η οποία για πολλούς θα διαρκέσει πολλά έτη φωτός, αρκετά έστω ώστε να προλάβουν διάφοροι καινοί  κοινωφελείς οργανισμοί , περιέργως πως, μάλιστα, διοικούμενοι από ευκατάστατους πολίτες, να κερδίσουν μερικούς οβολούς. Τίνι τρόπω; Μα με τον απλούστερο. Παρέχοντας βοήθεια στους πτωχότερους, φυσικά επ’ αμοιβή. Και από πού αμείβονται όλοι αυτοί; Μα φυσικά από τους δήμους και τις περιφέρειες.  Και ουδείς τους λέγει ότι αν θέλουν τόσο πολύ να βοηθήσουν τους απόρους ας τους προσφέρουν μέρος των μισθών τους που άλλωστε επιβαρύνουν και τους απόρους, η από τα εισοδήματά τους  και ας πάψουν να παριστάνουν τους ελεήμονες. Και ας πάψουν και κάποια κανάλια να τους παρουσιάζουν ως καλούς Σαμαρείτες. Εκτός αν τα εν λόγω κανάλια εισπράττουν αμοιβή για την παραχώρηση χρόνου παρουσίας στις ευτελείς αυτές, μόνον κατ’ ευφημισμό, πολιτικές, αποκαλούμενες εκπομπές που παράγουν.

Σήμερα αισθάνομαι πολύ θυμωμένος. Τούτο επειδή κάποιοι δεξιοί απ’ αυτούς που άνθισαν επί ΠΑΣΟΚ, και ως πόντικες το εγκατέλειψαν για να προσκολληθούν όψιμα στο άρμα της Ν.Δ., και που δεν τιμά τη ΝΔ να τους έχει στις τάξεις της, και δη όταν διαδίδουν ότι ανήκουν στο στενό περιβάλλον του προέδρου, παραμένουν σε δημόσιες θέσεις και συνεχίζουν να αμείβονται χωρίς να προσφέρουν την παραμικρή υπηρεσία στον τόπο με το επιχείρημα ότι ασκούν αντιπολίτευση. Τα σχόλια περιττεύουν. Εν τούτοις όλοι γνωρίζουμε ότι όποτε μας ανατίθεται μια θέση λόγω της κομματικής μας ιδιότητας είτε λόγω της σχέσεως μας με κάποιο κυβερνητικό στέλεχος του κόμματος  όταν η κυβέρνηση αλλάξει και εάν μας ζητηθεί είμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε την παραίτησή μας στη διακριτική ευχέρεια του νέου προϊσταμένου μας. Όπερ και ορθώς έπραξα τον Φεβρουάριο του 2010.

Εν κατακλείδι παραθέτω την πρώτη παράγραφο της διατριβής του Ζαν-Ερβέ Λορενζί καθηγητού οικονομίας στο Παρι-Ντοφιν. «Ένας τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος έκτασης ίσης η ανώτερης των δύο παρελθόντων προετοιμάζεται και θα εκραγεί προ του 2050»

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΤΩΤΕΡΗΣ ΤΑΞΗΣ

ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΤΩΤΕΡΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η αλήθεια είναι ότι λόγω μακράς διακοπής του ρεύματος υποχρεώθηκα να ξαπλώσω νωρίς. Άνευ ηλεκτρικού ρεύματος ήταν αδύνατον να εργασθώ και οι προσπάθειές μου να διαβάσω υπό το φως του ενός και μοναδικού κηρίου απέτυχε, οπότε απεφάσισα να καθεύδω καίτοι ήταν μόλις 9.00 το βράδυ.

Ως γνωστόν όμως το σκότος είναι κακός σύμβουλος του νου εξού και πολύ σύντομα ένεκα δυσάρεστων σκέψεων υποχρεώθηκα να διακόψω την κατάκλιση και να αρχίσω μια μονότονη περιφορά του σαρκίου μου, συνοδευόμενου από τη ψυχή μου, εντός της οικίας μου.

Όσο σκεπτόμουν όσα είχαν υποπέσει στην αντίληψή μου κατά τη διάρκεια της ημέρας τόσο επιταχυνόταν ο ρυθμός του βηματισμού μου και οι κτύποι της καρδιάς μου και σε μικρό χρονικό διάστημα βρέθηκα καθισμένος επί του τάπητος να γράφω αυτόματα, μιμούμενος τους υπερρεαλιστές του 20ου αιώνος.

Κακώς λέγω ότι έγραφα καθώς το χέρι που εκράτει τον κονδυλοφόρο εκινείτο σπασμωδικά, κατά τρόπον φρενήρη εγκαταλείποντας τις σκέψεις εντός του τσερβέλου μου και ακολουθώντας το ρυθμό της, καταληφθείσης από οργή, καρδιάς μου.

Εντός μικρού χρονικού διαστήματος η μνήμη μου ανέτρεξε στις πρώτες πρωινές ώρες και στην πρώτη είδηση της ημέρα. Ότι το δικαστήριο δικαίωσε την 20ημερη απεργία των υπαλλήλων του καναλιού 1 που απεργούσαν προκειμένου να επαναπροσληφθούν, αντίθετα προς τον νόμο, οι πρόσφατα απολυθέντες.

Η δεύτερη είδηση ήταν πλέον ανησυχητική καθώς περί τους 600 δικαστικούς προσέφυγαν στην κρίση των συναδέλφων τους θεωρώντας ότι τα 3.100 από 3.700 που θα λαμβάνουν μετά τις περικοπές δεν τους αρκούν. Διερωτήθηκα στιγμιαία κατά πόσον έστω και ένας εξ εκείνων των δικαστικών λειτουργών αναρωτήθηκε πως ζούν 1.000.000 άνθρωποι, άνεργοι επί σειρά ετών, επειδή εκείνοι εισέπρατταν καθ’ όλα αυτά τα χρόνια μισθούς δυσανάλογους προς το παραγόμενο, από μέρους τους, έργο.

Τέλος και ενόσω πλέον είχε επανέλθει το ηλεκτρικό ρεύμα έλαβα ένα μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο οποίο μου ζητούσαν να υπογράψω ώστε να μην κλείσει το εθνικό κέντρο βιβλίο, μια αμαρτωλή ιστορία που επί μια εικοσαετία ταλάνισε συγγραφείς και εκδότες, φυσικά πλην των υμετέρων που απελάμβαναν της ευνοίας των εκάστοτε κρατούντων, οι οποίοι σημειωτέον συνελήφθησαν να παρασπονδούν και απελύθησαν, ορθώς, πάραυτα. Θα συμπληρώσω ότι κάποιοι εξ εκείνων δεν γνώριζαν για την ταμπακέρα αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Απλώς το αναφέρω ώστε να μην θεωρηθεί ότι ήσαν όλοι αναμεμιγμένοι στην παρασπονδία.

Ούτε συμφωνώ με την ακραία λήψη καταργήσεως του ΕΚΕΒΙ η οιουδήποτε άλλου φορέως, όμως και λυπούμαι που το λέω δεν υφίσταται άλλος τρόπος προκειμένου να απαλλαγούμε από τα παράσιτα που επί σειρά ετών έχουν εγκαθιδρύσει ένα απολυταρχικό καθεστώς που ακόμα και αν δεν είναι διεφθαρμένο, σίγουρα δεν τυγχάνει ακριβοδίκαιο. Η πελατειακή αντίληψη χαρακτηρίζει τους περισσότερους από τους διαχειριστές των συγκεκριμένων φορέων τα αποτελέσματα των οποίων είτε εγγίζουν τη μηδαμινότητα είτε μηδέν παράγουν. Εν τούτοις η πολιτική ηγεσία, με το πρόσχημα της συγκυβερνήσεως, είτε αποφεύγει να θέσει τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων, είτε απλώς διανέμει τις θέσεις σε αποτυχόντα πολιτικά η κομματικά στελέχη, διαιωνίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την απεχθή αυτή κατάσταση που τόσο επιβλαβής έχει αποδειχθεί για τη χώρα μας.

Το χειρότερο δε είναι ότι το μέγιστο κακό διαπράττουν τα αρχηγικά περιβάλλοντα που πολλάκις εν αγνοία των αρχηγών φροντίζουν ώστε να στελεχωθούν οι εν λόγω οργανισμοί με ανθρώπους αμφιβόλου ήθους και ικανοτήτων. Τούτο, επειδή τοιούτοι άνθρωποι είναι δεκτικοί στην ποδηγέτηση και την καθοδήγηση και αποδέχονται να πράξουν τα πάντα προκειμένου να μην απαλλαγούμε από την κόπρο του Αυγείου.

Και οι μεν ανέντιμοι ετερόφωτοι οσφυοκάμπτες των αρχηγικών αυλών διορίζουν τους ανάξιους λόγου και στερούμενους ήθους φωστήρες τους μικράς διάρκειας στα διοικητικά συμβούλια των οργανισμών με ρητή εντολή να αποτρέπουν τους όποιους ικανούς και εντίμους να περιορίσουν τη διαφθορά και να αυξήσουν την παραγωγικότητα, οι δε έντιμοι ποιούν τη νήσσα φοβούμενοι να αντιπαρατεθούν με τους παρακοιμώμενους των αρχηγών και τα τσιράκια τους και ουκ έσται τέλος.

Η πιο εμφανής όμως κατάχρηση εξουσίας αφορά στην απεργία, η οποία κατά πολλά ΜΜΕ είναι και ψευδής, των υπαλλήλων του μετρό. Εάν αντελήφθην καλώς, εξ όσων ανέγνωσα, σχεδόν όλοι προσελήφθησαν με μόνο γνώμονα κάποια προσωπική τους σχέση με στελέχη των κομμάτων και δη υπουργούς των δύο κομμάτων εξουσίας. Αμείβονται δε με υπέρογκους μισθούς χωρίς φυσικά να παρέχουν ιδιαίτερες υπηρεσίες όπως θα μπορούσαν να ισχυρισθούν οι γιατροί και κάποιοι κλάδοι των δικαστικών που να δικαιολογούν τους παχυλούς μισθούς τους. Εν τούτοις επειδή δεν είναι οι μόνοι που επί μια δεκαετία ζούν εις βάρος του ελληνικού λαού είναι άδικο να τους στηλιτεύσουμε για μια συνθήκη εργασίας που της προσέφεραν οι πραγματικοί ένοχοι που δεν είναι άλλοι από τους πολιτικούς και τους παρατρεχάμενους η τσιράκια τους, και την οποία εκείνοι αγωνίζονται να διαφυλάξουν. Τίνι τρόπω όμως;  Εφ’όσον γνωρίζουν ότι εξ αιτίας τους η εταιρία παρουσιάζει ζημία, ήτοι επιβαρύνει τον Έλληνα πολίτη, – ας σημειωθεί δε ότι μόνον ο Αθηναίος απολαμβάνει του εν λόγω μέσου μεταφοράς, αλλά όλοι συνδράμουν –  η άρνησή τους να ενταχθούν στο ενιαίο μισθολόγιο δύναται να ερμηνευθεί ως άφατο θράσος η δε διαρκής απεργία που τόσο ταλαιπωρεί το αθηναικό κοινό, ως αδικαιολόγητη βαρβαρότητα.

Και διερωτώμεθα κατά πόσον άνθρωποι που επιδεικνύουν μικρότητα και αλαζονεία προς τους βαλλόμενους πανταχόθεν πολίτες πρέπει να παραμένουν σε οιαδήποτε θέση του δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΔΕΚΟ και όποιων εταιριών ελέγχονται από την πολιτική εξουσία.

Και αν η πολιτική ηγεσία όπως φαίνεται αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων τότε ας ιδιωτικοποιηθούν όλες οι εταιρίες κοινής ωφέλειας. Ώστε τουλάχιστον, ακόμα και αν δεν παταχθεί πλήρως η διαφθορά, ας δοθεί ένα τέλος στην άδικη ταλαιπωρία που υφίστανται οι Έλληνες πολίτες από ανθρώπους που όχι απλώς ζουν επί σειρά ετών εις βάρος μας αλλά εννοούν να μας θεωρούν πολίτες μιας «κατώτερης» τάξης.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ

 

ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ

Διερωτώνται οι σώφρονες, νομοταγείς πολίτες κατά πόσον η σήψη της διαφθοράς έχει εισχωρήσει βαθιά στον κοινωνικό ιστό της χώρας μας. Όταν ανώτατοι λειτουργοί εν καιρώ πολέμου, επειδή ευρισκόμεθα εις πόλεμο και δη εμφύλιο, επιμένουν να φέρονται ως τυραννίσκοι αίσχιστου είδους διορίζοντες συγγενικά πρόσωπά τους στη Βουλή, όταν διορίζονται υπουργοί με μόνην περγαμηνή τους τη υποτακτική φιλία του με τους προέδρους  των κομμάτων, όταν πληροφορούμεθα από έγκυρες πηγές ότι το ΣΔΟΕ έλαβε άνωθεν εντολή να μην οχλήσει γνωστό βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, γιατί να ενοχληθούμε όταν πληροφορούμεθα, για την διαγραφή, από τον αντιπεριφερειάρχη Στερεάς και Ευβοίας,  των προστίμων πρατηριούχων συλληφθέντων παρανομούντων από τα κλιμάκια ελέγχου του υπουργείου Ανάπτυξης, για την επίθεση των κατοίκων της Ύδρας κατά των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, για την μετάθεση, αντί για την απόλυση, των τεθέντων σε διαθεσιμότητα, για τις βάρβαρες επιθέσεις  κατά της εταιρίας εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων χρυσού στη Χαλκιδική,  και για την άρνηση της διοίκησης των εκπαιδευτικών να αποδεχθούν αξιολόγηση των συναδέλφων τους και των δημοτών της Κορίνθου να αποδεχθούν στο στρατόπεδο τους, τους λαθρομετανάστες. Πλέουμε σε πελάγη ευφορίας έχοντες τη βεβαιότητα ότι για την άμοιρη πατρίδα μας και για το λαό μας δεν υφίσταται σωτηρία.

Κάποιοι έγκριτοι αρθρογράφοι/δημοσιογράφοι, στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα περιοριζόμενοι εν τούτοις σε νουθεσίες χωρίς να προτείνουν κάποια σοβαρά λύση. Εκθέτουν τα γνωστά σε όλους προβλήματα αποφεύγοντας εν τούτοις να υποδείξουν στους αρχηγούς των κομμάτων δραστικές λύσεις.  Ίσως επειδή δεν υφίστανται λύσεις και απλώς οδηγούμεθα αργά αλλά σταθερά στην χρεοκοπία με τους κρατούντες να απομυζούν ακόμα και κατ’ αυτή την υστάτη στιγμή τα πενιχρά έσοδα του ελληνικού κράτους αδιαφορώντας παντελώς για τη μοίρα των γηγενών.

Τους οποίους χρησιμοποιούν ακόμα ως πιόνια για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Έχουν καταβαραθρώσει την ιδιωτική οικονομία, τους μόνους ικανούς για παραγωγή πολίτες αυτής της χώρας, προκειμένου να συνεχίσουν τη συντήρηση του αντιπαραγωγικού δημοσίου χώρου. Γνωρίζουν δε καλώς ότι λόγω της ανασφάλειας που διακατέχει τους δημοσίους υπαλλήλους σήμερα, εκείνοι έχουν πάψει να εργάζονται και να εισφέρουν έστω αυτό το ελάχιστο, ασήμαντο έργο, που απαιτείται προκειμένου να κινηθεί η ψυχορραγούσα ιδιωτική αγορά. Ανέκαθεν φυγόπονοι, πλην εξαιρέσεων, έχουν μετατραπεί σε ανδρείκελα που εμφανίζονται στις θέσεις τους απλώς και μόνον για να εισπράξουν τον οβολό τους. Τον οβολό μας. Μέχρι πότε θα αντέξουν οι εργατικοί, νομοταγείς ιδιώτες αυτή την κατάφωρη αδικία;

Και οι τρεις μοιραίοι ποδηγέτες μας τι πράττουν για αυτό? Επιμένουν ακόμα να καταπίουν την κάμηλον και να διυλίζουν τον κώνωπα αποφεύγοντας να θέσουν τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων. Τι απομένει λοιπόν στον απλό Έλληνα που εξακολουθεί να πιστεύει ότι το κατ’ επίφαση δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα έχει πιθανότητες να εξυγιανθεί; Πως και με ποιους; Όλοι σχεδόν οι πολιτικοί που μετέσχον σε κυβερνητικά σχήματα των προσφάτων ετών συνήργησαν προκειμένου να καταστραφεί η χώρα και τώρα είτε ποιούν την νήσσα είτε νίπτουν τας χείρας τους. Και οι λιγοστοί έντιμοι και ικανοί αποκλεισμένοι από οιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης έχουν μετατραπεί σε απολογητές μιας κυβέρνησης που δεν τους αντιπροσωπεύει, πιθανώς δε να τους αδικεί. Πως θα απαλλαγούμε λοιπόν από αυτούς τους θρασείς και ανενδοίαστους ακαμάτες που αφού ρούφηξαν το αίμα του λαού τον πετούν σήμερα στο κάλαθο των αχρήστων; Πως θα ανατρέψουμε μια διεφθαρμένη κατηγορία πολιτικών που επί σειρά ετών λυμαίνονταν το κράτος και καταδυνάστευαν τους πολίτες χωρίς να μετέλθουμε αυταρχικών και απολυταρχικών μεθόδων; Πως θα εξοβελίσουμε στο πυρ το εξώτερο όλους εκείνους τους ανήθικους και ανέντιμους πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς που διασπάθισαν προς όφελός τους το δημόσιο χρήμα καταδικάζοντας τους Έλληνες σε μια μακρά περίοδο φτώχειας και εξαθλίωσης; Αναγνωρίζουμε ότι υπερβάλουμε όσον αφορά την πρότασή που ακολουθεί όμως όσο και αν συλλογιστήκαμε άλλη δραστική λύση δεν βρήκαμε.

Σωτηρία, λοιπόν, από το δυσβάσταχτο άχθος των συγχρόνων πολιτικών, μπορεί να επέλθει με μια ενδεχόμενη σύρραξη με τους γείτονές μας, τους Τούρκους, που εποφθαλμιούν, ορθώς, ό,τι ελληνικό. Άλλωστε είναι ευκαιρία για εκείνους να επανακτήσουν μέρος της πατρίδος μας που, ας μην ξεχνούμε, επί 400 έτη, υπήρξε βιλαέτι τους καθώς και εμείς υποτελείς φόρου στον Σουλτάνο – οι Αθηναίοι στη Σουλτάνα. Και τι ποιούν οι πολιτικοί μας αστέρες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις εντεινόμενες απειλές των Τούρκων; Επειδή φυσικά ο λόγος των Γάλλων μας  χόρτασε και το ψωμί τους, τις περίφημες μπαγκέτες, ας τις φάνε μόνοι τους. Εμείς μεγαλώσαμε με ελληνικό ψωμί.

Ευελπιστούμε ότι ο ελληνικός λαός , στην περίπτωση των Γάλλων, θα θυμηθεί την απαράδεκτη παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας μας το 1916 όταν χωρίς άδεια της νόμιμης κυβέρνησης κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη προκαλώντας την εισβολή των Γερμανών, όταν κατά την Μικρασιατική επιχείρηση, καίτοι κυβερνούσε το “poulain’ τους ο Ελ. Βενιζέλος απέσυραν τα στρατεύματα τους από την Κιλικία,  επιτρέποντας στον Κεμάλ να ενισχύσει το μέτωπο έναντι των ελλήνων και τέλος όταν κατά την γερμανική ειβολή στην καταρρεύσασα χωρίς μάχη Γαλλία, συνεστήθη η φιλογερμανική  κυβέρνηση του Vichy υπό τον στρατάρχη Petain και τον σοσιαλιστή Laval . Τι αναμένομε λοιπόν από τους Γάλλους συντρόφους;  Μα φυσικά τίποτα. Ούτε άλλωστε από τους  πολιτικούς μας.

Ένας  πόλεμος, λοιπόν, είναι πολύ πιθανόν να είναι μια λύση μήπως καταφέρουμε από τις στάχτες του πολέμου να αναγεννηθούμε άσπιλοι και αμόλυντοι, έχοντας απαλλαγεί από τις σαθρές αντιλήψεις στις οποίες μας έχουν μυήσει οι επί σειρά ετών κυβερνώντες και οι «παρακοιμώμενοί» τους.

Πόλεμος πατήρ πάντων λέγει ο Ηρόδοτος. Και παρ’ όλο που στρατιωτικώς, ελπίζουμε να καταγάγουμε νίκη επί των τούρκων οικονομικά θα καταρρεύσουμε καθώς η διαλυμένη οικονομία μας αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός πολέμου. Και οι μετέχοντες στην κυβέρνηση θα υποχρεωθούν, προκειμένου να αποφύγουν ένα δίκαιο Γουδή – η εκτέλεση των εξ το 1923 έλαβε χώρα προκειμένου να απαλλαγεί η βενιζελική παράταξη από τους ικανούς αντιπάλους της καθώς όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί, βενιζελικοί και μη, ήσαν εξίσου ένοχοι οι μεν για την απαρχή της Μικρασιατικής εκστρατείας οι δε για τη συνέχισή της.

Αν λοιπόν οι Τούρκοι, που δεν χρειάζεται φυσικά να αναφέρουμε ότι ανέκαθεν υπεράνω όλων έθεταν το συμφέρον της πατρίδος τους, κινηθούν εναντίον μας με οιαδήποτε αφορμή, θεωρούμε βέβαιο ότι όποια και αν είναι η έκβαση της σύρραξης, η ελληνική οικονομία θα καταρρεύσει. Αν και απορρίπτουμε ως φαιδρή την άποψη ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε επιτυχώς τους Τούρκους, καθ’ότι το φρόνημα του στρατού δεν είναι υψηλό και το ηθικό δεν είναι ακμαίο, ενδόμυχα ευχόμαστε οι ελληνικές ένοπλοι δυνάμεις, επιτέλους, να απαλλαγούν από την «ρετσινιά» της Κύπρου και να μας κάνουν να νιώσουμε και πάλι υπερήφανοι που είμεθα Έλληνες.

Και προλαμβάνοντας τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών όσον αφορά την αδυναμία τους  – και όχι αποτυχία τους -να διαφυλάξουν την Κύπρο αναγνωρίζω ότι μεγίστη ευθύνη φέρουν οι αρμόδιοι πολιτικοί που στη σχετικά σύντομη ιστορία του ελληνικού κράτους κατηύθυναν τις πολεμικές επιχειρήσεις από το πεντάγωνο η το υπουργείο, δηλαδή πολύ μακριά από το μέτωπο, θεωρώντας, κακώς, ότι αν εξέλιπαν ο αγώνας θα χανόταν. Μέγιστη αναλήθεια.  Τουναντίον ίσως έτσι να μας απήλασσαν εγκαίρως από την παρουσία τους και έτσι να αποφεύγονταν τα δεινά που έχουν σωρευθεί εξ αιτίας της άφρονος πολιτικής τους επί του τραχήλου των Ελλήνων.

Όμως η ιστορική πραγματικότητα αποκλείει το ευκταίο αυτό ενδεχόμενο καθώς στην σύντομη ιστορία της Ελλάδος του 20ου αιώνα ουδείς πολιτικός έπεσε μαχόμενος στο πεδίο της μάχης.  Ένεκεν αυτής της διαπίστωσης αντιλαμβανόμαστε το λόγο που, ιδίως προ του Β’ παγκοσμίου πολέμου, αρκετοί αξιωματικοί του στρατού που είτε είχαν επιτύχει νίκες, είτε είχαν διασώσει , μετά τις ήττες,τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού, κατέληξαν να αυτοχρισθούν πολιτικοί, επιβάλλοντας δικτατορίες και εκβιάζοντας πολιτικές λύσεις της αρεσκείας τους.

Ο λόγος ήταν η άφατη περιφρόνηση που έτρεφαν για τους περισσότερους, κυβερνήσαντες,  πολιτικούς που εκτός από πομπώδεις λόγους και παραμυθητικούς της δεκάρας σπανίως παρήγαν έργο ωφέλιμο και χρήσιμο για το λαό, αρκούμενοι στην καλλίστη των περιπτώσεων στην εξυπηρέτηση της εκλογικής πελατείας της περιφέρειάς τους ώστε να διασφαλίσουν, συνήθως είτε εξαγοράζοντας είτε διαφθείροντας συνειδήσεις, την επανεκλογή τους.

Κατά τον τρόπο αυτό πορεύτηκε, κατά το πρόσφατο παρελθόν, η πολιτική ζωή του τόπου καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες στον κόσμο και παρέχοντάς τους αφειδώς «τζάμπα» χρήμα. ‘Η έτσι τους άφηναν να πιστεύουν. Και τώρα αυτός ο ίδιος λαός καλείται να πληρώσει για την επιπολαιότητά του, την φυγοπονία του και την εμπιστοσύνη που έδειξε στους συγκεκριμένους πολιτικούς. Προς στιγμή από την τσέπη του

Αύριο ίσως και με τη ζωή τους.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΠΛΑΝΗ ΟΙΚΤΡΑ

ΠΛΑΝΗ ΟΙΚΤΡΑ

Προ τεσσαράκοντα ετών ότε ήμουν νέος και ανώριμος πρέσβευα, πλανόμενος  πλάνην οικτράν, ότι τα πλήθη των φίλων της εποχής εκείνης θα παρέμεναν εσαεί φίλοι μου. Η αγαπημένη μου κυρία Όλγα Πασπάτη, μητέρα συμμαθητή και φίλου μου, άκρως κοσμική και αντισυμβατική προσωπικότητα με συμβούλευε να «κρατώ μικρό καλάθι». Οι άνθρωποι είναι άφιλοι – οι Έλληνες και αχάριστοι – μου τόνιζε σε κάθε ευκαιρία που εγώ, επιπολαίως  φερόμενος, παρέθετα ένα πλήθος ανθρώπων που συναναστρεφόμουν, εμμένων ότι ήταν φίλοι μου. Κατ’ εκείνη την εποχή το επίπεδο ζωής ήταν σαφώς ανώτερο από το σημερινό τόσο από ηθικής όσο και αισθητικής απόψεως,  οπότε ήταν φυσικό κάποιος να θεωρεί βέβαιο ότι οι φίλοι του, γαλουχημένοι με τις πατροπαράδοτες αξίες και υπέρμαχοι της  «υπέρτατης αρετής», θα παρέμεναν επί των επάλξεων «τοις κείνων (γονέων και δασκάλων) ρήμασι πειθόμενοι». Άλλωστε τι θα μπορούσε να χωρίσει, η ορθότερα να εμφιλοχωρήσει σε εκείνες τις ανέμελες σχέσεις, πέραν ίσως κάποιων μοιραίων θηλέων, που την εποχή εκείνη δεν αποτελούσαν ακόμα σοβαρό κίνδυνο.  Σήμερα όμως όπου οι φίλοι της εποχής εκείνης που παραμένουν φίλοι μου μετρώνται στα δάκτυλα του ενός χεριού μου, αποτολμώ να πω ότι έμαθα.

Πρώτη παράμετρος, ο μέγιστος εχθρός κάθε σχέσης,  ο χρόνος. Όταν είμαστε νέοι δεν αντιλαμβανόμαστε τη βαρύτητά του επειδή δεν του προσδίδουμε τη δέουσα σημασία. Το μέλλον φαντάζει ατέρμον, η ζωή υπέροχη και η φιλία, προτού ακόμα γευθούμε την υπέρτατη απόλαυση του έρωτα, η πλέον αυθόρμητη και  ειλικρινής προσωπική επιλογή μας.  Η αστική αντίληψη που διείπε σχεδόν όλους τους φίλους μου δεν επέτρεπε τη σύσταση ομάδος κατά τα πρότυπα των αριστερών οδοιπόρων που από μικρή ηλικία είχαν μάθει να υπακούν σε κελεύσματα και εντολές των de facto ανωτέρων. Στους εκλεπτυσμένους αστικούς κύκλους μας η αρχή που όριζε τις σχέσεις βασιζόταν στο ρητό, εσφαλμένως αποδιδόμενο στο Βολταίρο «διαφωνώ μαζί σου αλλά θα αγωνισθώ μέχρι θανάτου για το δικαίωμά σου να διαφωνείς» (Je désapprouve ce que vous dites, mais je défendrai à la mort votre droit à le dire). Έτσι δεν αντιληφθήκαμε ότι  από την εποχή ήδη του πανεπιστημίου, περίοδο κατά την οποία όσοι απήλθαμε των Αθηνών, υποχρεωθήκαμε  να καλλιεργήσουμε νέες φιλίες, εκείνες αντικατέστησαν τις παλιές. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ ότι εξαιρουμένων των κροίσων, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν να αντιμετωπίσουν έναν ακόμα μεγάλο εχθρό στη διατήρηση των σχέσεων τους. Την απόσταση. Κατά τα χρόνια που έζησα στο εξωτερικό, η αδυναμία συχνής επικοινωνίας λόγω έλλειψης αφ’ ενός φτηνών μέσων – δεν υφίστατο το διαδίκτυο κατά εκείνην την εποχή – με τους εν Ελλάδι παραμείναντες φίλους μου αφ’ ετέρου η έλλειψη τριβής άμβλυνε τους συναισθηματικούς δεσμούς μας και σταδιακά μας οδήγησε στην αποξένωση.

Σε αυτό συνέβαλε και ο διαφορετικός τρόπος ζωής που ακολουθούσε ο καθένας από εμάς. Εκείνος που σηκώνεται στις 6 το πρωί προκειμένου να κερδίσει τον επιούσιο έχει λίγα κοινά σημεία με εκείνον που στις 6 το πρωί επιστρέφει από χαρτοπαιξία, μπουζούκια η άλλες κραιπάλες. Αναπόφευκτα έρχεται η στιγμή που ουδέν σημείο αναφοράς υφίσταται μεταξύ τους οπότε αμβλύνεται το ενδιαφέρον επικοινωνίας και αυξάνει η αδιαφορία που οδηγεί στην διάλυση της σχέσεως. Ακόμα και χρόνια μετά η όποια προσπάθεια επανασύστασης της σχέσης μικρές πιθανότητες επιτυχίας έχει καθώς τα πολλά έτη που έχουν παρέλθει έκτοτε έχουν αποξενώσει πλήρως τους πρώην φίλους. Η όποια, άπελπις,προσπάθεια εδράζεται σε προσωπικές αφηγήσεις μιας ζωής που ελάχιστα ενδιαφέρει τον έτερο των συνομιλητών, καθώς ούτε έχει μετάσχει ώστε να έχει κοινές μνήμες, ούτε ενδιαφέρεται να ακούσει καθώς η αφήγηση μιας ξένης πραγματικότητας στο σύνολό της τον αφήνει αδιάφορο.  Για αυτό άλλωστε πολλάκις παρατηρούμε, ως μάρτυρες, το φαινόμενο, ενόσω κάποιος αναφέρεται σε κάποιο γεγονός της ζωής του ο συνομιλητής του να παρεμβαίνει , μερικές φορές μάλιστα διακόπτοντάς τον, για να αναφερθεί σε κάποιο δικό του, παρόμοιο, γεγονός. Τούτο συμβαίνει επειδή απλώς πλήττει και δεν νοεί να επιτρέψει στον πρώην φίλο του να μονοπωλήσει τον πολύτιμο χρόνο του. Επειδή πλέον ο χρόνος έχει καταστεί πολύτιμος, τόσο λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω υπερβολικής πλήξεως που νοιώθουμε συνήθως να παρακολουθούμε κάποιον, όσο αγαπητός και να μας είναι, που κατά τη γνώμη μας, δεν εκφράζεται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, και τούτο επειδή μας στερεί  την απόλαυση να μιλήσουμε για εμάς και τη δική μας ζωή, που μας ενδιαφέρει περισσότερο.

Ένας ακόμα παράγων που επηρεάζει τις φιλίες των εφηβικών μας χρόνων, είναι οι ερωτικές σχέσεις. Όσοι είχαν αρκετές σχέσεις στη ζωή τους παραδέχονται ότι η εκάστοτε φιλενάδα τους επηρέαζε τις σχέσεις τους με τους περισσότερους από τους φίλους τους. Φυσικό επακόλουθο της σύγκρισης των ηδονών που μας προσφέρονταν από τη μεν και από τους δε, και που σχεδόν πάντα υπέρ των ερωτικών μας συντρόφων. Εξ ου θεωρώ ότι η ερωτική μας σύντροφος, η μετέπειτα σύζυγος και μητέρα των παιδιών μας, επιτυγχάνει τελικά να απομακρύνει τους φίλους μας ους θεωρεί ανάρμοστη και επικίνδυνη παρέα για εκείνην και τη σχέση μας.

Οι παράμετροι τελικά πολλές και όλες συμβάλλουν στην αρχική αντίληψη ότι η αγαπημένη μου κυρία Πασπάτη, που δεν ευρίσκεται πλέον ανάμεσά μας, όταν μου έλεγε «Θα είσαι τυχερός αν από τους φίλους των νιάτων σου διατηρήσεις μια χούφτα» είχε δίκιο. Από τους εκατοντάδες, δεν υπερβάλλω, φίλους, από τα σχολεία και τις κατασκηνώσεις τους, τα ξενύχτια και τις περιηγήσεις με τις μοτοσικλέτες, το πανεπιστήμιο και το στρατό, ακόμα και από τα πρώτα επαγγελματικά μου βήματα λίγοι βαδίζουν παράλληλα με εμένα. Ελαχίστων δε, ίσως κανενός, δεν συνδέεται η ζωή του με τη δική μου. Σε αυτό συνέβαλε πέραν από τον έμφυτο εγωκεντρισμό του Έλληνα που ενδιαφέρεται μόνον για ό,τι του αποφέρει, χρήσιμο, ωφέλιμο η ωραίο, η απεμπόληση των βασικών αρχών βάσει των οποίων διαπαιδαγωγηθήκαμε.

Τι συμπεραίνουμε λοιπόν; Όπως με τις ερωτικές σχέσεις, έτσι και με τις φιλίες ας αρκούμεθα να τις απολαμβάνουμε όσο διαρκούν. Ο χρόνος, η απόσταση, οι πολιτικές απόψεις, η εργασία μας και κατά συνέπεια η αλλαγή του οικονομικού επιπέδου μας και τέλος η σύντροφος της ζωής μας επιδρούν καθοριστικά στις προσωπικές μας φιλίες. Οπότε ας πάψουμε να πλανώμεθα  πλάνην οικτράν και ας  το αποδεχθούμε. Είναι μια καλή αρχή.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

Υ.Γ. Ο φίλος και αναγνώστης μου Ε.Μ. έγραψε «Οι άνθρωποι διακόπτουν όχι γιατί πλήττουν αλλά γιατί δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν…. Στις περισσότερες των περιπτώσεων απλά θέλουν να πουν το πρόβλημα τους ώστε να αποφύγουν την επίσκεψη στον ψυχίατρο-ψυχολόγο και ουδόλως ενδιαφέρονται για τα προβλήματα που απασχολούν τον συνομιλητή τους…

ΠΟΜΦΟΛΥΓΕΣ

 

ΠΟΜΦΟΛΥΓΕΣ

Ανέκαθεν με επέκριναν για το προσωπικό ύφος των άρθρων μου. Ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια που έγραφα κριτική θεάτρου για τις 30 περίπου παραστάσεις που ανέβαιναν ετησίως στην Αθήνα ήταν δύσκολο να ασκήσω αντικειμενική κριτική ώστε να διαφυλάξω τις προσωπικές μου σχέσεις.

Παρά τις συμβουλές που δεχόμουν δεν κατάφερνα να πειθαρχήσω την παρόρμησή μου να μην αναφερθώ στα κακώς κείμενα επωνύμως. Παρά δε την καλλιέπεια που χαρακτήριζε τη γραφή μου, η κριτική μου διάθεση υπερέβαινε τα εσκαμμένα καθώς αναφερόμουν σε πρόσωπα, αρνούμενος να καλύπτομαι όπισθεν αορίστων αναφορών η περιοριζόμενος σε μια κριτική του έργου. Εξού και δεν έγινα δημοσιογράφος.

Δια τούτο οφείλω να ευχαριστήσω, έστω μετά πάροδον τριακονταπενταετίας, τον Σταύρο Ψυχάρη ο οποίος ευσύνοπτα αλλά με περισσή ευγένεια μου είχε εξηγήσει, κατʼιδίαν, τους λόγους που δεν θα γινόμουν ποτέ πολιτικός δημοσιογράφος, και μου είχε συστήσει να εξεύρω άλλο τρόπο προς διασφάλιση του επιουσίου άρτου. Σταδιοδρόμησα λοιπόν χωρίς, ευτυχώς, να επιβαρύνω τα μάλα τον κρατικό προυπολογισμό.

Σήμερα λοιπόν που μου δίδεται η ευκαιρία να αρθρογραφήσω, εκκινώ ως νεοφώτιστος δημοσιογράφος επαναλαμβάνοντας τα ίδια λάθη, μόνον που αφού ουδείς με αμείβει για τα άρθρα μου, έχω διασφαλισμένη αυτή την υπέροχη αίσθηση ελευθερίας ότι μπορώ να γράφω όπως αισθάνομαι.

Καίτοι υπηρέτησα την τηλεόραση, κυρίως την ιδιωτική, και θεωρώ ότι έχει κατά καιρούς επιδείξει δείγματα εξαιρετικής δουλειάς , ιδιαίτερα στη μυθοπλασία, είμαι υποχρεωμένος να πω ότι οι περισσότερες δημοσιογραφικές εκπομπές χωλαίνουν καθώς οι μετέχοντες δημοσιογράφοι και προσκεκλημένοι ανταλλάσουν απόψεις, ακόμα και ύβρεις και προσβολές, βάσει ενός συγκεκριμένου σεναρίου, που έχει γραφεί από κάποιον ατάλαντο σεναριογράφο – φυσικά ούτε σκέψη για σκηνοθέτη καθώς όλοι οι συνομιλητές αυτό-σκηνοθετούνται, συνήθως μάλιστα κατά τρόπο ατυχή – και ως εκ τούτου, λόγω της κοινοτοπίας του θέματος, μικρό ενδιαφέρον παρουσιάζουν για τους θεατές.

Επί μήνες, είτε περιφερόμενοι από εκπομπή σε εκπομπή, είτε δίδοντες συνεντεύξεις, οι κατʼευφημισμό ειδήμονες, κατατρίβονται με όλα τα προβλήματα της χώρας μας, προτείνοντες ανέφικτες λύσεις και δοκησισοφούντες αδιαλείπτως, απόλυτα φυσική συμπεριφορά, αν αναλογισθούμε ότι οι περισσότεροι εξ εκείνων ποσώς γνωρίζουν τι σημαίνει «εργάζεσθαι». Εκθέτουν όμως αβίαστα απόψεις επί παντός θέματος, ιδιαίτερα δε οι κατέχοντες επί μακρόν μια δημόσια θέση, οι οποίοι επιμένουν να αναμασούν φληναφήματα αρεσκόμενοι απλώς να απολαμβάνουν τη στιγμιαία ηδονή της προβολή τους και παντελώς αδιαφορούντες για την προσβολή που υφίσταται η νοημοσύνη του μέσου θεατή . Τούτο χάρις σε μια δημόσια θέση που τους έχει εξασφαλίσει πέραν ενός σταθερού εισοδήματος και το δικαίωμα να χρήζονται, αυθαιρέτως, αυθεντίες!

Προτού συνεχίσω θα ήθελα να πω ότι υποστηρίζω την πιθανώς ακραία θέση ότι εργαζόμενος, και εργοδότης, που δεν βιώνει συνεχώς το αίσθημα της ανασφάλειας, είτε της απόλυσης, είτε της αναδουλειάς, δεν είναι ικανός, πλην εξαιρέσεων, να εκφέρει άποψη, πλην ίσως επί θεωρητικού επιπέδου.

Καίτοι λοιπόν δεν θεωρώ άμοιρους ευθυνών πολλούς εκ των ελλήνων βουλευτών, κατά τη γνώμη μου τη μέγιστη ευθύνη φέρουν οι κατέχοντες τις προνομιακές μόνιμες θέσεις του δημοσίου, και ιδιαίτερα οι καθηγητές των ανωτάτων ιδρυμάτων, τα ανώτερα στελέχη των υπουργείων και οργανισμών, οι ιατροί των δημοσίων νοσοκομείων,κ.ά. που είτε συμβιβάστηκαν, είτε προσαρμόστηκαν, είτε εν τέλει συντήρησαν το καθεστώς αναξιοκρατίας και διαφθοράς που μαστίζει το δημόσιο τομέα. Οι εν λόγω είναι πρωτίστως ένοχοι για την κατάσταση στην οποία ευρισκόμεθα σήμερα και για αυτό σωφρονέστερο θα ήταν αντί να περιφέρονται από εκπομπή σε εκπομπή, να προσπαθήσουν να θέσουν σε τάξη τα κακώς κείμενα στους χώρους τους, ώστε επιτέλους τα ανώτατα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα, τα νοσοκομεία μας, των σχολεία μας, οι υπηρεσίες των δήμων κ.ά. να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αποδείξουν σε όλους εμάς τους ιδιώτες που επί σειρά ετών βαρυνόμαστε με το κόστος της συντήρησής τους ότι οι θυσίες μας δεν ήταν άσκοπες. Αντί δε να διαμαρτύρονται για τους μειωμένους αλλά σίγουρους μισθούς τους να σιωπήσουν έστω για λίγο για να αποτίσουν φόρο τιμής στο 1.500.000 ανέργων του ιδιωτικού τομέα που δεινοπαθούν ώστε εκείνοι να συνεχίζουν να αμείβονται για μια υπηρεσία η οποία στην Ελλάδα, όχι απλώς δεν αποφέρει, αλλά τουναντίον μας οδηγεί στα ερεβώδη τάρταρα της χρεωκοπίας.

Υ.Γ. 1.Θεωρώ ότι πρέπει να προβλεφθεί ώστε οι δημόσιοι λειτουργοί η υπάλληλοι να έχουν το δικαίωμα να εκλέγονται η να διορίζονται μόνον εφʼόσον παραιτούνται από τη δημόσια θέση τους και χωρίς να έχουν δικαίωμα επαναδιορισμού σε οιαδήποτε δημόσια θέση άπαξ δεν εκλεγούν η επανεκλεγούν.

2.Οι βουλευτές καίτοι φέρουν ευθύνη για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη χώρα μας, παραμένουν ιδιώτες, δηλαδή εξαρτώνται από τη βούληση των ψηφοφόρων της περιφέρειάς τους . Εκτός αυτού θεωρώ ότι πλην των νυν και πρώην υπουργών και λοιπών κυβερνητικών αξιωματούχων η συμμετοχή των βουλευτών στη διακυβέρνηση της χώρας είναι περιορισμένη, άρα και οι ευθύνες.

3. Όσον αφορά τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, θεωρώ ότι από το 1974 έως σήμερα έχουν απαξιωθεί, αδίκως, σε τέτοιο βαθμό από όλες ανεξαιρέτως τις κομματικές ηγεσίες ώστε παρόλο που διαθέτουν στελέχη που διακρίνονται για το ήθος , τη μόρφωσή, τις διοικητικές ικανότητές τους και την αφοσίωσή τους στην πατρίδα και το πολίτευμα παραμένουν ακόμα αποκλεισμένοι, αναιτιολόγητα, από τη διοικητική και πολιτική διαχείριση της χώρας.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

 

 

ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

«Δεν έχω φίλους στην επιτροπή Nobel»  δήλωσε χαμογελώντας ο 83χρονος Πίτερ Χιγκς, ο Βρετανός επιστήμων που έπειτα από 48 έτη ερευνών ανακάλυψε το «σωματίδιο του θεού», μια σημαντικότατη ανακάλυψη στον τομέα των φυσικών επιστημών στην εποχή μας, υπονοώντας ότι δεν θα βραβευθεί από την επιτροπή Nobel, ως υπέδειξε η ετέρα διάνοια, ο Χόκιν.

«Δεν έχω φίλους στο ελληνικό κράτος», θα μπορούσε να δηλώσει ο καθένας από τα εκατομμύρια των ανέργων του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα, υπονοώντας ότι ουδείς από την κυβέρνηση και το σύνολο του δημοσίου τομέα δεν δίνουν δεκάρα κατά πόσον θα επιβιώσει έστω και ένας ιδιώτης, έστω ως μουσειακό είδος, καθώς μόνη τους έννοια είναι να μη διαλυθεί η κόπρος του Αυγεία, ήτοι το δημόσιον.

Οι λόγοι γνωστοί τοις πάσι. Το δημόσιο αποτελείται από εξαρτώμενους ψηφοφόρους ως επί το πλείστον ικανοποιητικώς αμειβόμενους,  που παράγουν ασήμαντο η μηδαμινό έργο η παρέχουν ευτελούς επιπέδου υπηρεσίες,  στυλοβάτες μιας συνεχούς ροής διαπλεκόμενων καταστάσεων, ανθρώπους που, εν τέλει, φέρουν όλα σχεδόν τα ελαττώματα του ανθρωπίνου είδους.

Το ελληνικό δημόσιο από τα υψηλότερα κλιμάκια, καθηγητές και πολιτικούς, μέχρι τα κατώτατα, συνδικαλιστές και ανειδίκευτους εργάτες, αποτελεί μοναδικό είδος στο κοινωνικό τοπίο. Μοναδικό στον κόσμο, απ’ όσο γνωρίζουμε, καθώς τρέφεται απομυζώντας ως βδέλλες η καταβροχθίζοντας ως πιράνχας, τα υγιή κύτταρα της ελληνικής κοινωνίας. Τους αγωνιστές της καθημερινότητας, εκείνους που ωριμάζουν σφυρηλατημένοι από την ανασφάλεια της ανεργίας και των επακόλουθων της, την πενία, την οργή, την κατάθλιψη, την αυτοκτονία. Το σύνολον του ιδιωτικού τομέα.

Ορισμένοι αναγνώστες προσπαθούν να αντιληφθούν τη σχέση του γηραιού αγωνιστή επιστήμονα με τους κατατρεγμένους της ελληνικής κοινωνίας, εκείνο το 1.000.000 ατόμων, που περιφέρονται ως σαρκία βαστάζοντα ψυχή, από θύρα εις θύρα επιδιώκοντας να ανεύρουν μια απασχόληση που θα τους επιτρέψει να παράσχουν τα απαραίτητα προς το ζην στους αγαπημένους τους, γονείς, σύζυγο και τέκνα.

Αυτόν τον αγώνα, τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων, προσομοιάζω με τον αγώνα του Πίτερ Χιγκς και αυτό γιατί όπως και εκείνος πίστευε σε μια ιδέα που χρειάστηκε να περάσουν 48 έτη προσπαθειών, αγωνιών, ταλαιπωριών προκειμένου να την επαληθεύσει, έτσι και η ακάματη ελληνική ψυχή δεν πτοείται και συνεχίζει τον αγώνα της ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή, εν ευθέτω χρόνω, θα δικαιωθεί.

Τι θάρρος και εγκαρτέρηση επέδειξε, σε τι θυσίες υπέβαλε εαυτόν ο εξαίσιος τούτος επιστήμων μη θέλοντας να προδώσει την πίστη του, μη επιθυμώντας να εγκαταλείψει τον αγώνα του. Και τελικώς δικαιώθηκε. Ατυχείς οι  χαρακτηρισμοί των επικριτών του που βιάσθηκαν να τον στηλιτεύσουν, να επικρίνουν έναν άνθρωπο που μετά από 48 έτη άοκνης, εξουθενωτικής προσπάθειας, είδε την αρχή, ίσως, των πάντων, κατά την επιστήμη, και ανενδοίαστα, σαν κέλευσμα αρχέγονο από τα κύτταρά του, το βάπτισε του Θεού. Δεν διακρίνουν τον απόλυτο σεβασμό προς το θείο που περικλείει αυτή η ονοματοδοσία;

Φυσικά όχι. Μικροί και ασήμαντοι ενώπιον της προόδου ενοχλούνται καθώς διαισθάνονται το τέλος του σαθρού κόσμου τους που βασίζεται στη υποκρισία και όχι στην αλήθεια. Έτσι και στη χώρα μας, οι στυλοβάτες του σαθρού δημόσιου τομέα, του κράτους εν κράτει που συνεστήθη, κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να παραμένουν πάντα στην εξουσία οι ασήμαντοι αμβλύνοες δικτατορίσκοι που επί 38 έτη μας κυβερνούν, διασφαλίζοντας μέχρι τέλους του βίου τους αφ’ ενός την επιβίωσή τους, αφ’ ετέρου την ατιμωρησία τους. Τουλάχιστον οι πρωτεργάτες της δικτατορίας είχαν το θάρρος να υποστούν τις συνέπειες του τολμήματός τους. Οι πολιτικοί που τόσο κόπτονται για τη δημοκρατία και τις αρχές της γιατί αποφεύγουν την τιμωρία που τους αρμόζει επειδή οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή άθλια κατάσταση από πάσης απόψεως.

Πως τολμούν οι άνθρωποι αυτοί να αντικρίζουν κατάματα τον Έλληνα αγωνιστή, τον εργαζόμενο η άνεργο του ιδιωτικού τομέα, τον οποίον επί 38 έτη ευτελίζουν, επιβάλλοντάς του ως συμπολίτες του, τους οκνηρούς και αμετροεπείς λειτουργούς  του δημοσίου, επισείοντας τη Δαμόκλεια σπάθη πάνω από τον τράχηλό του, και απειλώντας τον καθημερινά με κατακρήμνιση στα Τάρταρα;

Πόση αντοχή επιδεικνύει το σώμα του απλού, καθημερινού Έλληνα που ανέχεται την εξαπλωνόμενη αυτή βδελυρή γάγγραινα που κατατρώγει αργά και επώδυνα το κορμί του και δεν εγείρεται κατά της πολιτείας και των εκπροσώπων της; Πόση πίστη διαθέτει η ψυχή του κατατρεγμένου Έλληνα ώστε να μην αποφασίζει να αλλαξοπιστήσει ώστε να απολαύσει ως δικαιούται τους καρπούς του κόπου του; Πόση αγάπη τρέφει η καρδιά του συντετριμμένου Έλληνα ώστε να μην θέλει να εγκαταλείψει την αγαπημένη του πατρίδα αλλά επιμένει να βασανίζεται στα χώματά της; Πόσο σθένος κρύπτει η ψυχή του προδομένου Έλληνα που δεν αποφασίζει να ξεχυθεί στους δρόμους και τις πλατείες να πάρει τα κεφάλια των γενίτσαρων αδελφών του;

Αντοχές που δοκιμάστηκαν επί 400 έτη υφίστανται ακόμα στα κύτταρα του αγνού πατριώτη, του ανθρώπου που πιστεύει στην πατρίδα και τη θρησκεία που πίστεψαν πριν από αυτόν οι πρόγονοί του, το αίμα του, που έμαθε να αγωνίζεται για τις ίδιες αρχές που αγωνίστηκαν πριν από εκείνον οι πρόγονοί του, το αίμα του, που έμαθε να φροντίζει και να πονάει τα ίδια πρόσωπα που αγαπούσαν εκείνοι, το αίμα του.

Ένα αίμα αγνό και ηρωικό, ένα αίμα ιστορικό και αιώνιο, ένα αίμα που μας οδηγεί στην αρχή της ύπαρξης της φυλής μας, του αθάνατου γένους των Ελλήνων, ένα αίμα που γεννήθηκε από το σωματίδιο του θεού και θα συνεχίσει να υπάρχει στο μέλλον όταν εμείς θα έχουμε πάψει να υπάρχουμε. Αρκεί να φροντίσουμε εγκαίρως να αποτινάξουμε από πάνω μας, από μέσα μας, το άλλο αρχέγονο σωματίδιο που στιγματίζει την ελληνική φυλή

Το σωματίδιο του διαβόλου

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ

ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ

Κάθε φορά που μετέχω σε μια κριτική επιτροπή μετανιώνω και υπόσχομαι στον εαυτό μου να μην ξαναδεχθώ. Πάντα όμως αθετώ την υπόσχεσή μου και ευρίσκομαι πάλι στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να κρίνω μια σωρεία έργων που κανείς φυσιολογικός θεατής δεν θα επέλεγε να παρακολουθήσει. Γιατί κακά τα ψέματα ο μέσος θεατής, ο καθημερινός, φυσιολογικός άνθρωπος είναι ο καλύτερος κριτής ενός οπτικοακουστικού έργου, μιας ταινίας, όσο και αν δημιουργοί και κριτικοί προσπαθούν να υποτιμήσουν την νοημοσύνη του. Και αυτή τη φορά, όπως κάθε άλλη φορά, είχα την ατυχία να με παρακαλέσουν να μετάσχω στην κριτική επιτροπή του ελληνικού τμήματος. Φίλοι και καλά παιδιά οι οργανωτές, πώς να τους αρνηθώ; Με βαριά καρδιά επιτέλεσα το καθήκον μου και παρακολούθησα όλες τις ταινίες. Δεν υφίσταται χαρακτηρισμός που θα ανταποκρινόταν ευστόχως στην παντελή απουσία οιασδήποτε αισθητικής η δραματουργικής αξίας. Οι ταινίες ακόμα και κρινόμενες ως πρωτόλεια δεν πληρούσαν καμία προυπόθεση που θα με παρακινούσε να τις παρακολουθήσω, έστω με μικρό ενδιαφέρον.

Πλην τριών, εκ των οποίων η καλλίστη ήταν παραγωγή υψηλών προδιαγραφών από πάσης απόψεως και οι άλλες δύο συμπαθητικές, οι υπόλοιπες δεν έπρεπε να έχουν περιληφθεί στο διαγωνιστικό – επειδή ίσως ακούγομαι υπερβολικός ας δεχθώ ότι οι συμπαθητικές ήταν τελικά τέσσερις. Επί ποινή στερήσεως πνευματικών, κατά το πολιτικών, δικαιωμάτων, οι υπόλοιπες.

Πρότεινα μόλις δύο εξ εκείνων για βράβευση, καθώς και έτερο μέλος της επιτροπής, γεγονός που οφείλω να ομολογήσω ότι με εξέπληξε ευχάριστα. Παρέδωσα μάλιστα εγγράφως το σκεπτικό μου ώστε να μην είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η τοποθέτησή μου και απεχώρησα. Άκρως ενοχλημένος. Γιατί; Επειδή με ενοχλεί να χάνω το χρόνο μου ασκόπως. Και η παρακολούθηση των συγκεκριμένων ταινιών απέβη άσκοπη. Ποσώς ωφελήθηκα από τη θέαση τους. Όμως αυτό που με ενόχλησε ιδιαίτατα ήταν ότι κανείς δεν έχει το θάρρος να πει την αλήθεια σε εκείνους που δημιούργησαν τις εν λόγω ταινίες. Ότι καλό θα ήταν να αλλάξουν προσανατολισμό. Ότι δεν διαθέτουν ίχνος ταλάντου προκειμένου να δημιουργήσουν μια καλή ταινία. Και ότι οι συνεχείς αποτυχίες θα τους φθείρουν και τελικά θα τους καταστήσουν εμπαθείς και εχθρικούς έναντι κάθε επιτυχημένου δημιουργού. Επειδή ως γνωστόν οι Έλληνες δεν αρέσκονται να ακούν ότι δεν έχουν δίκιο και ότι το έργο τους δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον. Επιζητούν και λατρεύουν την κολακεία, απεχθανόμενοι την αλήθεια. Άλλωστε εξ αιτίας των ανωτέρω ελαττωμάτων ευρισκόμεθα στην σημερινή οικτρή οικονομική κατάσταση η οποία οσονούπω θα επιδεινωθεί.

Οποία δυσάρεστη έκπληξη με ανέμενε λίγο αργότερα. Εδέχθην τηλεφώνημα από παράγοντα ο οποίος εζήτησε να δεχθώ να βραβευθούν πέραν των τριών ταινιών ώστε να μη στενοχωρηθούν τα παιδιά και να τους δοθεί ένα κίνητρο να συνεχίσουν την προσπάθεια. Θύμωσα. Μου ζητούσαν, παρανόμως, να επιβραβεύσω την προχειρότητα, την ασημαντότητα, την κενότητα ώστε να μην στενοχωρηθούν τα παιδιά.

Ευρισκόμεθα εις ελευθέρα πτώση προς τον όλεθρο και δεν εννοούμε να απαλλαγούμε από τα ελαττώματα που μας ταλανίζουν ανέκαθεν. Επί τριάντα έτη αναπαράγουμε αυτήν την αντιδημοκρατική συνήθεια, να μην αξιολογούμε ώστε να ξεχωρίζουμε τους ικανούς αλλά τους ανικάνους, να μην προβάλουμε το καλό αλλά το μέτριο, να μην επιβραβεύουμε τον ξεχωριστό αλλά τον φίλο μας η συγγενή μας, να μην τιμάμε τον έντιμο αλλά τον ανέντιμο. Αποτέλεσμα της ανωτέρω αντίληψης είναι η σημερινή κατάσταση της Ελλάδος που από το 1974 επέτυχε αντί να δημιουργήσει πολίτες ανδρείους, εντίμους και εργατικούς, να ξεγελάσει ένα μεγάλο μέρος του άλλοτε υπερήφανου ελληνικού λαού και να τον καταστήσει υποχείριο των διεφθαρμένων ταγών του, μυώντας τους σε μια ιδεολογία ψευδούς ισότητας που βασίζεται στην φυγοπονία, την οκνηρία, την απάτη, τη διαβολή, την διαπλοκή.

Και μου ήρθαν στο νου τα λόγια που απηύθυνε ο Αίας, προς τους Έλληνες, ενώ οι Τρώες ευρίσκονταν προ των ελληνικών πλοίων.

«αἰδώς Ἀργεῖοι· νῦν ἄρκιον ἤ ἀπολέσθαι ἠέ σαωθῆναι καί ἀπώσασθαι κακά…»

Αλέξανδρος Κακαβάς, Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΓΟΝΟΙ ΕΥΠΟΡΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ

ΓΟΝΟΙ ΕΥΠΟΡΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ

«Ο πρωθυπουργός κινείται αποτελεσματικά,  πλην όμως αδιαφορεί παντελώς για την ηθική τάξη, είπε* με τα υπέροχα γαλάζια μάτια της να διασταυρώνονται με το θλιμμένο βλέμμα του. Ένας αιώνας ζωής, μια πολύτιμη πείρα, αποκύημα ετών αγώνα, μερικές αποφθεγματικές ρήσεις, στις οποίες έχει αποκρυσταλλωθεί η σοφία τόσων στιγμών ζωής και το αιώνιο ερώτημα, κατά πόσον ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, κατά πόσον το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν αφορά την οικονομική κρίση αλλά την ηθική κατάπτωση.

Πολλάκις, ακόμα και πρόσφατα, εκείνος είχε υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων να συνηγορήσει υπέρ των βορείων κοινωνιών, όπου το άτομο από μικρή ηλικία μάθαινε να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, αντίθετα από τη χώρα του όπου οι νέοι γαλουχούνταν με εσφαλμένα ιδεώδη. Της τρυφηλότητας και της ήσσονος προσπάθειας. Η δικαιολογία που ως επωδός επαναλαμβανόταν από τους περισσότερους γονείς ήταν απλοική. «Εδώ είμαστε Ελλάδα». Αρκούσε αυτή η ρήση, σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους που σύχναζε, επαγγελματικούς και φιλικούς, για να αφυπνισθεί μια ανεπαίσθητη θλίψη που έφερε μέσα του από τότε που εκών άκων είχε επιστρέψει στην πατρίδα του. Μια πατρίδα που όπως γράφει και ο Γεώργιος Σεφέρης όπου και αν κοιτάξεις σε πληγώνει.

Άραγε τώρα που η Ελλάδα βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στην ανυποληψία και γνωρίζει τη διεθνή αδιαφορία θα αλλάξει η σαθρή αυτή αντίληψη, ότι είμαστε ξεχωριστοί, διαφορετικοί,  η όπως είθισται με τους απαίδευτους λαούς, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο ελληνικός, οι γονείς θα συνεχίσουν να επιμένουν ότι τα τέκνα τους δεν οφείλουν να συνεισφέρουν στο γενικό καλό παρά αφού συμπληρώσουν το τριακοστό έτος της ηλικία στους και πάλι εάν και εφ’ όσον το θελήσουν. Γιατί αρνούνται να αποδεχθούν ότι αυτή ακριβώς η εσφαλμένη αντίληψη που ως αποτέλεσμα έχει τη δημιουργία κηφήνων και σαρδανάπαλων συνέβαλε τα μάλα στην αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού της Ελλάδος.

Η παρότρυνση προς τα τέκνα να φοιτήσουν σε κάποιο ανώτατο ίδρυμα, καίτοι όλοι γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα εκ των ανωτάτων ιδρυμάτων της χώρας μας ουδόλως συμβάλουν στην διεύρυνση του πεδίου των γνώσεων και ακόμα λιγότερο στην  εκλέπτυνση των ηθών, συμβάλλοντας μόνον στην αύξηση του  αριθμού των ατόμων που κατέχουν ένα μηδαμινής αξίας πτυχίου, τι προσφέρει στην ταλαίπωρη χώρα μας;  Ένα πλήθος κακομαθημένων ανθρώπων που απαιτούν τη θέση των γονέων τους να καταλάβει το κράτος, ήτοι οι ίδιοι ουδόλως να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν οτιδήποτε θα μπορούσε αφ’ ενός να τους θρέψει, αφ’ ετέρου να θρέψει και άλλους συμπολίτες μας.

Όλος ο καυγάς λοιπόν γίνεται για το πάπλωμα καθώς οι «τεμπέληδες της εύφορης Ελλάδος» αρνούνται καίτοι ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών, η ορθότερα εντός, δεν δείχνουν διατεθειμένοι να αλλάξουν συνήθειες και έστω και κατ’ αυτή την τόσο δύσκολη περίσταση να φανούν αντάξιοι των ηρωικότερων προγόνων τους. Η σημερινή άθλια κοινωνική πραγματικότητα, αποτέλεσμα μιας εκδικητικής πολιτικής των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών, προς τους αστικούς πληθυσμούς της χώρας μας και ιδιαίτερα τους επιχειρηματίες, δεν πρόκειται να θεραπευθεί με τα έωλα οικονομικά μέτρα που επιβάλλονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Όλοι γνωρίζουν ότι τα μέτρα αυτά είναι επιπόλαια και δεν ανταποκρίνονται σε καμία μακροπρόθεσμη οικονομική πολιτική εξυγίανσης του κράτους μας, όταν μάλιστα το ίδιο το κράτος αποδεικνύει με τις ενέργειές του ότι συνεχίζει να υποθάλπει την κομματική συναλλαγή. Ψηφίζει μεν νόμους που καταβάλουν, συνθλίβουν κυριολεκτικά, τον μέσο πολίτη της χώρας, αρνείται δε να περιορίσει τις δημοσιονομικές δαπάνες, καταργώντας τους άχρηστους οργανισμούς και τα νομικά πρόσωπα τόσο Δημοσίου όσο και ιδιωτικού δικαίου που ουδέν προσφέρουν στη χώρα μας.

Συνεχίζει δε να υποστηρίζει την οικογενειοκρατία και την προώθηση ανικάνων και ανέντιμων σε θέσεις της δημόσιας διοίκησης. Η συντήρηση αυτού του καθεστώτος της ανομίας και της αχρειότητας οφείλεται κατά κύριο λόγο στο φόβο που νοιώθουν οι εκάστοτε αρχηγοί να προσπαθήσουν επιτέλους να ασκήσουν χρηστή και δίκαιη διοίκηση καθώς μέλημα τους είναι η παραμονή στους κύκλους της εξουσίας, ει δυνατόν, ακόμα και μετά θάνατον,  όσο μακάβριο και αν ακούγεται τούτο. Όσο σημαντική όμως και αν είναι, κατά την άποψη των κομμάτων, η διατήρηση τους στην εξουσία ώστε να εφαρμοσθούν τα κατά τα οικονομικά επιτελεία τους επώδυνα μεν, αναγκαία δε, μέτρα προς αποσόβηση του κινδύνου της ολοσχερούς χρεοκοπίας άλλο τόσο, ίσως περισσότερο σημαντική και απαραίτητη να είναι η αδήριτη ανάγκη να επέλθει το συντομότερο η ευκταία, από το σύνολο του ελληνικού λαού, πολιτική κάθαρση.

Ο ελληνικός λαός θα δεινοπαθήσει επειδή απεμπόλησε εκούσια τα ιδανικά και τα ιδεώδη των προγόνων του. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια από το 1974 μέχρι σήμερα αντί να μεριμνήσει να μεγαλώσει τα παιδιά του με τις ίδιες αξίες που μεγάλωσε ο ίδιος, τα άφησε χωρίς καθοδήγηση, στο όνομα μιας ψευδούς ελευθερίας που έτεινε στην ασυδοσία με αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινωνικών στρωμάτων που σήμερα καθίσταται εμφανές ότι είναι ανίκανα να διαχειρισθούν τη δυσοίωνη μοίρα του τόπου μας. Έτσι πέραν του πλήθους των αδαών με πτυχία, ο τόπος μας βρίθει από ανθρώπους άνευ αξιών και στερούμενα ήθους που μετέχουν σε ένα τεράστιο πλήθος ατόμων που αναμένουν το διορισμό τους σε κάποια θέση του δημοσίου και που επ’ουδενί εννοούν να επιδιώξουν να κερδίσουν το προς το ζην με τον κόπο τους και να συμβάλουν έτσι στην ανάκαμψη της οικονομίας της πατρίδας μας.

Και τούτο επειδή σχεδόν ουδείς πιστεύει ότι οι άνθρωποι που μας κυβερνούν οραματίζονται μια Ελλάδα απαλλαγμένη του σαθρού και σπάταλου κράτους, καθώς οι περισσότεροι εξ εκείνων φέρουν τα ελαττώματα που καλλιεργήθηκαν επί 50 σχεδόν έτη στην κοινωνία μας και πρώτοι εκείνοι αρνούνται να μας απαλλάξουν από τους άχρηστους και ανήθικους εαυτούς τους. Είναι ευκαιρία λοιπόν, κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο, να θυμηθούμε εκείνες τις «αναχρονιστικές» αρχές, τις «παρωχημένες» αξίες που διδαχθήκαμε προ του 1974, από τους γονείς μας και τους δασκάλους μας.  Επειδή παρά τα όποια μειονεκτήματά τους, συγκριτικά με την αναρχία και την ασυδοσία που έχουν μιάνει τη σημερινή νεολαία που στερούνται προτύπων και ινδαλμάτων καθώς τα πάντα έχουν διαβρωθεί από την πολιτική λαίλαπα που ενέσκηψε επί του τόπου μετά το 1974 και αποψίλωσε τους περισσότερους Έλληνες από οιοδήποτε ίχνος αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας, παραμένουν ακόμα ανυπέρβλητες.

Ίσως η συνεχιζόμενη κατάχρηση της εξουσίας από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς και τις παραφυάδες τους, με την εξαίρεση κάποιων βουλευτών και δημοσίων λειτουργών, όπου δεν εννοούν να παραμερίσουν τις προσωπικές φιλοδοξίες προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, να εκληφθεί ως αφορμή από τις γενιές που πλήττονται από την ανεργία ώστε να εξεγερθούν και να ανατρέψουν την κρατούσα κατάσταση και κυρίως να απαιτήσουν, και να τη δουν να εφαρμόζεται, η όποια τιμωρία κρίνεται απαραίτητη ώστε να πεισθεί ο λαός ότι όντως, έστω και με καθυστέρηση, τόσων ετών, έλαβε και στη χώρα μας μια επιχείρηση «καθαρά χέρια».

Αλλιώς το μέλλον μας επιφυλάσσει εκπλήξεις, με αιματηρές μάλιστα συνέπειες. Μόνον που την επόμενη φορά ελπίζουμε τα θύματα να μην είναι αθώοι πολίτες,  όπως στην περίπτωση των θυμάτων της Μαρφίν, που σημειωτέον, ακόμα περιμένουν δικαίωση. Κι όσο και αν θεωρούμε ότι η βία δεν είναι λύση, η πλήρης αδιαφορία που επιδεικνύουν οι κυβερνώντες για την ικανοποίηση του δίκαιου λαϊκού αιτήματος απόδοσης δικαιοσύνης για την κατάσταση στην οποία μας έφεραν οι επί σχεδόν 50 έτη κυβερνήσαντες,  μας επιτρέπει να αντιληφθούμε γιατί πολλοί Έλληνες πολίτες γυρεύουν επιχειρήματα ώστε να δικαιολογήσουν τον τρόπο που οι γόνοι των ευπόρων οικογενειών μας κυβερνούν.

Άλλωστε και ο Λένιν γόνος εύπορης οικογένειας ήταν.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

*Βιργινία Τσουδερού, κόρη του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού. Διετέλεσε βουλευτής της Ε.Κ.-Νέες Δυνάμεις, της Ε.Δ.Κ. και τέλος της Ν.Δ. 1989-90 και Υφυπουργός Εξωτερικών 1991-93

 

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

…  «Ἡ ἔμφυτος τάσις τοῦ βλακός, ἐξικνουμένη συχνότατα εἰς ἀληθῆ μανίαν ὅπως ἀνήκῃ εἰς ἰσχυρὰς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας πάσης φύσεως ὀργανώσεις, ἐξηγεῖται … ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀγελοποιήσεως, εἰς ἣν μονίμως ὑπόκειται, λόγω ἐλλείψεως ἀτομικότητος (ἐξ οὗ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κατὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ), …. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ τάσις αὕτη ἀμάχητον σχεδὸν τεκμήριον περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς πνευματικῆς του ἀναπηρίας.

Ἡ ἀκατανίκητος ἐπίσης τάσις τῶν βλακῶν πρὸς τὰς πάσης φύσεως ἀγελαίας ἐμφανίσεις (κοσμικαὶ συγκεντρώσεις καὶ causerie τρεφομένη ἐκ τῶν περιεχομένων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) καὶ διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) εἶναι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω αὐτονόητος.»

Τα ανωτέρω αποσπάσματα προέρχονται από το υπέροχο πόνημα του συγγραφέως Ευαγγέλου Λεμπέση «Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» το οποίο συνιστούμε σε όλους, βλάκες και μη, να αναγνώσουν πάραυτα καθώς πλέον ευρίσκεται ανηρτημένο στο διαδίκτυο οπότε δεν ευσταθεί η δικαιολογία ότι έχει εξαντληθεί η έκδοση.

Θα αποτολμούσα να στοιχηματίσω ότι ακόμα και οι βλάκες θα το απολαύσουν ακόμα και αν θεωρήσουν ότι δεν τους αφορά. Φυσικά το ερώτημα που τίθεται για πολλοστή φορά έγκειται στο κατά πόσον τόσον αξιόλογα συγγράμματα συμβάλλουν στην όξυνση του πνεύματος των αναγνωστών η αντιθέτως κάνουν τους αναγνώστες πολέμιους κάθε έκφρασης οξυδερκούς και εχέφρονος σκέψης, καθιστώντας τους έρμαια των πλέον ανοήτων και ευτελών σκέψεων ως αρμόζει σε κάθε βλάκα που θεωρεί εαυτόν ευφυή.Διερωτώμαι όμως, επίσης, κατά πόσον εφ’ όσον το Ελληνικό κράτος κυβερνάται από βλάκες, καθώς τα ανωτέρω χαρακτηριστικά φέρουν οι περισσότεροι από τους κρατικούς η δημοσίους λειτουργούς, έχει πιθανότητες να αποφύγει τον όλεθρο.

Και τούτο επειδή ως λέγει ο συγγραφέας «…Λαμβανομένης ἤδη ὑπ᾿ ὄψιν τῆς ἐπικαίρου ταύτης θέσεως τῶν κατωτέρων βαθμίδων καὶ προσώπων ἐν τῷ κοινωνικῷ  διαφορισμῶ καθίσταται ἀπολύτως νοητὴ καὶ ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας διὰ κοινοῦ μεταξὺ τῶν συνασπισμοῦ ἀναδεικνύοντος ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δι᾿ ὀργανωμένης ἀντιστάσεως (boycotage) πρὸς τὰ ἄνω καὶ παραλύσεως τῶν τυχὸν ἀντιθέτων ἐνεργειῶν τῶν ὑπερκειμένων παραγόντων πρὸς ἀνάδειξιν ἄλλου πράγματι ἱκανοῦ, προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δι᾿ ὀργανωμένης προωθήσεως προσώπου ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο καλεῖται κλίκα. Ὅτι τὴν ἐξέλιξιν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήση εἶναι φανερόν, ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ νομοτελειακὴ συνάρτησις τῶν ὡς ἄνω δεδομένων. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνάρτησιν τὸ φαινόμενον συνεχίζεται: «ἑνὸς βλακὸς προκειμένου μύριοι ἕπονται», ὁ δὲ οὕτω ἀνελθῶν βλὰξ θὰ προωθήση ὁ ἴδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα ἑαυτοῦ, μέχρις ὅτου ή μία βίαια ἔξωθεν ἐπέμβασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἄλλου τινὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκφυλισμὸς ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, ἐπιφέρει θεμελιώδη τινὰ ἀνατροπὴν ἢ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τοῦ ἐκφυλισθέντος ὀργανισμοῦ.»

Επειδή εγώ τουλάχιστον δηλώνω ότι απεχθάνομαι οιαδήποτε μορφή βίας, ιδίως όταν αύτη ασκείται κατά αδυνάμων και ανημπόρων πολιτών, όπως συμβαίνει κατ’ αυτήν την ιστορική περίοδο όπου διαδοχικές κυβερνήσεις  ανάλγητα και άνευ ηθικών ενδοιασμών έχουν οδηγήσει στην εξαθλίωση το μεγαλύτερο μέρος του υγιούς πληθυσμού της χώρας, ήτοι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, τους ελεύθερους επαγγελματίες  και τους επιχειρηματίες, διερωτώμαι με ποιο τρόπο μπορεί ο δύσμοιρος αυτός λαός να απαλλαγεί όχι των βλακών εν γένει, καθώς αυτοί, καθώς φαίνεται, είναι ανεξάντλητοι καθώς η βλακεία έχει εξελιχθεί σε επιδημική ασθένεια αλλά των βλακών που διοικούν το κράτος και το έχουν φέρει σε αυτή την οικτρή κατάσταση.

Οι πομφόλυγες, υπερφίαλοι πολιτικοί που κυβερνούν κατά τα τελευταία έτη γνωρίζουν ότι ο μόνος τρόπος σωτηρίας της χώρας είναι η ολοσχερής κατάργηση του δημοσίου. Τούτο πρέπει να γίνει δι’ αναθεώρησης του Συντάγματος οπότε δια της καταργήσεως της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων τούτο θα καταστεί εφικτό.

Οι πολιτικοί όμως των παραδοσιακών κομμάτων, δεν είναι τόσο βλάκες ώστε να μη γνωρίζουν ότι η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων θα έθετε σε κίνδυνο την παραμονή τους στη βουλή καθώς και οι πλέον βλάκες των ψηφοφόρων θα απαιτούσαν κάποιο ‘ρουσφέτι’ που όμως πλέον οι απελεύθεροι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν. Και τούτο επειδή η διατήρησή τους στη θέση τους δεν θα εξηρτάτο πλέον από τη βούληση του κάθε υπουργού-προστάτη αλλά από τα ίδια τους τα προσόντα τα οποία ακόμα και αν κάποιος τα αμφισβητούσε θα υπήρχε μια ανωτάτη, αδέκαστη αρχή, που θα επιβεβαίωνε την ορθότητά τους και θα τους προστάτευε από αυθαιρεσίες και αδικίες των πολιτικών.

Οι συνεχείς δε αξιολογήσεις όλων των δημοσίων υπαλλήλων από ιδιωτικές εταιρίες και όχι από επιτροπές συναδέλφων θα συνέβαλαν στη σταδιακή απαλοιφή εκείνης της παροιμιώδους θρασείας συμπεριφοράς που σε συνδυασμό με τη μικρή η  μηδαμινή κοινωνική προσφορά συνθέτουν το πορτρέτο του σύγχρονου, μέσου,  Έλληνα δημόσιου υπαλλήλου.

Άνευ δε της καταργήσεως του κράτους και της επανεκκίνησής του ουδεμία πιθανότητα υφίσταται αλλαγής της δυσώδους και τελματώδους αυτής κατάστασης που διέπει το ελληνικό κράτος. Και για αυτό, πέραν των αρχεγόνων ελαττωμάτων της ελληνικής φυλής που η θέση εξουσίας του δημοσίου υπαλλήλου εξακοντίζει σε υπερθετικό τυραννικό βαθμό, τα μάλα συμβάλλει η ίδια η φύση του άφιλου, αν μη εχθρικού, προς τον πολίτη, Κράτους και ιδίως η δαιδαλώδης, διεφθαρμένη και εν πολλοίς άχρηστη γραφειοκρατία του, που έχει αναπτυχθεί σε τοιούτο βαθμό από τους πλέον δαιμόνιους των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να διαφυλαχθούν τα, ανεντίμως, κτηθέντα προνόμια και να διασφαλισθούν εσαεί οι θέσεις τους, που δεν θα καταστραφεί παρά μόνον εάν εκριζωθεί και ριφθεί στο πυρ το εξώτερον.

Οπότε αν και απολαύσαμε το υπέροχο σύγγραμμα του Ευάγγελου Λεμπέση και συμφωνούμε με την άποψή του, διερωτώμεθα μήπως, τελικώς, οι «βλάκες» δημόσιοι υπάλληλοι τεραστία σημασία δεν έχουν για την κοινωνική ζωή, παρά μόνον για την κλίκα τους.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Απεφάσισα να γράψω ένα μη πολιτικό κείμενο για την Θεσσαλονίκη που επισκέφθηκα εκών άκων προ εβδομάδος επειδή η εν λόγω πόλη την οποία γνώρισα το 1976 για πρώτη φορά, ως φοιτητής, με σαγήνευσε και πάλι ως άθικτο, ανέγγιχτο από τον χρόνο, όμορφο, θελκτικό, θηλυκό.

Αν και η Αθήνα έχει θάλασσα, το παλαιό Φάληρο που αφυπνίζει μνήμες της νιότης μου όταν πηγαίναμε, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στον Μπάτη με τη μητέρα μου και τον μοναδικό μικρό μου αδελφό  για μπάνιο στη θάλασσα. Πιο μακριά τη Γλυφάδα με τις καμπάνες του Αστέρος, και την ανεξερεύνητη τότε Βουλιαγμένη, που κατέστη γνωστή και κοσμική χάρις στο πολυτελές ξενοδοχείο Astir Palace. Τέλος όσοι διαθέταμε μοτοσικλέτες χαιρόμασταν τα έρημα λιμανάκια της Βάρκιζας όπου άλλωστε το μαγιό αποδεικνυόταν περιττό. Ίσως γράφω αυτόν το μικρό πρόλογο για την Αθήνα από ενοχές που μου αρέσει περισσότερο η Θεσσαλονίκη. Ίσως πάλι να έχω βαρεθεί πλέον την Αθήνα εξ ου και η σύντομη αυτή διαμονή στη Θεσσαλονίκη να με έκανε να την ερωτευθώ, όπως μια ερωμένη ξεγελά, για λίγο ευτυχώς, το σύζυγο, και τον πείθει ότι διαθέτει χάρες που δεν διαθέτει η επί ετών σύζυγος η σύντροφος.  Επειδή τυγχάνω, μετά από δύο συζυγικές περιόδους, άνευ συζύγου, κατ’ αυτήν  την περίοδο, δεν πιστεύω ότι με έθελξε η όμορφη Θεσσαλονίκη λόγω των θέλγητρων της. Άλλωστε στα 18 μου χρόνια την πρωτογνώρισα, στα 18 με πλάνεψε, ακόμα και ο πρώτος μου έρωτας Θεσσαλονικιά ήταν, φέρω ακόμα το στίγμα τους μέσα μου.

Θυμάμαι τότε πως αγαπούσα αυτήν την πόλη κι ας μην πέρναγα πάντα καλά και υπέροχα, όμως ανέκαθεν ασκούσε πάνω μου μια περίεργη γοητεία που αφυπνίζεται ακόμα στο αντίκρισμά της, καθώς γεμίζει το βλέμμα μου από την έκτασή της καθώς οδεύω με το αυτοκίνητό μου προς την πόλη. Ποτέ δεν βαρέθηκα αυτή τη διαδρομή, από το σπίτι μου στο κέντρο της Αθήνας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης καθώς σχεδόν πάντα κατέλυα στο κέντρο της πόλης. Συνήθως σε ξενοδοχεία, Tourist, Ολύμπια, ABC, Mediteranee, Μακεδονία Palace, City, Holiday Inn, Capitol, Καψής, Αμαλία κ.ά. Όμως πρώτη μεγάλη μου αγάπη, παραμένει το Ολύμπια, κάτω από το Διοικητήριο, νυν Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, που από τα μπαλκόνια του απολαμβάνει ο ένοικος το ρωμαϊκό θέατρο. Απέναντι από το ξενοδοχείο ένα από τα πιο παλιότερα φημισμένα πατσατζίδικα της πόλης,  του Τσαρούχα. Σήμερα η Ολύμπου και οι λοιποί δρόμοι έχουν πλημμυρίσει από μπαράκια και εστιατόρια, ακόμα και μέσα στις στοές που κρύβονται πίσω από τα παλαιοπωλεία, του συρμού η της μόδας που λέμε. Λίγο πιο κάτω στη Βενιζέλου ο Χατζής και τα γλυκά του, σε μεγαλύτερο κατάστημα σήμερα.  Αυτός και ο παρασκευαστής κουλουριών πίσω από την Καμάρα γλύκαιναν τους στεγνούς από το ξενύχτι ουρανίσκους μας γύρω στις 5 το πρωί που αποσυρόμασταν στα δωμάτιά μας να αναπαυθούμε η και όχι, αλλά αυτά δεν γράφονται ακόμα στη συντηρητική Ελλάδα, μόνον γίνονται.

Γράφω ελεύθερα, οιστρηλατώντας, καθώς οι αναμνήσεις αφυπνίζονται στο νου από μια θορυβώδη, βρίθουσα εικόνων, μνήμη. Ο καιρός στη διαδρομή υπέροχος, ένας ήλιος  ζωοποιός  να ανοίγει για εμένα, τον μοναχικό καβαλάρη, μονοπάτι πάνω στη γη. Τριγύρω εξημερωμένη φύση, καταπράσινη, ευλογημένη οκτωβριανή εποχή που η γη αρχίζει να ανασαίνει απαλλαγμένη από τον κάματο του θέρους και στολίζεται με λουλούδια και φυλλώματα, προτού την προλάβει ο χειμώνας και την απογυμνώσει από τις ομορφιές της. Και κάπου εκεί, ξεχασμένος σε κάποιο μικρό επαρχιακό δρόμο, στέκει ολόρθος ατενίζοντας αγέρωχα τον αδάμαστο χρόνο, ο θρυλικός βασιλιάς της Σπάρτης με το Μολών λαβέ χαραγμένο στο μαρμάρινο βάθρο. Ο Λεωνίδας δια χειρός του γλύπτη Φαληρέα.  Εκεί στο στενό των Θερμοπυλών που πλέον οι επιχώσεις αιώνων έχουν μετατρέψει σε πεδιάδα. Λίγο μακρύτερα δίπλα στον Σπερχειό ποταμό, πάνω στο γεφύρι της Αλαμάνας μια άλλη ηρωική μορφή, ο Αθανάσιος Διάκος, στέκει αποτυπωμένος σε ψηφιδωτό ενώ στο βάθος διακρίνουμε τις στοιχισμένες αιωνόβιες λεύκες που προδίδουν την άλλοτε περίφημη ευθεία Παπαευθυμίου που κάποτε μας οδηγούσε στη Λαμία, στους μπεζέδες και κουραμπιέδες, τις χυλοπίτες της και φυσικά τα κοκορέτσια της.

Στη Ραψάνη, όπου φύεται η άμπελος που μας δίδει τον υπέροχο ερυθρό οίνο, είχαμε θαυμάσει έναν από τους τελευταίους γυπαετούς που ζούσαν στην Ελλάδα, και στον Πλαταμώνα, το ξενοδοχείο Μαξίμ, εξωραϊσμένο μας έφερε στο νου τον θανατηφόρο εκείνο σεισμό της συμπρωτεύουσας που μας πανικόβαλε πριν από 35 περίπου χρόνια. Εκεί καταλύσαμε όταν αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε την πόλη που στην Ιπποδρομίου θρηνούσε τους περισσότερους νεκρούς της. Λιτόχωρο και  Δίον, στο αριστερό μας χέρι υπό τη σκιά του τόπου των Αθανάτων, του υψηλότερου όρους μας του Ολύμπου και ύστερα η τελική ευθεία μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

Ένας γοργός περίπατος στην παραλία, ένας βιαστικός καφές περιτριγυρισμένοι από πλήθη κόσμου, κυρίως φοιτητόκοσμο, τα μαγαζιά γεμάτα από κόσμο, η θάλασσα γαλήνια, ήρεμη και ο ήλιος να δύει γλυκά μέσα της. Ένα κερί στην μητρόπολη, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, έναντι του κτιρίου που φιλοξενούσε την Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή όπου δεν διέπρεψα. Σήμερα εκεί στεγάζονται γραφεία της μητρόπολης και το ΑΒ. Λίγα μπισκότα από τον Μουρούζη, μια βόλτα στη Τσιμισκή εκεί που ο Θόδωρος Αγγελόπουλος επί ώρες τραβούσε πλάνα για το Μια αιωνιότητα και μια μέρα -εκεί τον γνώρισα-, το περίφημο πράσινο με τις μακαρονάδες του όπου δειπνούσαμε εξαντλημένοι από τις προβολές του φεστιβάλ αργά το βράδυ, ένα γρήγορο πέρασμα μέσα από την αγορά του Μοδιάνο, όπου πιάσαμε ψιλή κουβεντούλα στο πόδι με κάποιους Πόντιους για τη σειρά της ΕΤ3 «Μνήμη μου σε λένε Πόντο», – με σύμβουλο τον καθηγητή Κώστα Φωτιάδη, και σκηνοθέτες τους Κ. Χαραλάμπους και Ν. Αναγνωστόπουλο – που αν και ποτέ δεν πληρωθήκαμε, χάρηκα, ειλικρινά, που έγραψα!

Ως γνωστόν στη Θεσσαλονίκη το φαγητό είναι απόλαυση, όπως και τα γλυκίσματα, και φτηνότερο από την Αθήνα. Απήλαυσα τα μύδια στο «Κρασοδικείο» και στο «(Χωρίς) Σκαλάκια», το μπουγιουρντί και την πικάντικη που στην Αθήνα επιμένουν κακώς  να της προσθέτουν, αλί μας, σκόρδο, προσκύνημα στον πολιούχο της πόλεως Άγιο Δημήτριο,  και τέλος έναν ήσυχο ύπνο στο 411 δωμάτιο του ξενοδοχείου.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης