ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ
Διερωτώνται οι σώφρονες, νομοταγείς πολίτες κατά πόσον η σήψη της διαφθοράς έχει εισχωρήσει βαθιά στον κοινωνικό ιστό της χώρας μας. Όταν ανώτατοι λειτουργοί εν καιρώ πολέμου, επειδή ευρισκόμεθα εις πόλεμο και δη εμφύλιο, επιμένουν να φέρονται ως τυραννίσκοι αίσχιστου είδους διορίζοντες συγγενικά πρόσωπά τους στη Βουλή, όταν διορίζονται υπουργοί με μόνην περγαμηνή τους τη υποτακτική φιλία του με τους προέδρους των κομμάτων, όταν πληροφορούμεθα από έγκυρες πηγές ότι το ΣΔΟΕ έλαβε άνωθεν εντολή να μην οχλήσει γνωστό βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, γιατί να ενοχληθούμε όταν πληροφορούμεθα, για την διαγραφή, από τον αντιπεριφερειάρχη Στερεάς και Ευβοίας, των προστίμων πρατηριούχων συλληφθέντων παρανομούντων από τα κλιμάκια ελέγχου του υπουργείου Ανάπτυξης, για την επίθεση των κατοίκων της Ύδρας κατά των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, για την μετάθεση, αντί για την απόλυση, των τεθέντων σε διαθεσιμότητα, για τις βάρβαρες επιθέσεις κατά της εταιρίας εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων χρυσού στη Χαλκιδική, και για την άρνηση της διοίκησης των εκπαιδευτικών να αποδεχθούν αξιολόγηση των συναδέλφων τους και των δημοτών της Κορίνθου να αποδεχθούν στο στρατόπεδο τους, τους λαθρομετανάστες. Πλέουμε σε πελάγη ευφορίας έχοντες τη βεβαιότητα ότι για την άμοιρη πατρίδα μας και για το λαό μας δεν υφίσταται σωτηρία.
Κάποιοι έγκριτοι αρθρογράφοι/δημοσιογράφοι, στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα περιοριζόμενοι εν τούτοις σε νουθεσίες χωρίς να προτείνουν κάποια σοβαρά λύση. Εκθέτουν τα γνωστά σε όλους προβλήματα αποφεύγοντας εν τούτοις να υποδείξουν στους αρχηγούς των κομμάτων δραστικές λύσεις. Ίσως επειδή δεν υφίστανται λύσεις και απλώς οδηγούμεθα αργά αλλά σταθερά στην χρεοκοπία με τους κρατούντες να απομυζούν ακόμα και κατ’ αυτή την υστάτη στιγμή τα πενιχρά έσοδα του ελληνικού κράτους αδιαφορώντας παντελώς για τη μοίρα των γηγενών.
Τους οποίους χρησιμοποιούν ακόμα ως πιόνια για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Έχουν καταβαραθρώσει την ιδιωτική οικονομία, τους μόνους ικανούς για παραγωγή πολίτες αυτής της χώρας, προκειμένου να συνεχίσουν τη συντήρηση του αντιπαραγωγικού δημοσίου χώρου. Γνωρίζουν δε καλώς ότι λόγω της ανασφάλειας που διακατέχει τους δημοσίους υπαλλήλους σήμερα, εκείνοι έχουν πάψει να εργάζονται και να εισφέρουν έστω αυτό το ελάχιστο, ασήμαντο έργο, που απαιτείται προκειμένου να κινηθεί η ψυχορραγούσα ιδιωτική αγορά. Ανέκαθεν φυγόπονοι, πλην εξαιρέσεων, έχουν μετατραπεί σε ανδρείκελα που εμφανίζονται στις θέσεις τους απλώς και μόνον για να εισπράξουν τον οβολό τους. Τον οβολό μας. Μέχρι πότε θα αντέξουν οι εργατικοί, νομοταγείς ιδιώτες αυτή την κατάφωρη αδικία;
Και οι τρεις μοιραίοι ποδηγέτες μας τι πράττουν για αυτό? Επιμένουν ακόμα να καταπίουν την κάμηλον και να διυλίζουν τον κώνωπα αποφεύγοντας να θέσουν τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων. Τι απομένει λοιπόν στον απλό Έλληνα που εξακολουθεί να πιστεύει ότι το κατ’ επίφαση δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα έχει πιθανότητες να εξυγιανθεί; Πως και με ποιους; Όλοι σχεδόν οι πολιτικοί που μετέσχον σε κυβερνητικά σχήματα των προσφάτων ετών συνήργησαν προκειμένου να καταστραφεί η χώρα και τώρα είτε ποιούν την νήσσα είτε νίπτουν τας χείρας τους. Και οι λιγοστοί έντιμοι και ικανοί αποκλεισμένοι από οιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης έχουν μετατραπεί σε απολογητές μιας κυβέρνησης που δεν τους αντιπροσωπεύει, πιθανώς δε να τους αδικεί. Πως θα απαλλαγούμε λοιπόν από αυτούς τους θρασείς και ανενδοίαστους ακαμάτες που αφού ρούφηξαν το αίμα του λαού τον πετούν σήμερα στο κάλαθο των αχρήστων; Πως θα ανατρέψουμε μια διεφθαρμένη κατηγορία πολιτικών που επί σειρά ετών λυμαίνονταν το κράτος και καταδυνάστευαν τους πολίτες χωρίς να μετέλθουμε αυταρχικών και απολυταρχικών μεθόδων; Πως θα εξοβελίσουμε στο πυρ το εξώτερο όλους εκείνους τους ανήθικους και ανέντιμους πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς που διασπάθισαν προς όφελός τους το δημόσιο χρήμα καταδικάζοντας τους Έλληνες σε μια μακρά περίοδο φτώχειας και εξαθλίωσης; Αναγνωρίζουμε ότι υπερβάλουμε όσον αφορά την πρότασή που ακολουθεί όμως όσο και αν συλλογιστήκαμε άλλη δραστική λύση δεν βρήκαμε.
Σωτηρία, λοιπόν, από το δυσβάσταχτο άχθος των συγχρόνων πολιτικών, μπορεί να επέλθει με μια ενδεχόμενη σύρραξη με τους γείτονές μας, τους Τούρκους, που εποφθαλμιούν, ορθώς, ό,τι ελληνικό. Άλλωστε είναι ευκαιρία για εκείνους να επανακτήσουν μέρος της πατρίδος μας που, ας μην ξεχνούμε, επί 400 έτη, υπήρξε βιλαέτι τους καθώς και εμείς υποτελείς φόρου στον Σουλτάνο – οι Αθηναίοι στη Σουλτάνα. Και τι ποιούν οι πολιτικοί μας αστέρες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις εντεινόμενες απειλές των Τούρκων; Επειδή φυσικά ο λόγος των Γάλλων μας χόρτασε και το ψωμί τους, τις περίφημες μπαγκέτες, ας τις φάνε μόνοι τους. Εμείς μεγαλώσαμε με ελληνικό ψωμί.
Ευελπιστούμε ότι ο ελληνικός λαός , στην περίπτωση των Γάλλων, θα θυμηθεί την απαράδεκτη παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας μας το 1916 όταν χωρίς άδεια της νόμιμης κυβέρνησης κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη προκαλώντας την εισβολή των Γερμανών, όταν κατά την Μικρασιατική επιχείρηση, καίτοι κυβερνούσε το “poulain’ τους ο Ελ. Βενιζέλος απέσυραν τα στρατεύματα τους από την Κιλικία, επιτρέποντας στον Κεμάλ να ενισχύσει το μέτωπο έναντι των ελλήνων και τέλος όταν κατά την γερμανική ειβολή στην καταρρεύσασα χωρίς μάχη Γαλλία, συνεστήθη η φιλογερμανική κυβέρνηση του Vichy υπό τον στρατάρχη Petain και τον σοσιαλιστή Laval . Τι αναμένομε λοιπόν από τους Γάλλους συντρόφους; Μα φυσικά τίποτα. Ούτε άλλωστε από τους πολιτικούς μας.
Ένας πόλεμος, λοιπόν, είναι πολύ πιθανόν να είναι μια λύση μήπως καταφέρουμε από τις στάχτες του πολέμου να αναγεννηθούμε άσπιλοι και αμόλυντοι, έχοντας απαλλαγεί από τις σαθρές αντιλήψεις στις οποίες μας έχουν μυήσει οι επί σειρά ετών κυβερνώντες και οι «παρακοιμώμενοί» τους.
Πόλεμος πατήρ πάντων λέγει ο Ηρόδοτος. Και παρ’ όλο που στρατιωτικώς, ελπίζουμε να καταγάγουμε νίκη επί των τούρκων οικονομικά θα καταρρεύσουμε καθώς η διαλυμένη οικονομία μας αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός πολέμου. Και οι μετέχοντες στην κυβέρνηση θα υποχρεωθούν, προκειμένου να αποφύγουν ένα δίκαιο Γουδή – η εκτέλεση των εξ το 1923 έλαβε χώρα προκειμένου να απαλλαγεί η βενιζελική παράταξη από τους ικανούς αντιπάλους της καθώς όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί, βενιζελικοί και μη, ήσαν εξίσου ένοχοι οι μεν για την απαρχή της Μικρασιατικής εκστρατείας οι δε για τη συνέχισή της.
Αν λοιπόν οι Τούρκοι, που δεν χρειάζεται φυσικά να αναφέρουμε ότι ανέκαθεν υπεράνω όλων έθεταν το συμφέρον της πατρίδος τους, κινηθούν εναντίον μας με οιαδήποτε αφορμή, θεωρούμε βέβαιο ότι όποια και αν είναι η έκβαση της σύρραξης, η ελληνική οικονομία θα καταρρεύσει. Αν και απορρίπτουμε ως φαιδρή την άποψη ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε επιτυχώς τους Τούρκους, καθ’ότι το φρόνημα του στρατού δεν είναι υψηλό και το ηθικό δεν είναι ακμαίο, ενδόμυχα ευχόμαστε οι ελληνικές ένοπλοι δυνάμεις, επιτέλους, να απαλλαγούν από την «ρετσινιά» της Κύπρου και να μας κάνουν να νιώσουμε και πάλι υπερήφανοι που είμεθα Έλληνες.
Και προλαμβάνοντας τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών όσον αφορά την αδυναμία τους – και όχι αποτυχία τους -να διαφυλάξουν την Κύπρο αναγνωρίζω ότι μεγίστη ευθύνη φέρουν οι αρμόδιοι πολιτικοί που στη σχετικά σύντομη ιστορία του ελληνικού κράτους κατηύθυναν τις πολεμικές επιχειρήσεις από το πεντάγωνο η το υπουργείο, δηλαδή πολύ μακριά από το μέτωπο, θεωρώντας, κακώς, ότι αν εξέλιπαν ο αγώνας θα χανόταν. Μέγιστη αναλήθεια. Τουναντίον ίσως έτσι να μας απήλασσαν εγκαίρως από την παρουσία τους και έτσι να αποφεύγονταν τα δεινά που έχουν σωρευθεί εξ αιτίας της άφρονος πολιτικής τους επί του τραχήλου των Ελλήνων.
Όμως η ιστορική πραγματικότητα αποκλείει το ευκταίο αυτό ενδεχόμενο καθώς στην σύντομη ιστορία της Ελλάδος του 20ου αιώνα ουδείς πολιτικός έπεσε μαχόμενος στο πεδίο της μάχης. Ένεκεν αυτής της διαπίστωσης αντιλαμβανόμαστε το λόγο που, ιδίως προ του Β’ παγκοσμίου πολέμου, αρκετοί αξιωματικοί του στρατού που είτε είχαν επιτύχει νίκες, είτε είχαν διασώσει , μετά τις ήττες,τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού, κατέληξαν να αυτοχρισθούν πολιτικοί, επιβάλλοντας δικτατορίες και εκβιάζοντας πολιτικές λύσεις της αρεσκείας τους.
Ο λόγος ήταν η άφατη περιφρόνηση που έτρεφαν για τους περισσότερους, κυβερνήσαντες, πολιτικούς που εκτός από πομπώδεις λόγους και παραμυθητικούς της δεκάρας σπανίως παρήγαν έργο ωφέλιμο και χρήσιμο για το λαό, αρκούμενοι στην καλλίστη των περιπτώσεων στην εξυπηρέτηση της εκλογικής πελατείας της περιφέρειάς τους ώστε να διασφαλίσουν, συνήθως είτε εξαγοράζοντας είτε διαφθείροντας συνειδήσεις, την επανεκλογή τους.
Κατά τον τρόπο αυτό πορεύτηκε, κατά το πρόσφατο παρελθόν, η πολιτική ζωή του τόπου καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες στον κόσμο και παρέχοντάς τους αφειδώς «τζάμπα» χρήμα. ‘Η έτσι τους άφηναν να πιστεύουν. Και τώρα αυτός ο ίδιος λαός καλείται να πληρώσει για την επιπολαιότητά του, την φυγοπονία του και την εμπιστοσύνη που έδειξε στους συγκεκριμένους πολιτικούς. Προς στιγμή από την τσέπη του
Αύριο ίσως και με τη ζωή τους.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης