ΤΟ «ΣΙΝΙΕ» ΣΑΒΑΝΟ
Μην κρίνεις ίνα μην κριθείς, διάβαζε ο καθηγητής των θρησκευτικών, στο καλύτερο ελληνικό ιδιωτικό σχολείο της εφηβείας μου και εγώ διερωτόμουν γιατί είχα επιστρέψει στην Ελλάδα, ενόσω απoλάμβανα τόσο πολύ τη ζωή στην τότε πτωχότερη Αγγλία. Μια Αγγλία όπου ο μαθητής, ήδη από την Τρίτη γυμνασίου, είχε το δικαίωμα της επιλογής των μαθημάτων που επιθυμούσε να παρακολουθήσει, με Αγγλικά και μαθηματικά μόνον υποχρεωτικά, και δεν θυμούμαι στον κατάλογο να περιλαμβάνονταν τα θρησκευτικά. Άλλη μια ιδιαιτερότητα της αγγλικής αντίληψης, το αναφαίρετο δικαίωμα ενός εκάστου να κρίνει όλους και τα πάντα, όμως με το γνωστό αγγλικό χιούμορ, που συνήθως ήταν πιο κοφτερό από δωδεκάιντση κάμα μαχαιριού.
Όμως εδώ ζούσαμε, συγγνώμη ζούμε, το μεσαίωνά μας χωρίς φυσικά οι περισσότεροι, ως ομφαλοσκοπούντες και αδαείς να δύνανται να το αντιληφθούν. Πίστευαν ότι μια λέξη, ας επιλέξουμε τυχαία τη λέξη δημοκρατία, αρκούσε προκειμένου ο Έλλην να μετατραπεί σε Παριζιάνο και η Ελλάς σε Παρίσι. Και άνευ παρεξηγήσεως ούτε οι τροτέζες μας δεν ξέφυγαν από αυτό τον κανόνα καίτοι διατηρούσαν εξαίρετη φήμη στα αραβικά boudoirs.
38 έτη παρήλθαν και το νυφικό της παρθένας, έστω με νέα παρθενορραφή το 1974, Ελλάδος, έχει μετατραπεί σε δεύτερο δέρμα και τείνει να μετατραπεί σε σάβανο για εκατομμύρια Ελλήνων χωρίς πιθανότητα μάλιστα να διασωθεί σε κάποια βιτρίνα θεάτρου, του παραλόγου κατά προτίμηση, είδος που καίτοι δεν κατανοεί ο απαίδευτος ελληνικός όχλος, δείχνει, εκ των πολιτικών, και ουχί μόνον, επιλογών του να το λατρεύει. 38 έτη λοιπόν έχουν παρέλθει, η δημοκρατία μας οδεύει πλέον προς τη θέση που της αρμόζει στο Α’ νεκροταφείο ανάμεσα σε εκείνους που άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο συνέβαλαν στη σημερινή της κατάντια. Υφίστανται και μερικές εξαιρέσεις θαμμένοι σε λαικότερα νεκροταφεία, αλλά εκείνους ουδείς τους ενθυμείται.
Ως γνωστόν το Α’ νεκροταφείο κοσμείται από υπέροχα γλυπτά που πάνω τους επικάθεται η ανθρώπινη ματαιοδοξία των ζώντων η οποία υπερέχει κατά πολύ των τεθνεώτων για έναν μόνον λόγο. Συνήθως οι ζώντες είναι κατώτεροι των προγόνων τους και τούτο είναι κύριο χαρακτηριστικό της φυλής μας. Ανατρέχοντας στο παρελθόν εντυπωσιαζόμαστε από τα πλήθη ηρώων και σοφών που είτε γεννήθηκαν Έλληνες, είτε μετήλθαν της ελληνικής παιδείας, αλλά θωρώντας προς το μέλλον ουδέ σκιά μεγάλου ανδρός διακρίνουμε, ίσως φυσικά λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου.
Όλοι αυτοί οι υπέροχοι, εκπληκτικοί πρόγονοί μας ενταφιασμένοι σε τόπους χλοερούς και συνήθως στην απόλυτη αφάνεια των κενών νοών των σημερινών Ελλήνων, προβάλλουν αναπάντεχα, περιστασιακά, χάρις σε κάποια αποφθέγματα που οι δάσκαλοι, δημοσιογράφοι και ταγοί του έθνους έχουν καταγραμμένα σε «σκονάκια» και ευκαιρίας δοθείσης τα χρησιμοποιούν προκειμένου να θαμπώσουν τον αποσκελετωμένο νοητικά συνομιλητή η ακροατή τους.
Έτσι έχουν διασωθεί κάποια τρανά ονόματα όπως Περικλής, Μέγας Αλέξανδρος, Κολοκοτρώνης, Ιουστινιανός (αν και για πολλούς δεν θεωρείται Έλλην) Μακρυγιάννης, Βενιζέλος, Μακάριος, Καραμανλής, Παπανδρέου κ.ά. Τώρα αν συμπτωματικώς όλοι αυτοί οι μεγάλοι Έλληνες έχουν συνδέσει το όνομά τους με τις πλέον δυσάρεστες, αν μη ολέθριες περιόδους, της ιστορίας του Έθνους μας λίγη σημασία έχει επειδή όπως αναφέραμε ανωτέρω σημασία έχει πόσο ασήμαντοι και γελοίοι είναι οι σημερινοί αντίστοιχοί τους. Φυσικά η ιστορία γράφεται από τους νικητές εξ ού και διατηρούμε μια κάποια, μικρή ελπίδα, ότι κάποτε θα αναπαυθούν εν ηρεμία οι ανωτέρω άνδρες και άλλα ονόματα ίσως αναφανούν στο προσκήνιο, όπως Λεωνίδας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Μάρκος Μπότσαρης, Γεώργιος Καραισκάκης, Ιωάννης Καποδίστριας, Ίων Δραγούμης, Χρυσόστομος Σμύρνης, Ιωάννης Μεταξάς, Αλέξανδρος Κορυζής, Εμμανουήλ Τσουδερός, Καραολής και Δημητρίου. Άλλοι ηρωικότεροι, άλλοι σοφότεροι, πάντως εκ διαμέτρου διάφοροι από τα ινδάλματα που κατά τα τελευταία 38 έτη φυτεύτηκαν, ευτυχώς χωρίς να έχουν ριζώσει, στη μνήμη των ελλήνων πολιτών.
Προς τι όμως όλος αυτός ο ορυμαγδός για τις σαβανωμένες μορφές του Α’ νεκροταφείου, γιατί ασχολούμεθα με τους απελθόντας και δεν περιορίζουμε το ενδιαφέρον μας στους συγχρόνους. Όπως έγραφε ο Κώστας Ταχτσής, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Προς τι λοιπόν τόση εμμονή; Μήπως, διερωτώμεθα αφελώς, συγχέουμε τους εν ζωή με τους τεθνεώτες κι αυτό γιατί καθώς είναι ενδεδυμένοι τα σινιέ σάβανά τους ομοιάζουν πολύ προς εκείνους.
Και το κυριότερο, εκείνοι οι νεκροί δεν έχουν λαλιά πλέον, ευτυχώς δι’ημάς, οπότε είναι εύκολο να τους κρίνει τις ακόμα και όταν δεν διαθέτει δωδεκάιντσο καλά ακονισμένο χιούμορ. Οι νεκροζώντανοι όμως που τείνουν να εξελιχθούν σε γυναίκες (ή άνδρες ώστε να είμεθα politically correct) του πρωτομάστορα που θυσιάζονται τα τελευταία 38 έτη προκειμένου να στεριώσει αυτό το άχρηστο ελληνικό κράτος, που όμως όπως το γεφύρι της Άρτης, κάθε νέα διοίκηση το βρίσκει διαλυμένο, περιφέρουν το σαρκίο τους στους διαδρόμους των υπουργείων μέχρις ότου ικανοποιηθεί η ανάγκη τους. Η απλούστατη ανάγκη τους να τους χαριστεί ένα σινιέ σάβανο που συνήθως συνοδεύεται από μια δημόσια, σχεδόν ισόβια, θέση και μια επιτύμβια στήλη στην είσοδο των ευαγών ιδρυμάτων που επί σειρά ετών διαχειρίστηκαν, κατά το ήττον η μάλλον, ατυχώς.
Δεν μεμφόμεθα την ορμέμφυτη επιθυμία των ανθρώπων αυτών να μην επιθυμούν να λησμονηθούν εξ ου και όπως τα φαντάσματα περιφέρονται μέσα στους δημοσίους λαβυρίνθους εκλιπαρώντας για μια μικρή παράταση ζωής, μερικά ακόμα έτη επί του ταλαιπωρημένου σαρκίου τους γιατί όπως και να το κάνουμε είμαστε έθνος γεροντολατρών. Πώς να στερηθούμε όλες αυτές τις ζαρωμένες, καχεκτικές, ακαλαίσθητες δημόσιες μορφές που επί σειρά ετών διοικούν οργανισμούς, φορείς και ιδρύματα όταν οι πολιτικοί μας διακατέχονται από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο; Πώς να ζητήσει ένας υπουργός από έναν νέο 80 ετών να απέλθει της θέσεως που κατέχει ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες να παραχθεί ρηξικέλευθο έργο, να επέλθει κοινωνική δικαιοσύνη, να φανεί ότι όντως ενδιαφέρεται για οικονομική ανόρθωση, όταν ο ίδιος διοικεί το υπουργείο του με έναν μόνον στόχο. Ουδέποτε να το εγκαταλείψει, η ορθότερα να το εγκαταλείψει μόνον όταν εγκαταλείψει τον μάταιο αυτόν κόσμο.
Αυτοί οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι δάσκαλοι είναι που έφεραν τη χώρα μας στη σημερινή κατάντια της και από κοντά αυτός ο συρφετός των σινιέ σαβανωμένων που είναι ικανοί να προδώσουν ακόμα και την ίδια τη σκιά τους προκειμένου να μη φύγουν ποτέ από μια θέση στη οποία φυσικά διορίστηκαν με μόνον γνώμονα τις προσωπικές τους σχέσεις. Επειδή ουδείς εχέφρων πιστεύει φυσικά, ότι δεν υφίστανται πολλοί αξιολογότεροι, κατά πολύ νεώτεροι, με σημαντικό έργο Έλληνες πολίτες, που αν μη τι άλλο για λόγους ευνομίας και ηθικής τάξης έχουν κάθε δικαίωμα να δοκιμασθούν σε αυτές τις θέσεις, που δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και κακώς οι υπουργοί τις χειρίζονται ως τσιφλίκια τους.
Όσον αφορά εκείνους που πιστεύουν ότι θα μνημονεύονται εις το μέλλον επειδή παρέμειναν επί μακρόν σε μια δημόσια θέση, συνήθως παράγοντας έργο αμφιβόλου κοινωνικής αξίας, σπανιότατα δε οικονομικής, πλανώνται πλάνη οικτρά, καθώς η ιστορία έχει καταδείξει ότι προκειμένου να διεκδικήσει τις θέση στην παγκόσμια ιστορία οφείλει να προβεί σε σημαντικές καταστροφές και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως οι κομμουνιστές υπό το Στάλιν, οι Γερμανοί υπό τον Χίτλερ, κ.ά.
Άλλως πως η μεταθανάτια παρουσία του σινιέ σαβανωμένου δημόσιου λειτουργού στον μικρό, αυτό μέγα ελληνικό κόσμο, θα περιορισθεί σε κάποιο ζωγραφικό πίνακα, η σε μια απομίμηση αρχαικής επιτύμβιας στήλης, αμφότερα έργα συγχρόνων πλην όμως μετρίων εικαστικών δημιουργών που θα κοσμήσουν για ελάχιστο χρονικό διάστημα τις προθήκες κάποιου μουσείου η πινακοθήκης προτού στοιβαχτούν όπως άλλωστε συμβαίνει και με αξιολογότερα έργα σε κάποια ανήλια αποθήκη και σιγά σιγά θα ενσωματωθούν με το απόλυτο, αιώνιο σκότος της ανυπαρξίας.
Ευτυχώς δια παντός διά την ιστορία της χώρας μας, δυστυχώς πολύ αργά δι’ημάς.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης