ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ
Πριν από 20 χρόνια η «νταντά» μου, γυναίκα βιοπαλαίστρια που σταμάτησε το σχολείο στο νησί της στα 15 για να σταλεί στην Αθήνα να εργασθεί ως υπηρέτρια, προσέφερε φιλοξενία σε έναν άγνωστό μας Αλβανό, ας τον βαπτίσουμε Αντώνη, έναν από τους πολλούς που άρχισαν κατ’ εκείνη την περίοδο να μετοικούν στη χώρα μας επιδιώκοντας ένα καλύτερο αύριο. Για κάποιο λόγο, ποσώς απρεπή, εκείνος ο νεαρός της είχε αφυπνίσει το μητρικό ένστικτο και αποφάσισε να τον βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του. Μια γενναιόδωρη χειρονομία από μια πτωχή ηλικιωμένη γυναίκα προς έναν άμοιρο «ξένο» και δη Αλβανό.
Ας μην ξεχνούμε ότι επί σειρά ετών για πολλούς οι Αλβανοί όπως και οι περισσότεροι βαλκάνιοι γείτονες μας εθεωρούντο από τους Έλληνες ως εχθροί, ιδιαίτερα δε από τους μη κομμουνιστές καθώς ως γνωστόν, κατά τον αποκαλούμενο εμφύλιο, οι «σύντροφοι’ Αλβανοί είχαν υποστηρίξει τους αντάρτες στον πόλεμό τους κατά του εθνικού στρατού. Μετά δε την ήττα των ανταρτών, τους βοήθησαν να διαφύγουν μέσω της Αλβανίας και να βρουν καταφύγιο στις υπόλοιπες χώρες του Σοβιετικού μπλοκ.
Εν τούτοις η γυναίκα αυτή δεν δίστασε. Επί αρκετό διάστημα φιλοξένησε τον Αλβανό ο οποίος πολύ σύντομα χάρις στην εργατικότητά του, την ευγένειά του και προπάντων την εντιμότητά του πέτυχε να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά και να μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα που νοίκιασε για εκείνον και τη σύζυγό του που μόλις αισθάνθηκε ασφαλής έφερε από την Αλβανία. Προτού όμως η ιστορία λάβει αυτή τη χαρμόσυνη τροπή για τη συγκεκριμένη οικογένεια των Αλβανών εκλήθην να διαδραματίσω έναν απλό αλλά καίριο ρόλο. Να εγγυηθώ στην ασφάλεια της περιοχής μας, καθώς η οικογένειά μου κατοικεί εδώ προπολεμικώς (εννοούμε τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο) και στην Αθήνα ήδη από τον 19ο αιώνα, για τον εν λόγω άγνωστό μου Αλβανό. Παρά τους ενδοιασμούς μου το έπραξα προκειμένου να ευχαριστήσω την εν λόγω γυναίκα. Είκοσι χρόνια αργότερα, ήτοι σήμερα, αισθάνομαι δικαιωμένος και ιδιαίτερα χαρούμενος που συνέβαλα έστω κατ’ αυτό το ελάχιστο στην ευδαιμονία του εν λόγω Αλβανού. Ενός ανθρώπου που καίτοι επέστρεψε στη χώρα του παρέμεινε στην Ελλάδα επί 20ετία, δούλεψε σκληρά, έφερε στον κόσμο τρία παιδιά τα οποία έθρεψε και ανέθρεψε με τα χρήματα των κόπων του, έμαθε τη γλώσσα μας την οποία μιλούσε ορθότερα από πολλούς εγγράμματους Έλληνες και το κυριότερο, δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα σε κανέναν να αμφισβητήσει το ήθος και την εντιμότητά του. Τα παιδιά του αποκαλούσαν τη γυναίκα που άνοιξε την πόρτα της στον πατέρα τους γιαγιά και ακόμα και σήμερα την αγαπούν ως γιαγιά τους.
Όπως συμβαίνει σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις η πρώτη οικογένεια μόλις εδραιωθεί σε μια πόλη προσκαλεί και άλλους συγγενείς η φίλους. Έτσι πολύ σύντομα στην περιοχή μας, στο δρόμο μας, κατέφθασαν και άλλοι «Αλβανοί». Όλοι, μα όλοι ανεξαιρέτως, διαθέτουν τις ίδιες αρετές με εκείνον τον πρώτον, τις ίδιες αρχές, απλώς ταλαιπωρούνται περισσότερο καθώς τους πρόλαβε η ελληνική κρίση και δεν θέλουν να επιστρέψουν στην Αλβανία. Ό, τι έχουμε είναι εδώ, μου είπε κάποτε ο δεύτερος τη τάξει και από τη μια αισθάνθηκα υπερήφανος που κάποιοι, έκριναν ότι η χώρα μας προσεφέρετο ώστε να αναθρέψουν αισίως τα παιδιά τους και να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, από την άλλη εθλίβην για όλα όσα τους έχουμε καταμαρτυρήσει επί σειρά ετών, εξ αιτίας κάποιων μεμονωμένων περιστατικών με δράστες ομοεθνείς τους, ως να μην διεπράχθησαν ποτέ εγκλήματα από Έλληνες προς Έλληνες, και μοναδικοί υπαίτιοι για την αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα μας τυγχάνουν οι Αλβανοί. Είναι τόσο εύκολο να επιρρίπτουμε ευθύνες γενικώς και αορίστως σε οιονδήποτε αλλόφυλο η αλλοεθνή ακόμα και αν γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που εγκλημάτησαν κατά του ελληνικού λαού παραμένουν ελεύθεροι χωρίς καμία προοπτική, έστω, να λογοδοτήσουν για τη διασπάθιση του δημοσίου η υπεξαίρεση του δημοσίου χρήματος. Εγκληματική ενέργεια που έφερε τη χώρα στο χείλους του γκρεμού απ’ όπου ακόμα και με νέο κούρεμα, πιθανώς μετά τις επικείμενες γερμανικές εκλογές, θα δυσκολευθεί να επανέλθει σε ρυθμό ανάπτυξης.
Αντιλαμβανόμαστε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλοί κλάδοι εργαζομένων εξ αιτίας της συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία πολλών μεταναστών – οι λαθρομετανάστες παραμένουν στη χώρα μας επειδή οι αρμόδιοι φορείς αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, όπως άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος του κρατικού μηχανισμού.
Εν τούτοις έχοντας φοιτήσει σε δημόσιο σχολείο, στην Ουαλία, κατά τις αρχές της δεκαετίας του 70 και αργότερα έχοντας εργασθεί ως ελεύθερος επαγγελματίας στην δυτικοευρωπαική αγορά, βίωσα περιστασιακές εκδηλώσεις απέχθειας και περιφρόνησης από τους ντόπιους που κάποιοι, πιθανώς πλέον μορφωμένοι από εμένα η ίσως πιο ιδιοτελείς ψευδο-προοδευτικοί, «βαπτίζουν» αυθαιρέτως ως ρατσιστικές, προκειμένου να εκμεταλλευθούν πολιτικά τις επιπόλαιες και άκριτες εκδηλώσεις βίας που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, εις βάρος κάποιων μεταναστών.
Οι εν λόγω κύριοι που παρουσιάζονται ως όψιμοι κήρυκες κατά της βίας, ρατσιστικής η μη, προφανώς έχουν ξεχάσει τη βία που ασκούσαν οι ίδιοι η μέλη των κλαδικών και των κομματικών νεολαίων του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης αριστεράς σε οιονδήποτε είχε αντίθετη άποψη από εκείνους. Είναι γνωστή τοις πάσι η τρομοκρατία που ασκήθηκε επί των πολιτών που δεν προσχωρούσαν στους πραιτοριανούς του ΠΑΣΟΚ, τόσο εντός των φοιτητικών συλλόγων, όσο και αργότερα όπου αν δεν ήσουν εγγεγραμμένος στο ΠΑΣΟΚ ουδεμία ελπίδα να διορισθείς στο δημόσιο η να τύχεις ανάθεσης έργου υφίστατο.
Και εν ευθέτω χρόνω ίσως αναφέρω συγκεκριμένα περιστατικά βίας κατά ανύποπτων φοιτητών που απλώς διέπραξαν το λάθος να πρεσβεύουν διαφορετικές από τους κρατούντες απόψεις. Ας περιορίσουν λοιπόν οι όψιμοι επικριτές της βίας τις φάλτσες κορώνες και ας φροντίσουν να αναγνωρίσουν τα λάθη στα οποία οι ίδιοι έχουν υποπέσει, ας ζητήσουν συγγνώμη από τα πλήθη του κόσμου που έβλαψαν και μετά, με το θράσος που τους διακρίνει, ας εμφανισθούν δημόσια, χωρίς αστυνομικούς και κάθε είδους φρουρούς, να διαλαλήσουν την απέχθειά τους, προς κάθε μορφή βίας. Όχι μόνον κατά της βίας που τους βολεύει, αλλά και κατά της ιδεολογικής βίας την οποία χρησιμοποιούν επί σειρά ετών προκειμένου να βολεύονται εκείνοι και οι δικοί τους
Και επαναλαμβάνω ότι απεχθάνομαι τη βία, οιαδήποτε μορφή βίας, σωματικής, ψυχολογικής, σωματικής, έμμεσης η άμεσης, την οποία αναγνωρίζω εύκολα καθώς πολλάκις ασκήθηκε πάνω μου, κατά κύριο λόγο δε από Έλληνες, προσφάτως δε από όψιμους νεοδημοκράτες.
Επαναλαμβάνω ότι έζησα πολλά χρόνια σε διάφορες ευρωπαικές χώρες, χωρίς σοβαρές οχλήσεις, πέραν ίσως ελαχίστων μεμονωμένων περιστατικών, ίσως για αυτό δεν δίστασα να εγγυηθώ για τους Αλβανούς φίλους μου όταν μου ζητήθηκε. Επειδή επιμένω να πρεσβεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, αντίθετα από ότι γράφεται στη παλαιά Διαθήκη ότι «…ο λογισμός της καρδίας του ανθρώπου είναι κακός εκ νηπιότητος αυτού…», είναι, κατά βάθος, καλοί και επιθυμούν το καλό και μόνον.
Αν μάλιστα ήταν στο χέρι μου θα προτιμούσα να κρατήσω στην Ελλάδα τον Αντώνη και τους άλλους Αλβανούς φίλους μου και να απελάσω όλους εκείνους τους Έλληνες, ιδίως τους καθεστωτικούς πολιτικούς και τους δημόσιους λειτουργούς , που με την ανέντιμη και ανήθικη συμπεριφορά τους, έναντι τόσο των αλλοδαπών όσο και των γηγενών, βλάπτουν τους συμπολίτες μας και αμαυρώνουν την τιμή της Ελλάδος.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης