ΔΕΝ ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ ΕΤΣΙ
Δεν μεγαλώσαμε έτσι. Με ευχαρίστησε μια κυρία, κάποιας ηλικίας, επειδή προσφέρθηκα να πάω να της φέρω καφέ ώστε να μην σηκωθεί από τη θέση της. Τη ρώτησα απορημένος γιατί. «Δεν συνηθίζεται σήμερα», μου είπε με απόλυτη φυσικότητα. Ειλικρινά δεν δύναμαι να αντιληφθώ πως είναι δυνατόν εμείς μόνοι από όλη την Ευρώπη να έχουμε καταντήσει τόσο άξεστοι και αγενείς. Οι φίλοι μου και συμμαθητές μου, προ 50 ετών, δεν διανοούνταν καν να φερθούν απρεπώς και θυμούμαι καθαρά πόσο αηδιαστικό θεωρούσαμε το «πτύειν», γνώρισμα των προερχομένων από τις λαικότερες τάξεις ανδρών, όπως και τη περίφημη «μούτζα», συνοδευόμενη από τη φράση «Πάρτα» η «Πάρτα να μη στα χρωστάω». Έχουν παρέλθει όπως προανέφερα 50 έτη από το πέρας των μαθητικών χρόνων της γενιάς μου αλλά ακόμα διατηρούνται νωπές στη μνήμη πολλές στιγμές εξαιρετικής συμπεριφοράς, τόσο από τους μικρούς, όσο και από τους μεγάλους.
Μια εξ εκείνων αφορά το δάσκαλό μου Ωδικής Μάρκο Δραγούμη, υιό του Φιλίππου και ανιψιό του δολοφονηθέντος από βενιζελικούς παραστρατιωτικούς Ίωνα.
Στο Κολλέγιο Αθηνών, στο δημοτικό, οι άτακτοι τιμωρούνταν δια ραβδισμού, και δη με ζαχαροκάλαμο. Οι πάρα πολύ άτακτοι (σήμερα θα τους χαρακτήριζαν αντιδραστικούς και θα τους ήθελαν στις τάξεις τους όλες οι αριστερές νεολαίες) δέχονταν δύο ραβδισμούς επί της πυγής τους και επί ώρες, λόγω αφόρητου πόνου, ήταν αδύνατον να κάτσουν).
Οι τελευταίοι επιβαίνοντες του 16Α , πούλμαν του Κολλεγίου, που μας αποβίβαζε γωνία Λυκαβηττού και Σόλωνος προκειμένου να ‘εκδικηθούμε’ τη βάσανον που υφίστατο κάθε πρωί ο συμμαθητής μας Τζώνυ Βεκρής – ο οποίος ατυχώς δεν ευρίσκεται μεταξύ μας πλέον – από τον οδηγό του σχολικού (τον έπιανε από τις φαβορίτες και τις τραβούσε προς τα επάνω, χειρονομία που προκαλούσε πόνο μέχρι δακρύων στο Τζώνυ)αποφασίσαμε να του δώσουμε ένα «μάθημα». Οι τέσσερις λοιπόν αυτοβαπτισθέντες σωματοφύλακες, Άρης Ζαμπίκος, Γιώργος Κλεώπας, της Στ’ Δημοτικού και Πάνος Γουτάκης και εγώ της Ε’ Δημοτικού σκαρφιστήκαμε το εξής. Προτού αποβιβασθούμε του πούλμαν σπάσαμε αμπούλες που περιείχαν δακρυγόνο. Την επομένη πληροφορηθήκαμε ότι ο οδηγός, εξ αιτίας των δακρύων, παρ’ όλίγον να χάσει τον έλεγχο και να τρακάρει. Ουδείς όμως μας απεκάλυψε πως μας συνέδεσαν με τα δάκρυα!
Εγώ πιστεύω ότι την επομένη το πρωί είτε στην στάση, επί της πλατείας Κολωνακίου, είτε εντός του λεωφορείου, κάποιος από εμάς, αν όχι όλοι μας, θα κομπάσαμε για το κατόρθωμά μας και κάποιος θα μας κατέδωσε στον τότε διευθυντή του δημοτικού Ελευθέριο Δεληγιάννη, ος μας επέβαλε την ποινή του ραβδισμού με το ζαχαροκάλαμο. Δις μάλιστα. Απανωτά. Άκρως επώδυνη τιμωρία. Πέραν όμως της βάρβαρης αυτής τιμωρίας και άλλη μας ανέμενε! Εκλήθησαν οι γονείς μας προκειμένου να πληροφορηθούν τα καμώματα των απογόνων τους. Την απαράδεκτη συμπεριφορά των κακομαθημένων τέκνων τους προς έναν πτωχό εργαζόμενο. Ότι ο πτωχός εργαζόμενος αρεσκόταν να βασανίζει τα παιδιά από το ένα αυτί τους μπήκε και από το άλλο τους βγήκε επειδή τότε και κατά τη γνώμη μου ουδένα έβλαψε «το ξύλο» με μέτρο, άλλωστε από τον Παράδεισο «βγήκε» κατά την λαοφιλή ταινία.
Ατυχώς η προσπάθεια της θείας μου Ευαγγελίας Σοφούλη η οποία συνόδευε τη μητέρα μου Βέλλη Κονταργύρη έπεσε στο κενό και μετά από λίγο υποχρεώθηκα να σκύψω και να υποστώ το διπλό ραβδισμό, δαγκώνοντας τα χείλη μου, ώστε να μην επιτρέψω να μου ξεφύγει ούτε ψίθυρος κραυγής. Αληθινός Μικρός Ήρωας, κατά το υπέροχο πόνημα του Στέλιου Ανεμοδουρά το οποίο ‘ξεκοκκαλίζαμε» κατά εκείνα τα χρόνια, αν και εγώ τότε έμοιαζα πιο πολύ με έναν μικρό Σπίθα στο σουλούπι.
Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να ξεχάσω τον πόνο που επί ώρες με ταλάνιζε παρ’όλο που είχα φροντίσει να φορέσω τριπλά εσώρουχα και να φασκιωθώ με χαρτί υγείας καθώς δεν ήταν η πρώτη φορά που το ζαχαροκάλαμο έπιπτε επί της τρυφεράς πυγής μου. Και ως γνωστόν «Ο παλιός είναι αλλιώς» το οποίο σημαίνει «γνωρίζει».
Ας σημειωθεί, και φυλάττω ακόμα τους ελέγχους μου, ότι ήδη από το δημοτικό είχα πρόβλημα με τη διαγωγή μου, η ορθότερα οι δάσκαλοι είχαν πρόβλημα με τη διαγωγή μου, εξ ου και με κοσμούσαν με κοσμία, ακόμα και με μετρία – άπαξ νομίζω, ώστε να μην μπορώ να εκλεγώ στα μαθητικά συμβούλια και αποκτήσω βήμα. Μέχρι σήμερα διερωτώμαι τι «εγκλήματα» άραγε διέπραττα, φορώντας ακόμα κοντά πανταλόνια, ώστε να τιμωρούμαι κατά αυτόν τον τρόπο καθ’όλη τη διάρκεια της θητείας μου σε εκείνο το σχολείο; Καθώς όλοι όσοι με είχαν τιμωρήσει έχουν απέλθει εις τόπον χλοερόν μάλλον δεν πρόκειται πλέον να μάθω.
Πάντως αρκετά χρόνια αργότερα ο άνθρωπος, η χειρ του οποίου κρατούσε τη ράβδο που έπιπτε επί της πυγής μου, ο διευθυντής του Δημοτικού και τότε πρόεδρος της Περιηγητικής Λέσχης, Ελευθέριος Δεληγιάννης, δέχτηκε να προλογίσει την πρώτη, και τελευταία, ποιητική συλλογή του υποφαινόμενου, εκδοθείσα στον Ι.Γ.Βασιλείου, υιό και διάδοχο του περίφημου Βασιλείου που ο Καρυωτάκης αναφέρει ως εξής στη «Σταδιοδρομία» – αλλά με τη δύση του ηλίου θα πηγαίνω στου Βασιλείου εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους, λογίους και τους διδασκάλους. – Σε έτερο άρθρο θα γράψω για την άκρως δυσάρεστη εμπειρία μου με την επιτροπή του ιδρύματος Ουράνη.
Όλη αυτήν την ιστορία, με τα παρακλάδια της, σας την αφηγήθηκα για άλλο λόγο. Για τη σκηνή που διαδραματίστηκε μετά την επιβολή της τιμωρίας, όταν υποφέρων εισήλθα στη τάξη της Ωδικής προκειμένου να συνεχίσω το μάθημα. Ο δάσκαλός μας Μάρκος Δραγούμης είχε σηκώσει τα παιδιά της χορωδίας του τμήματος, αμιγώς άρρενα καθώς τότε το Κολέγιο δεν ήταν μεικτό, να τα ακούσει να τραγουδούν. Προτού προλάβω να κατευθυνθώ προς το θρανίο μου, με κάλεσε να μετάσχω στη χορωδία. Τα έχασα. Ήταν γνωστό τοις πάσι ότι ήμουν φάλτσος και ότι ουδέποτε είχα μετάσχει σε οιαδήποτε χορωδία. Και επιπλέον δεν γνώριζα τα τραγούδια, πλην ίσως κάποιων ελαχίστων, όπως τον αμαξά, «Όταν φόρτωνα στ’αμάξι…»΄και φυσικά το “Oh Suzanna” που συνηθίζαμε να τραγουδούμε, περιστασιακά, όταν συγκεντρωνόμασταν όλες οι τάξεις μαζί στο αμφιθέατρο του σχολείου. Και δεν ήμουν και αγαπημένος του μαθητής!
Στάθηκα λοιπόν στη δεύτερη σειρά της χορωδίας, με την απορία να αυξάνει στον παιδικό νου μου, αν και καμία σκέψη δεν βοηθούσε να ξεπεράσω την αίσθηση του αφόρητου πόνου που ένοιωθα ένεκα του ραβδισμού και τότε, τότε, ως διά θείας επιφοιτήσεως, κατάλαβα γιατί ο Μάρκος Δραγούμης με είχε καλέσει στη χορωδία άμα τη εισόδω μου στην τάξη. Για να μην κάτσω στο θρανίο. Για να μη φανεί ότι δεν μπορούσα να κάτσω επειδή λόγω του ερεθισμού θα ήταν αδύνατον να κάτσω κανονικά, οπότε η τάξη θα με κοίταζε με συμπόνια, κάποιοι θα χαμογελούσαν χαιρέκακα, ίσως και να προέβαιναν σε άκομψα σχόλια, ακόμα και οι φίλοι μου θα με λυπόνταν. Και ο δάσκαλος δεν το ήθελε αυτό. Είχα τιμωρηθεί για το ατόπημα στο οποίο είχα υποπέσει, δεν υπήρχε λόγος να διασυρθώ κιόλας. Αυτός ήταν ο Μάρκος Δραγούμης. Για αυτό με κράτησε όρθιο καθ’όλη τη διάρκεια του μαθήματος μέχρις ότου χτύπησε το κουδούνι και μας άφησε ελεύθερους. Δεν μου μίλησε εκείνη τη μέρα, πέραν του προστάγματος να μετάσχω της χορωδίας, ούτε ποτέ άλλοτε για εκείνο το γεγονός.
Και μέχρι σήμερα όταν αναλογίζομαι εκείνη την τόσο αβρή χειρονομία του αναρωτιέμαι, μερικές φορές με δάκρυα στα μάτια, που σφάλαμε, ποιοι έσφαλλαν, γιατί εγώ δεν ξέχασα τη λεπτότητα της συμπεριφοράς εκείνου του δασκάλου – παρεμπιπτόντως σπουδαίου επιστήμονα επίσης – κι όποτε μου δίδεται η ευκαιρία προσπαθώ να τον μιμηθώ, και δεν ξεχνώ, όποτε μου δίδεται η ευκαιρία, να την αναφέρω ώστε να πληροφορούνται οι νεώτεροι τι δασκάλους είχαμε, τι προγόνους είχαμε, με τι αρχές ανατραφήκαμε, με τι αξίες μας γαλούχησαν και εκείνοι και οι γονείς μας.
Κι αν εγώ σήμερα ανέφερα το Μάρκο Δραγούμη, το δάσκαλό μου, και αυτό το περιστατικό, αύριο θα αναφέρω ένα άλλο περιστατικό, μια άλλη επίδειξη μεγαλοσύνης και μεγαλοθυμίας, κάποιου άλλου δασκάλου, κάποιων άλλων συμμαθητών που πήραν το «νόμο» στα χέρια τους για να εξαλείψουν την αδικία και τιμωρήθηκαν και δεν σκέφθηκαν καν να διαμαρτυρηθούν. Ούτε όμως μετανόησαν, ούτε αλλαξοπίστησαν. Και είμαι σίγουρος ότι αν ο Τζώνυ ήταν ακόμα ανάμεσά μας και μας χρειαζόταν θα το ξανακάναμε, ξανά και ξανά. Γιατί εμείς έτσι μεγαλώσαμε, με Δραγούμηδες και Δεληγιάννηδες, με πράξεις επιπόλαιες αλλά που εμπεριείχαν ηρωικά στοιχεία, έστω αυταπάρνησης, και δεν καταλαβαίνω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω, πως καταντήσαμε έτσι ασήμαντοι και αξιολύπητοι.
Και εξ αιτίας μας και η πατρίδα.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης