ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ (BEHOLD THE MAN)

1974 Freshman στο Κολλέγιο Αθηνών. Αστειευόμενος ο Μπάμπης Συμεωνίδης, εν ώρα μαθήματος, με κλώτσησεδυνατά  και το θρανίο μετατοπίστηκε προκαλώντας θόρυβο. Ο Π. Βασιλαράς, καθηγητής των μαθηματικών στραφείς προς εμένα και βλέποντας το σημάδι του παπουτσιού πάνω στο πανταλόνι μου με ρώτησε ποιός το έκανε. Φυσικά, απήντησα πως δεν γνώριζα. Μου ζήτησε να παρουσιασθώ αμέσως στον διευθυντή. Παρενέβη τότε ο Μπάμπης και ομολόγησε. Και συ μαζί, είπε ο καθηγητής. Διαμαρτυρήθηκε ο Μπάμπης ότι εγώ δεν έφταιγα. Ο καθηγητής είπε πως έφταιγα επειδή είχα καλύψει τον ένοχο. Έλαβε τότε το λόγο ο πρόεδρος του τμήματος, Δημήτρης Πόρτολος. Θεωρούσε ότι έπρεπε να επιβραβευθούμε και οι δύο για την θαρραλέα και ανδρική στάση μας. Αποτέλεσμα: Και οι τρεις οδεύσαμε στον διευθυντή. Αν δεν απατώμαι ο Μπάμπης και εγώ λάβαμε από 4 στίγματα, στα 5 ελάμβανες προειδοποίηση αποβολής και αμφότεροι είμαστε μαθητές με βεβαρημένο μητρώο διαγωγής! Κινδυνεύαμε να αποβληθούμε. Όμως ο υποδιευθυντής του ανωτάτου τμήματος, κ. Τσαγκαράκης, στάθηκε ανένδοτος.

Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, αιρετός γενικός γραμματέας, δεύτερος τη τάξει σε ψήφους, κατηγορήθηκα και διασύρθηκα από έναν πρόεδρο, τον οποίο, παρά τις επί μέρους διαφωνίες μου σε θέματα διαφάνειας και διαχείρισης του οργανισμού στον οποίον μετέχουμε, στηρίζω απόλυτα επί 14 συναπτά έτη.  Με ενόχλησε δε σφόδρα το εξής.

Με χαρακτήρισε χαφιέ η ρουφιάνο επειδή αρνήθηκα να αποκαλύψω τα ονόματα των μελών του οργανισμού με τα οποία έχω συνομιλήσει, ώστε να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε, τίνι τρόπω δεν γνωρίζω, τον η τους συγγραφείς μιας ανώνυμης επιστολής που εστάλη, σημειωτέον, μόνον σε έξι από τα επτά μέλη του Δ.Σ. και σε κανένα άλλο, από τα 500 περίπου, μέλη του οργανισμού. Αυτό το πρόσφατο περιστατικό στον οργανισμό επανέφερε στη μνήμη μου το μαθητικό περιστατικό του 1974 και με έκανε να αναρωτηθώ κατά πόσον άλλαξε κάτι στην ελληνική  κοινωνία, η μήπως οι κρατούντες την εξουσία συνεχίζουν να επιβραβεύουν την δουλοπρέπεια και την υποτέλεια αντί να τιμούν την ελευθεροφροσύνη  και την παρρησία.

Δύο Έλληνες, με σαράντα έτη διαφοράς, αμφότεροι μη προσκείμενοι στους Ιακωβίνους, πρεσβεύουν ότι υψίστη αρχή οφείλει να είναι η άκριτη υπακοή στα κελεύσματα και τις επιταγές της όποιας εξουσίας. Μια σχέση υποτέλειας που ουδόλως αρμόζει σε ελεύθερους πολίτες χώρας με δημοκρατικό, έστω κατ’ επίφαση, πολίτευμα. Διερωτώμαι λοιπόν κατά πόσον υφίστανται, μικρές έστω, πιθανότητες να επέλθει οιαδήποτε αλλαγή στην αντίληψη που διέπει το μέσο Έλληνα. Το μέσο Έλληνα που, απ’ ότι φαίνεται, δεν άλλαξε καθόλου κατά τα τελευταία 40 έτη παρά τα συγκλονιστικά γεγονότα που βίωσε, όπως η εγκληματική απώλεια της Κύπρου, που στοιχειώνει τον ύπνο πολλών εντίμων και αγνών πατριωτών, η ηθική και οικονομική κατάρρευση του κράτους λόγω της άφρονος πολιτικής κυρίως των κατ’ ευφημισμόν σοσιαλιστών και των ΜΜΕ που τους στηρίζουν, η έντεχνη διαστρέβλωση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας όπου οι Έλληνες διαχωρίστηκαν σε κακούς και καλούς ανάλογα με τα συμφέροντα που εξυπηρετούσαν, και χωρίς να θέλω να φανώ μελοδραματικός, τολμώ να υποστηρίξω ότι οι άγνωστοι στρατιώτες που σκοτώθηκαν για να διαφυλάξουν την ελευθερία της πατρίδος και που τη θυσία τους ουδείς τιμά σήμερα, κακώς έπραξαν. Όπως και οι φονευθέντες στην Κύπρο και εκείνοι που θα χαθούν στον επόμενο πόλεμο.

Όλοι μας ανεξαιρέτως έχουμε σφάλλει αν παρά τις θυσίες μας η αντίληψη του μέσου Έλληνα παραμένει ίδια και απαράλλακτη από την απελευθέρωση η ορθότερα από τη σύσταση, από τις ξένες δυνάμεις, του νεωτέρου ελληνικού κράτους. Αντί για υψιπετείς πολίτες προετοιμάζουμε χαμερπή ανθρωπάρια, με άχρηστα πτυχία και στείρα γνώση, άτομα προορισμένα να υπακούν τυφλά για ένα ξεροκόμματο, ανθρώπους διατεθειμένους να πουλήσουν τη ψυχή τους σε ένα σαθρό και διεφθαρμένο κράτος, όχι φυσικά για την ομορφιά της Μαργαρίτας, αλλά για την αρρωστημένη αίσθηση εξουσίας, ασήμαντης και πρόσκαιρης, πάνω στους συμπολίτες μας, που προσφέρεται αφειδώς σε οιονδήποτε υπηρέτη της εξουσίας.

Κι αν επί των οφθαλμών ελαχίστων υπηρετών της εξουσίας αντανακλάται η εικόνα του καρατομηθέντος Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ηρνήθη να σταματήσει να ασκεί κριτική στα αίσχη της Ηρωδιάδος, στους περισσότερους, το σκοτεινό, άχρωμο βλέμμα τους προδίδει μόνον τη  βλακεία και τη δουλοπρέπεια των Φαρισαίων, και τα άφιλα χείλη τους αποζητούν μόνον την ηδονή του ασπασμού της παρειάς  του αγνώστου Ιησού που περιφέρεται ανάμεσά μας.

Μέχρις ότου όπως έγραψε και ο Moorcock στο βιβλίο του Behold the Man (Ίδε ο άνθρωπος) εμφανισθεί σήμερα κάποιος από το μέλλον και επαναληφθεί η ιστορία εκείνου του μοναδικού ανδρός, υιού θεού, πού ήρε τις αμαρτίες του κόσμου και δίδαξε τους ανθρώπους την αγάπη και τη φιλευσπλαχνία και απέθανε, δι’ ημάς, μαρτυρικά, επί του σταυρού.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης