ΟΙ ΜΠΟΥΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Άθελά μου παρηκολούθησα ειδήσεις, η μάλλον απόσπασμα από ένα δελτίο ειδήσεων όπου δυο υπουργοί, με τεράστια χαμόγελα στα πρόσωπά τους, ανεκοίνωναν  ότι επαναπροσλαμβάνονται όλοι οι απολυμένοι του δημοσίου και μερικοί παραπάνω, ίνα μη χάσουμε την ευκαιρία, να θάψουμε ταχύτερα το ψυχορραγούν ελληνικό κράτος. Άλλωστε  ποιος μπούλης της συμφοράς ενδιαφέρεται να πράξει ο,τιδήποτε, ας παραβλέψουμε ότι είναι εκ γενετής ανίκανοι λόγω νοητικής στερήσεως όχι να πράξουν, αλλά ακόμα και να αντιληφθούν τη σημασία του ρήματος δρω, όμως, όπως γινόταν και στα εφηβικά μας χρόνια,  έτρεχαν να περιληφθούν στη φωτογραφία της ομάδος, των φίλων, των ικανών και μοιραίων, ώστε να έχουν απτές αποδείξεις ότι και εκείνοι υπήρξαν μέλη των «εκλεκτών». Έτσι φέρονται οι μπούληδες της συμφοράς, όλων ανεξαιρέτως των εποχών, όλο πόζα και χαμόγελο και άποψη επί παντός επιστητού, άνθρωποι χαμερπείς και ασήμαντοι, ανίκανοι και εξ ου συνήθως ανέντιμοι. Μόνο τους μέλημα ο μαλθακός βίος και η με κάθε μέσον προβολή τους. Και φυσικά μια ισόβια δημόσια θέση, κατά προτίμηση συνδικαλιστή ώστε να μην λερώσουν τα χεράκια τους με χώμα η με γράσο, ένδειξη απαξιωμένης αγροτικής η εργατικής καταγωγής, η θέση καθηγητή πανεπιστημίου, ώστε να δύνανται να περιφέρονται ως μονόφθαλμοι και να κηρύττουν το λόγο του θεού, ήτοι του εαυτού τους, ως άλλοι παπαγάλοι του Ζ. Παπαντωνίου.

Να πω την αλήθεια, ασυναίσθητα, έφριξα. Ένοιωσα θλίψη και αηδία συνάμα. Αλλά όταν έκλεισα την τηλεόραση με συνεπήρε η απόγνωση. Όχι για εμένα. Μόνος, άνευ συζύγου και τέκνων, όσο διατηρώ την υγεία μου, ακόμα και ως άνεργος θα επιβιώσω, χάρις στην σπαρτιατική αγωγή που έλαβα από τον πατέρα μου, μισό Σπαρτιάτη, μισό Ευρυτάνα και την καταγωγή εκ της τραχείας Αρκαδίας και της αδάμαστης Σάμου, μητρός μου. Ξέρουν τα βουνά από χιόνια. Οπότε και εκεί αν χρειασθεί να βγω, θα βγω, – παρά το προκεχωρημένον της ηλικίας μου – αν μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εκδιώξουμε τους μπούληδες της συμφοράς που επί 40 έτη καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να διαλύσουν τη χώρα.

Δημόσιοι υπάλληλοι αμφότεροι οι μπούληδες, όπως και οι περισσότεροι εκ των πολιτικών ταγών που προετοιμάζουν τον ενταφιασμό της πατρίδος μας, όλοι τους, ιδίως της νυν κυβέρνησης, σιτιζόμενοι επί σειρά ετών από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Ν.Δ., με παχυλά αμειβόμενες θέσεις, όχι απλώς μια θεσούλα, και επιπλέον σημαντική περιουσία, οι διαπρύσιοι κήρυκες της κοινοκτημοσύνης και της ασυδοσίας, επιλέγουν να εφαρμόζουν τις κομμουνιστικές αρχές τους, στο δημόσιο, με χρήματα, που δεν τους ανήκουν, χρήματα του ελληνικού λαού. Χρήματα κερδισμένα με άγχος και με κόπο από τους πολίτες, που βλέπουν το μόχθο τους να συλείται από τους μηχανισμούς απομύζησης και καταστολής του κράτους  και να σπαταλάται από τους φωστήρες της νυν κυβέρνησης προς όφελος των χιλιάδων αντιπαραγωγικών συντρόφων η ψευδο-συντρόφων του δημοσίου. Αυτή δε η σύληση  γίνεται με έκδηλη περιφρόνηση προς τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα που έχουν μετατραπεί σε είλωτες για να ικανοποιούν τα καμώματα των μπούληδων και των παρεών τους.

Είναι γνωστό, τοις πάσι, ότι οι μπούληδες δεν γνωρίζουν τι σημαίνει εργασία, τι σημαίνει βιοπάλη, τι σημαίνει για έναν εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα να διερωτάται κατά πόσον δικαίως το «αφεντικό» τον έχει περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του και ότι η επένδυση στο πρόσωπό του άξιζε τον κόπο επειδή το έργο του η οι υπηρεσίες του αποφέρουν περισσότερα απ’ όσο στοιχίζει, ο ίδιος, στην επιχείρηση.

Ουδείς εκ των μπούληδων της συμφοράς έχει μάθει να εκτιμά τα χρήματα αυτά, τον μισθό η την αμοιβή που με τόσο κόπο, με αίμα και με ιδρώτα, κερδίζουν οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα.

Δεν γνωρίζουν τι σημαίνει να έχει επενδύσει κάποιος τις οικονομίες του, σε μια επιχείρηση, σε ένα προϊόν (ή υπηρεσίες) που αν δεν γνωρίσει ζήτηση η απήχηση θα του δημιουργήσει  σοβαρό οικονομικό, αλλά και ηθικό πρόβλημα, καθώς η υγιής λειτουργία της αγοράς βασίζεται στην πίστη, στην εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν αλλήλοις οι συνδιαλεγόμενοι. Συνέπεια και εντιμότητα αποτελούν δυο κύρια χαρακτηριστικά της ομαλής εξέλιξης κάθε συνεργασίας και τη βάση, μαζί με την σταθερή ποιότητα και την πρωτοτυπία, για την εξασφάλιση της επιτυχίας – πέραν της  τιμής και του κόστους φυσικά.

Δεν γνωρίζουν, η δεν τους ενδιαφέρει, ότι ο επιχειρηματίας κινδυνεύει να να υποστεί ζημία, ένεκεν πολλών απρόβλεπτων λόγων,  και αντί να έχει το ελληνικό κράτος σύμμαχό του στην προσπάθειά του, το έχει εχθρό του, καθώς μόνη του έννοια είναι η ικανοποίηση των ευτελών ενστίκτων των λεφουσιών των κρατικοδίαιτων στρατών του, γεγονός που επιτυγχάνει με τη συνεχή αύξηση των φόρων που καθιστούν κάθε επένδυση στη χώρα μας επισφαλή, και άρα ασύμφορη.

Τούτο  επειδή ως γνωστόν τη διαχείριση του κράτους έχουν αναλάβει άνθρωποι που βρέχει, χιονίσει, ήτοι ισοβίως, ακόμα και αν κατακτηθούμε, ω ναι, θα συνεχίσουν να εισπράττουν το μισθό τους και προκειμένου να μη διακοπεί αυτό θυσιάζουν στυγνά στο βωμό της ανεργίας 1.500.000 ανθρώπους του ιδιωτικού τομέα.

Οι περισσότεροι δε από τους πολιτικούς που εκλέγονται ώστε να προστατεύσουν όλους τους πολίτες αυτής της δύσμοιρης χώρας ακόμα και όταν δεν τυγχάνουν μπούληδες της συμφοράς στερούνται παντελώς εργασιακής πείρας,  κοινού νου και αρκετοί εξ αυτών και ήθους. Και καταλήγουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα επιφέρει τα ισχυρότερα, τα πλέον θανατηφόρα κτυπήματα επί του ψυχορραγούντος ιδιωτικού τομέα και των άμοιρων εργαζομένων του που πλέον δεν έχουν κανένα μέσον προφυλάξεως καθώς το δικαστικό σώμα, το μόνο το οποίο θα μπορούσε να περιορίσει και να μετριάσει τις άφρονες, σχεδόν εγκληματικές ενέργειες των πολιτικών, ενδιαφερόμενο μόνον να διαφυλάξει τα κεκτημένα του κλάδου του ακόμα και εις βάρος της πατρίδος, τάσσεται αναφανδόν υπέρ όλων των αποφάσεων που ευεργετούν, καταχρηστικά, το δημόσιο. Όταν όλο λοιπόν το δημόσιο τίθεται έναντι του ιδιωτικού τομέα και, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, κρατεί και το μαχαίρι και το καρπούζι, τι πιθανότητες έχουν οι μικροί ήρωες της καθημερινότητας να επιβιώσουν, πόσω μάλλον να κερδίσουν τον ηρωικό αγώνα τους και να συστήσουν, εν ευθέτω χρόνω, ένα κράτος δικαίου;

Μικρές, ελάχιστες πιθανότητες οπότε όσοι από αυτούς δεν θέλουν να οδηγηθούν σε έναν αργό, επώδυνο θάνατο από το δημόσιο, δια της μεθόδου της ηθικής και οικονομικής ασφυξίας, πρέπει να αποφασίσουν να κινηθούν κατά τρόπο δραστικό και αποτελεσματικό και είτε να διακόψουν κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στην Ελλάδα και να απέλθουν σε άλλες χώρες, πιο φίλα διακείμενες προς τους Έλληνες και τις επενδύσεις, είτε να στραφούν κατά των μπούληδων της συμφοράς, να φροντίσουν να μην τους ξαναψηφίσουν, ούτε φυσικά τους κομματικούς σχηματισμούς στους οποίους εκείνοι μετέχουν, μήπως κάποια στιγμή καταφέρουμε  να τους «εξαφανίσουμε» από τις φωτογραφίες – όπως «εξαφάνιζε» το Κ.Κ.Σ.Ε. επί Στάλιν από τις φωτογραφίες όλους όσοι υπέπιπταν σε κομματική δυσμένεια –

Και ίσως έτσι, επιτέλους, να προσέξουμε τους ικανούς.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης