DE PROFUNDIS (ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ)

Προ ημερών συναντηθήκαμε κάποιοι, εξ επαγγέλματος, φίλοι. Όλοι ελεύθεροι επαγγελματίες πλην ενός δημοσίου υπαλλήλου που συνεχίζει να εισπράττει κανονικά το μισθό του – και η σύζυγός του το δικό της και τυγχάνουν ιδιοκτήτες του διαμερίσματός τους – και έχει την τύχη να δημιουργεί με έξοδα του δημοσίου. Ίνα γίνω λοιπόν σαφής η τετραμελής αυτή οικογένεια ζει με 2.000 ευρώ το μήνα και επιπλέον εκείνος επιβαρύνοντας εμάς τους ανέργους συνεχίζει εν μέσω κρίσεως να παράγει αμφιβόλου αξίας καλλιτεχνικό έργο, που μετά βεβαιότητας ούτε οβολό θα φέρει πίσω στο ταμείο, ούτε ουδείς στην Εσπερία θα καταλάβει καν ότι παρήχθη. Και μέχρις εδώ καλώς κακώς αυτή είναι η διεφθαρμένη χώρα μας, τις παθογένειες του κρατισμού υφιστάμεθα, όμως αν μη τι άλλο αναμέναμε ότι ο εν λόγω φίλος θα ήταν πιο φειδωλός στις εκφράσεις δυσαρέσκειάς του αφού περνάει ζωή και κότα όταν εμείς οι υπόλοιποι την ανάγκην φιλοτιμία ποιούμε, εκόντες άκοντες. Τώρα που το ξανασκέπτομαι ομολογώ ότι μας θαυμάζω. Εάν μόλις προ έτους ένας τέτοιος φίλος ενώπιον ανέργων, εμού περιλαμβανομένου,  εξεστόμιζε ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κάποιος με 2.000 ευρώ χωρίς νοίκι, θα είχαμε εκμανεί και πιθανότατα θα τον είχαμε κατακεραυνώσει. Εφέτος είτε λόγω αδυναμίας, η παρατεινόμενη ανεργία απομυζεί όλη μας την ικμάδα και μας καθιστά ράκη, είτε λόγω ωριμότητας, έστω μετά από πάροδο 55 ετών, σιωπήσαμε ανταλλάσοντας απλώς συνένοχα βλέμματα μεταξύ μας.

Η αμετροεπής αυτή συμπεριφορά των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών με αναστατώνει. Δύσκολα συγκρατώ το θυμό μου όταν ακούω ανθρώπους που αμείβονται κανονικότατα χωρίς να παράγουν έργο, απλώς και μόνον επειδή ανήκουν, οι περισσότεροι εξ αυτών, στην κάστα των πραιτοριανών των πολιτικών, που παρασιτούν επί σειρά ετών εις βάρος μας και εξ αιτίας των οποίων μας αναμένουν μέρες πολύ χειρότερες από ό, τι έχουμε ζήσει μέχρι σήμερα. Και παρόλο που αναγνωρίζω ότι η ειλικρίνεια, ιδιαίτερα από ένα διαπρύσιο επικριτή του δημοσίου, δεν είναι αποδεκτή ακόμα και από ανθρώπους που κατ’ αυτήν την περίοδο υποφέρουν χωρίς πιθανότητα ίασης του προβλήματός του διερωτώμαι:

Πόσο ειλικρινής μπορεί να υπάρξει οιοσδήποτε εάν δεν ανήκει σε κάποιο τάγμα μοναχών, αν δεν τυγχάνει πεφωτισμένος η αιμοσταγής τύραννος η τέλος αν δεν έχει επιλέξει να υπηρετεί μέχρι τέλους την προσωπική του άποψη, ην φυσικά θεωρεί, ως τη μόνη αληθινή; Πόσο ένας άνθρωπος που ζει μέσα σε μια κοινωνία, την οιαδήποτε κοινωνία, μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του για κάθε τι, ιδίως δε αν πιστεύει, και εξού γίνεται επικριτικός, ότι η κοινωνίας εντός της οποίας συνέβη να υπάρξει τυγχάνει σαθρή και διεφθαρμένη, μια κοινωνία σαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα, τα οποία όμως αντίθετα από το βιβλίο του Λωτ, στην εποχή μας ανθίζει και μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε μια τέτοια κοινωνία δυσώδη και αηδή τείνει να μετατραπεί η χώρα μας και ακόμα και ο υπέροχος ήλιος μας δεν καταφέρνει να αποδιώξει τη ζοφερή σκιά της σήψης και της διαφθοράς που έρπει ολόγυρά μας, καταπίνοντας τον έναν μετά τον άλλον, μετατρέποντας τους Έλληνες σε ρινόκερους του Ιονέσκο. Τους Έλληνες της Ελλάδος επειδή ευελπιστώ, και μυχίως εύχομαι, να διασωθούν οι Έλληνες της διασποράς, γηγενείς η επήλυδες, που πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δική τους την Ελλάδα θα κάνουν. Πρώτα όμως θα χρειασθεί να δοκιμασθεί από τις επτά πληγές των φαραώ, όχι απαραίτητα τις ίδιες ακριβώς, όμως εξ ίσου οδυνηρές και επώδυνες. Ίσως τότε μόνον οι Έλληνες επανεύρουν τον παλιό χαμένο εαυτό τους, εκείνον που διδαχθήκαμε όταν ήμασταν παιδία στο σχολείο και που σταδιακά από το 1974 κάποιοι επιτήδειοι με την αλόγιστη υποστήριξη μέρους του λαού φρόντισαν να εξαφανίσουν από προσώπου γης. Στη θέση του ανήγειραν ένα τεράστιο είδωλο του Κράτους, στο αδηφάγο στόμα του οποίου θυσίαζαν επί σειρά ετών μυριάδες νεαρών, αγνών ψυχών. Κάτι σαν τους 7 νέους και τις 7 νέες που απέστελε ο Αιγεύς στην Κρήτη ώστε να κορεσθεί η πείνα του Μινώταυρου. Μόνον που εκείνοι οι 14 νέοι, έστω άδικα φονεύονταν μαρτυρικά, ενώ οι σύγχρονοι νέοι που οδηγούνται από τους γονείς τους και τους πολιτικούς καθοδηγητές τους στη πύλη του Κράτους παραμένουν εκεί μέσα εσαεί κάτι σαν νεκροζώντανοι καταδικασμένοι να μην προσφέρουν ποτέ τίποτα στην πατρίδα, στην κοινωνία, στο συνάνθρωπό τους. Δεν είναι τυχαίο που καίτοι η κατάσταση βαίνει προς το χειρότερο και ανά πάσα στιγμή η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί εκτός ευρωζώνης αρκετοί από αυτούς μιλούν και φέρονται αδιαφορώντας παντελώς για την ενδεχόμενη αυτή εξέλιξη. Και παραδέχομαι ότι  ποσώς με πειράζει ενδεχόμενη έξοδος της χώρας από το ευρώ, όποιες και αν είναι οι συνέπειες για την οικονομία της χώρας. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι το έγκλημα απαιτεί τιμωρία και στην Ελλάδα πολλοί επί σειρά ετών εγκληματούν χωρίς ουδείς μέχρι σήμερα να έχει τιμωρηθεί για όλα αυτά τα κατά συρροή εγκλήματα εις βάρος του ελληνικού λαού. Ας επιπέσει λοιπόν στην κεφαλή μας ο κεραυνός του τιμωρού Διός και ας πλημμυρίσει η χώρα μας με τα νερά του Ποσειδώνα. Τέλος ας ανοίξει χάσματα κοχλάζοντα ο Πλούτων και ας παρασύρει στην κόλαση ικανό αριθμό Ελλήνων. Αν είναι γραφτό να πάψουμε να υφιστάμεθα επί προσώπου γης, ας χαθούμε. Δεν θα χάσει ο κόσμος από την απώλεια των συγχρόνων Ελλήνων, η ορθότερα των Ελλαδιτών. Αν πάλι καταφέρουμε να επιβιώσουμε και σταθούμε πάλι στα πόδια μας και ορθώσουμε το ανάστημά μας, ίσως τότε φροντίσουμε να μην επαναλάβουμε τα εγκληματικά σφάλματα των τελευταίων 40 ετών και αποφασίσουμε να καταστρέψουμε συθέμελα το αισχρό αυτό Κράτος που έθρεψαν οι πολιτικοί μας με μόνο στόχο τον πλουτισμό τους εις βάρος του ελληνικού λαού με τη βοήθεια των πραιτοριανών τους δημοσίων υπαλλήλων. Και επειδή δεν θέλω να αδικήσω όλους τους δημοσίους υπαλλήλους θα υπενθυμίσω ότι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατά τη Γερμανική κυριαρχία, την ευθύνη για τους ταλαίπωρους αιχμαλώτους είχαν αιχμάλωτοι. Και ο νοών νοείτω. Ας ευχηθούμε λοιπόν να τελειώσει το μαρτύριο το οποίο βιώνουμε, το συντομότερο δυνατόν, και αφού δεν έχουμε το θάρρος να εγερθούμε κατά της καθεστηκυίας τάξεως και να την ανατρέψουμε αλλά συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε με αθώες ψυχές το Κράτος της Βίας, που απλώς μεταλλάχθηκε χωρίς κάτι να αλλάξει, αφού δεν έχουμε το ψυχικό σθένος να μετατραπούμε σε καμικάζι η τσιχαντιστές, αφού δεν θέλουμε να θυσιάσουμε κάτι δικό μας, αλλά δεν μας πειράζει να μας θυσιάζουν οι άλλοι, αφού τέλος δεν είμαστε ικανοί να κερδίσουμε έναν πόλεμο, τότε δεν έχουμε κανένα λόγο να συνεχίσουμε να υπάρχουμε.

Εγώ πάντως δεν θα χύσω δάκρυ.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

Υ.Γ. Ο κ. Χ. Γιανναράς έχει πει – όχι πως δεν το γνώριζα- ότι οι Δυτικοί κατέχουν καλύτερα από εμάς ό,τι αφορά την Ελλάδα και ότι θεωρούν ότι εκείνοι είναι συνεχιστές του ελληνικού πολιτισμού. Αν μη τι άλλο λοιπόν ό,τι άξιζε από εμάς (τους Έλληνες), δηλ. ο αρχαίος (κλασικός) και –μερικώς-ο βυζαντινός πολιτισμός θα συνεχίσει να υφίσταται, να μνημονεύεται και να λατρεύεται. Οπότε κοιμώμαι ήσυχος.

  1. Το De profundis είναι έργο του Όσκαρ Ουάιλντ