ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ 3
Η Λάρισα, υπό 40 βαθμούς, παρά την κοπιώδη μεν, αγόγγυστη δε προσπάθεια να προλάβουμε να κινηματογραφήσουμε, οι τρεις caballeros, τα πολλά, υπέροχα, μνημεία της και τις φυσικές ομορφιές της, κατάφερε να με γοητεύσει. Κάποιοι θα το θεωρήσουν φυσικό επειδή θεωρούν ότι είναι μια όμορφη πόλη, άλλοι θα διαφωνήσουν, εγώ θα σιωπήσω επειδή ανέκαθεν πρέσβευα ότι τα συναισθήματα που αφυπνίζονται, δεν οφείλονται στην πόλη, αλλά στους ανθρώπους της, εκείνους τους λίγους, που η τύχη φέρνει στο δρόμο μας και με τους οποίους μοιραζόμαστε κάποιες, λίγες, φευγαλέες στιγμές, καθώς ο χρόνος όλων πλέον, λόγω της κρίσεως, επικρέμαται απειλητικός υπέρ του τραχήλου μας, ιδίως δε δι’εκείνους που δεν ανήκουν στη συνομοταξία των οιονεί αγκιστρωμένων εις το στήθος της μητρός-Κράτους από το οποίο σιτίζονται εφ’όρου ζωής ακόμα και αν ουδέν προσφέρουν στη δύστηνη μητέρα.
Στην περίπτωση της Λάρισας ή ίσως ορθότερα στην περίπτωση της γόνιμης, εποικοδομητικής και δημιουργικής περιπέτειας των τριών caballeros, Κακαβά, Αλεξανδρή, Καρδακάρη, που προσήλθαν στη Λάρισα προκειμένου να καταγράψουν την μακραίωνη ιστορία της και να παρουσιάσουν στο ευρύ κοινό, μέσω της δημόσιας τηλεόρασης, ΕΡΤ, πως απελευθερώθηκε, αμαχητί, η Θεσσαλία το 1881, γεγονός που οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούν, η μητέρα-οικοδέσποινα της Λάρισας ενσαρκώθηκε στην αγαπητή και προσηνή μορφή της κυρίας Σταυρούλας Σδρόλια, διευθύντριας της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λάρισας. Μερικές φορές τα λόγια περιττεύουν, η δεν αρκούν για να περιγράψει κάποιος μια τόσο μοναδική οικοδέσποινα, που κυριολεκτικά όργωσε μαζί μας όλη τη Λάρισα, προκειμένου να μας παρουσιάσει τις ομορφιές της, φανερές και μη, τις οποίες δεν προτίθεμαι να αποκαλύψω ώστε να κινήσω την περιέργεια κάποιων και να επιλέξουν να παρακολουθήσουν το εν λόγω ντοκιμαντέρ. Θα αναφέρω όμως ότι οι στιγμές μας στη Λάρισα, και δεν ήταν λίγες, εξακολουθούν να αποτελούν θέμα συζητήσεως και αδημονούμε, αν και γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι αυτό, να επανέλθουμε ώστε να ολοκληρώσουμε την περιήγηση υπό την καθοδήγησή της κυρίας Σ. Σδρόλια, που αφού μας απεκάλυπτε το ένα μετά το άλλο τα μυστικά του παρελθόντος της πόλης που εμφανώς υπεραγαπά, στη συνέχεια ως εμβριθέστατος επιστήμων, μας αφηγείτο ευσύνοπτα την ιστορία τους ώστε να τα απολαύσουμε καλλίτερα. Επειδή λοιπόν πολλά αποκαλύφθηκαν ενώπιον των οφθαλμών μας – μεταξύ των οποίων το άρτι εγκαινιασθέν, διαχρονικό μουσείο της Λάρισας, , όπου και πάλι η κυρία Σδρόλια, αυτή τη φορά μαζί με τον κ. Ν. Τουφεξή, μας ξενάγησε και μας παρουσίασε όλα σχεδόν τα ευρήματα – αλλά περισσότερα δεν καταφέραμε να επισκεφθούμε, θεωρούμε υποχρέωση μας, εγώ τουλάχιστον, να ολοκληρώσω τη μύησή μου στον αθέατο κόσμο του παρελθόντος μιας τόσο πλούσιας σε ιστορία περιοχής της χώρας μας και θα επιδιώξω να επανέλθω. Προτού δε ολοκληρώσω αυτήν την μακράν εισαγωγή για τη Λάρισα θα ήθελα να ευχαριστήσω επίσης τον εμβριθέστατο κ. Κωνσταντίνο Σπανό, γνωστό ιστοριοδίφη και εκδότη του Θεσσαλικού Ημερολογίου, τον κ. Νικόλαο Παπαθεοδώρου, γνωστό συλλέκτη χαρακτικών και τον κ. Θεόδωρο Μπουρδούβαλη, διευθυντή του Μουσείου Σαρανταπόρου και τη σύζυγό του για την συμβολή τους στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε αυτό το έργο για την ΕΡΤ.
Αλλά ίνα αποφύγω τυχόν παρεξηγήσεις, επειδή η Θεσσαλία δεν περιλαμβάνει μόνον τη Λάρισα, θα αναφέρω δυο λόγια για την Καρδίτσα, απ’ όπου ξεκίνησε αυτήν τη φορά το οδοιπορικό μας, για την ακρίβεια από το Δομοκό, για να καταλήξει στη Ματαράγκα όπου έλαβε χώρα μάχη μεταξύ Οθωμανών και εξεγερμένων Ελλήνων και όπου έχασε τη ζωή του ο επιλοχίας Γεώργιος Λάιος. Και πάλι θα αναφέρω, ότι μετά από άσκοπη περιπλάνηση που στοιχίζει χρήμα, ιδίως σε περίοδο κρίσεως, ήμουν έτοιμος να παραιτηθώ της προσπάθειας και να φύγω χωρίς να αποτυπώσω τα σημεία των μαχών, Ματαράγκας και Λουτρού. Ευτυχώς, μετά από δεύτερη σκέψη, προτίμησα, καίτοι ήταν Κυριακή μεσημέρι, να τηλεφωνήσω στο δήμαρχο Σοφάδων κ. Αθανάσιο Σκάρλο, ο οποίος κατέφθασε τάχιστα συνοδευόμενος από τον υιό του, και μας οδήγησε στα μέρη που αναζητούσαμε. Μόνοι μας δεν θα τα ανακαλύπταμε ποτέ, η ίσως μετά από ώρες. Έτσι χάρις σε έναν ευγενή, αιρετό άρχοντα, της Θεσσαλίας καταφέραμε να συμπληρώσουμε την ενότητα των επαναστατικών κινημάτων των Ελλήνων κατά των Οθωμανών και να αποτίσουμε αυτόν τον ελάχιστο φόρο τιμής στους αγωνισθέντες και πεσόντες σε εκείνες τις μάχες. Υποθέτω ότι πολλοί γνωρίζουν, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρος, τη λίμνη Πλαστήρα, όπου από τον Άγιο Αθανάσιο, παρακολουθήσαμε μια υπέροχη δύση του ηλίου, και το παλιό μοναστήρι της Πέτρας, όπου ευρέθημεν προ εκπλήξεως καθώς μας υποδέχθηκε ένας ευγενής και ευειδής νεαρός, αμφιβάλλω αν είχε συμπληρώσει το 25ον. Ειλικρινά πάντως, και χωρίς επικριτική διάθεση, διερωτώμαι πως ένας τόσο νεαρός άνθρωπος, άνδρας η γυναίκα, επιλέγει το μοναστικό βίο. Αντίθετα στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, το επιλεγόμενο και «Καραισκάκη» επειδή ευρίσκεται στο Μαυρομμάτι όπου λέγεται ότι γεννήθηκε ο Καραϊσκάκης, και όπου την κεντρική πλατεία του χωριού, κοσμεί τεράστιο άγαλμά του που τον αναπαριστά μάλιστα έφιππον, μας υποδέχθηκαν ψυχρά, ακόμα και το λουκούμι μας το προσέφεραν με άκρα τυπικότητα. Πληροφορηθήκαμε, εκ των υστέρων, ότι πρόκειται περί μονής όπου οι περισσότερες μοναχές προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη και η μοναχή είναι Γερμανίδα. Και επ’ουδενί υπονοώ κάτι, απλώς το αναφέρω επειδή αντίθετα τόσο στην Πόρτα-Παναγιά, ένας φιλικότατος Αχιλλεύς, τον οποίον καταλάβαμε εξ απήνης να φυτεύει πολύχρωμα λουλούδια στο προαύλιο της μονής, μιας μονής/εκκλησίας αφιερωμένης στην Παναγία, που μας εξέπληξε όχι μόνον επειδή ήταν πεντακάθαρη και περιποιημένη αλλά επειδή ο συγκεκριμένος, και αυτός νεαρός, ήταν εμφανές ότι κατέβαλε κάθε προσπάθεια ώστε ο ναός να αναδεικνύεται κατά τρόπον μοναδικό και υπέροχο. Φυσικά σε αυτό συνέβαλε πολύ και το σημείο όπου έχει ανεγερθεί εξ ου και συνιστούμε μια σύντομη έστω εκδρομή στην Πύλη Τρικάλων όπου πέραν της Πόρτας Παναγιάς μπορείτε να επισκεφθείτε το μονότοξο γεφύρι που λέγεται ότι έκτισε ο Άγιος Βησσαρίωνας και το μοναστήρι του που διατηρεί, όμως, ακόμα το άβατο – ούτε τη χρησιμότητα του αβάτου αντιλαμβάνομαι – και μοιάζει πολύ με αγιορείτικο.¨
Ευρισκόμεθα όμως πλέον στο νομό Τρικάλων, το νομό των Μετεώρων που έχω επισκεφθεί πλειστάκις, πρώτη φορά μάλιστα προ 35ετίας, με τους ακόμα αγαπημένους μου φίλους Γιάννη και Κλέα και την αγαπημένη μου Αίμη, οπότε είχα καταλύσει στο Divani-Zafolia, έχοντας θέα από το δωμάτιο μου τους βράχους των Μετεώρων.
Τα Μετέωρα εξακολουθούν να ασκούν μια περίεργη έλξη επάνω μου, αλλά δεν έχω ακόμα καταλήξει κατά πόσον αυτή οφείλεται στις στιγμές που έχω ζήσει εκεί, η στα ίδια τα Μετέωρα, αλλά ο πολύς κόσμος που πλέον τα επισκέπτεται, και καλώς πράττει, δεν μου επιτρέπει να χαρώ τη μαγεία της φύσης απερίσπαστα και ανεμπόδιστα. Άλλωστε δεν έχω πλέον τη διάθεση να ταλαιπωρήσω το θνητό περίβλημά μου και όσο και αν το ψυχάριό μου επιζητεί να επισκεφθεί εκ νέου τις μονές, η σάρκα μου αντιδρά και πεισματικά αρνείται να ικανοποιήσει την ενδόμυχη επιθυμία μου. Αρκεστήκαμε λοιπόν να εγκατασταθούμε σε έναν απόκρημνο βράχο και να απαθανατίσουμε ένα ακόμα υπέροχο, όχι τόσο, ίνα είμαι ειλικρινής, λόγω αχλύος, ηλιοβασίλεμα.
Προτού ολοκληρώσω το πρώτο μέρος της Θεσσαλικής περιηγήσεως θα ήθελα να αναφέρω κάτι που με εξέπληξε ιδιαιτέρως στα Τρίκαλα, όπου ως γνωστόν κυκλοφορούν πολλά ποδήλατα, ίσως μόνον στο Άμστερνταμ να έχω δει να κυκλοφορούν περισσότερα. Η άψογη συμπεριφορά των Τρικαλινών οδηγών αυτοκινήτων προς τους ποδηλάτες και πεζούς. Ειλικρινά εξεπλάγημεν και άνευ υπερβολής το γεγονός απετέλεσε θέμα συζητήσεως κατά το δείπνο μας – στο αδικαιολόγητα ακριβό ταβερνείο που δειπνήσαμε στα Μανάβικα. Δεν γνωρίζουμε τίνι τρόπω επετεύχθη αυτό πάντως ήταν από τα θεάματα, πέραν των μνημείων και τοποθεσιών, που μας ευχαρίστησε ιδιαιτέρως και μας έκανε έστω και προς στιγμήν να νοιώσουμε ότι εάν το θελήσουμε όλα μπορούμε να τα κάνουμε εμείς οι Έλληνες. Όπως πρέπει να γίνονται και όχι όπως θέλουμε να γίνονται, όπως γίνεται, ατυχώς, ακόμα και παρά την κρίση στη χώρα μας, όπου το σαθρό, το ευτελές και ασήμαντο εγώ, κι όχι το μεγαλόψυχο, το υψηλόφρον συνεχίζει να υπερέχει του εμείς. Ειλικρινά κρίμα.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης