Ο ΚΥΩΝ (ΣΚΥΛΟΣ) και ο ΛΥΚΟΣ

Είναι εύκολο να επιρρίπτουμε την ευθύνη της κακοδαιμονίας του τόπου μας στην επιθυμία μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού να αποκατασταθεί επαγγελματικώς σε μια θέση του δημοσίου προκειμένου να διασφαλισθεί μέχρι τέλους του βίου του. Ελάχιστη δουλειά στις περισσότερες εκ των θέσεων, εξασφαλισμένη μονιμότητα, ασχέτως αν αποδίδουμε η όχι , και το κυριότερο το καταχρηστικό δικαίωμα να αντιμετωπίζουμε τους πολίτες ως υποδεεστέρους με επακόλουθο την επίδειξη αγενούς, σχεδόν βάναυσης, συμπεριφοράς προς εκείνους. Επιπλέον, πολλά τα έμμεσα οφέλη της δημοσίας θέσης, επιδόματα, υπερωρίες, αυτόματες αυξήσεις, ταξίδια αναψυχής με έξοδα του δημοσίου, μια ονειρική ζωή που φέρνει στο νου μας το μύθο του Αισώπου με το σκύλο και το λύκο.

Σκλάβος ο σκύλος, αλλά χορτάτος, ελεύθερος ο εξάδελφός του λύκος, αλλά νήστις.  Αν ερευνήσουμε όμως πως ο ανθρώπινος πολιτισμός εξελίχθηκε στο βαθμό που γνωρίζουμε σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι τα μέγιστα καλά προήλθαν από τους λύκους που στις ατέρμονες προσπάθειές τους να επιβιώσουν,  γυρεύοντας  διεξόδους,  ανακάλυπταν νέες μεθόδους,  εφεύρισκαν νέα μέσα. Μέσα στην αφιλόξενη κοιτίδα της κοινωνίας οι λύκοι, αν και κινούνται ως αγέλες είναι πλάσματα, κατά τον Έσσε, μοναχικά, και  ανεβαίνουν τον Γολγοθά τους με μόνο εφόδιο τα πρωτόγονα χαρίσματά τους και τη θέλησή τους να υπάρξουν, να ξεχωρίσουν και να διεκδικήσουν μια θέση στο πάνθεον της ιστορίας. Γεγονός για το οποίο καλείσαι να παρουσιάσεις έργον. Λέξη άγνωστη η ξεχασμένη στο δημόσιο τομέα της χώρας μας, όπου οι περισσότεροι αμείβονται για έργο που δεν παράγουν και δη με δανεικά χρήματα, ούτε καν δικά μας. Οποία παγκόσμια πρωτοτυπία.

Είναι αποδεδειγμένο πως λίγοι λύκοι επιτυγχάνουν,  μερικοί εξαντλούνται και καταρρέουν, άλλοι χάνονται, κάποιοι θυσιάζονται εκούσια, οι περισσότεροι όμως εξοντώνονται από τους «βολεμένους» κύνες. Τα ξαδέλφια τους, τους σκύλους,  που ξεχωρίζουν από τρία χαρακτηριστικά. Το γαύγισμα προς οιονδήποτε ανήμπορο, ευγενή, ηλικιωμένο, ξένο, διαφορετικό άνθρωπο που πλησιάζει το «χώρο» του, την αντιαισθητική και ηθική ανεμελιά τους που προσβάλλει ακόμα και τον καθρέφτη εντός του οποίου καθρεφτίζονται, και φυσικά το μίσος τους για τους υπερήφανους, αγωνιστές, μονήρεις λύκους. Θα αποφύγουμε το ολίσθημα να χαρακτηρίσουμε τους λύκους εντίμους, καθώς η άγρια, άδικη κοινωνία εντός της οποίας κινούνται δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιους  συναισθηματισμούς. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι ανελέητος, ιδίως όταν ενώπιόν τους  ορθώνονται παγιωμένοι μηχανισμοί συντήρησης μιας κυνικής εξουσίας, που ποσώς διστάζει να τους αφανίσει προκειμένου να διατηρήσει τα οφίκια της. Ο συσχετισμός δυνάμεων αποβαίνει πάντα εις βάρος των θαρραλέων λύκων που στις κατά μέτωπο αντιπαραθέσεις ηττώνται λόγω της υπεροπλίας των σκύλων/φυλάκων της εξουσίας και των μέσων καταστολής που διαθέτουν. Οι αποτυχίες όμως δίδαξαν και συνέτισαν. Σταδιακά οι λύκοι έπαψαν να επιδιώκουν τη σύγκρουση, ανακάλυψαν τη σύμπνοια. Παρακάμπτοντας  τους αμβλύνοες, πειθήνιους υποτακτικούς εξαδέλφους τους, απευθύνονται, ενώπιος ενωπίω, στα αφεντικά τους.

Αρκεί ένα νεύμα εκείνων ώστε τα πλήθη να κλίνουν την κεφαλή και να αποδεχθούν την προσταγή. Τα αφεντικά τότε, χαϊδεύουν τρυφερά τους υπάκουους υπηρέτες τους και σε ένδειξη αγάπης τους προσφέρουν μια υψηλότερη θέση στην ιεραρχία, – αν δεν υπάρχει τη δημιουργούν – και αναλαμβάνουν υπό την προστασία τους τον νεογνό της οικογενείας. Εξαιτίας  τους ψύχους του χειμώνα και της έλλειψη καυσίμων και τροφίμων το έκδηλο ενδιαφέρον των αφεντικών προς εκείνους τους ταπεινούς υπηρέτες τους είναι συγκινητικό. Αν εξέλιπαν όμως οι εξάδελφοι που επισκέπτονται συχνά πυκνά τα αγαπημένα τους αφεντικά θα ήταν καλύτερα.

Οι λύκοι για τους σκύλους είναι προαιώνιοι εχθροί. Μισούν τα πάντα επάνω τους ακόμα και τον αφανή αλλά ηρωικό θάνατό τους. Όμως περισσότερο από όλα μισούν τη φήμη τους που πολλάκις επισκιάζει ακόμα και των αφεντικών. Δεν αντέχουν να βλέπουν το σκληρό, κυνικό αφεντικό τους να υποκλίνεται ενώπιον ενός επιτυχημένου λύκου, να επιδιώκει πάση θυσία τη συντροφιά του, να γυρεύει τις συμβουλές του και μερικές φορές μάλιστα να τον ορίζει αφεντικό του πιστού του υποτακτικού. Τι ευτελισμός προς τον επί 35ετία απόλυτο δούλο του.

Κι ίσως καμιά φορά, μέσα στα όνειρά του, ο εξασφαλισμένος πλην ασήμαντος υποτακτικός να φαντάζεται ότι είναι νέος και ρωμαλέος, διεπόμενος από ανώτερες ιδέες, γαλουχημένος με καθάριες αρχές, προτού η ψυχή του διαφθαρεί από την σαθρή δημόσια πραγματικότητα που επιδιώκει προς συντήρηση της εξουσίας να μετατρέπει τους πένητες αλλά υπερήφανους λύκους σε ευτραφείς αλλά υποτακτικούς σκύλους. Να φαντάζεται ότι δαγκώνει το χέρι που τον τρέφει και ας μην τον ταίσουν ποτέ ξανά. Τέτοια τροφή άλλωστε ποιος τη θέλει;

Μα φυσικά αυτοί που κυβερνούν. Γι’ αυτό αυτή η άγευστη, άνοστη τροφή  προσφέρεται δωρεάν επί μια 35ετία μαζί με μια θέση του δημοσίου. Δεν ευθύνεται το λυκόπουλο που ενδίδει στον πειρασμό, γιατί  είναι γνωστό ότι όλα τα παιδιά έχουν αίμα λύκου, αλλά εκείνοι που τη πρώτη φορά που επιστρέφει άπραγο από το κυνήγι της τροφής αντί να το αφήσουν νηστικό, του δίνουν από το δικό τους. Πως το ταλαιπωρημένο λυκόπουλο να μην νιώσει ευγνωμοσύνη για εκείνους που σίγησαν τον επώδυνο θόρυβο του κενού στομάχου;. Πώς να μην τριφτεί στα πόδια των ευεργετών του; Πώς να μην αρχίσει να σαγηνεύεται από τις ευκολίες της σκυλίσιας ζωής; Έτσι, σταδιακά, αφυπνίζεται το σπέρμα της υποτέλειας και αμβλύνεται το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας της βούλησης.

Αν οι γονείς πρωτίστως, κατά δεύτερον οι δάσκαλοι και καθηγητές και τέλος οι πολιτικοί άνδρες καλλιεργούσαν στα παιδιά το αίσθημα της υπερηφάνειας, της ευγενούς άμιλλας, του απαράμιλλου ήθους και καταδίκαζαν την ήσσονα προσπάθεια σε οιαδήποτε έκφανση της δημόσιας ζωής, ακόμα και αν η οικονομική κρίση ήταν αναπόφευκτη θα την αντιμετωπίζαμε. Και, θέλω να πιστεύω ότι  θα την ξεπερνούσαμε.

Ενώ τώρα…

Αλέξανδρος Κακαβάς,  Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης