ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

«Δεν έχω φίλους στην επιτροπή Nobel»  δήλωσε χαμογελώντας ο 83χρονος Πίτερ Χιγκς, ο Βρετανός επιστήμων που έπειτα από 48 έτη ερευνών ανακάλυψε το «σωματίδιο του θεού», μια σημαντικότατη ανακάλυψη στον τομέα των φυσικών επιστημών στην εποχή μας, υπονοώντας ότι δεν θα βραβευθεί από την επιτροπή Nobel, ως υπέδειξε η ετέρα διάνοια, ο Χόκιν.

«Δεν έχω φίλους στο ελληνικό κράτος», θα μπορούσε να δηλώσει ο καθένας από τα εκατομμύρια των ανέργων του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα, υπονοώντας ότι ουδείς από την κυβέρνηση και το σύνολο του δημοσίου τομέα δεν δίνουν δεκάρα κατά πόσον θα επιβιώσει έστω και ένας ιδιώτης, έστω ως μουσειακό είδος, καθώς μόνη τους έννοια είναι να μη διαλυθεί η κόπρος του Αυγεία, ήτοι το δημόσιον.

Οι λόγοι γνωστοί τοις πάσι. Το δημόσιο αποτελείται από εξαρτώμενους ψηφοφόρους ως επί το πλείστον ικανοποιητικώς αμειβόμενους,  που παράγουν ασήμαντο η μηδαμινό έργο η παρέχουν ευτελούς επιπέδου υπηρεσίες,  στυλοβάτες μιας συνεχούς ροής διαπλεκόμενων καταστάσεων, ανθρώπους που, εν τέλει, φέρουν όλα σχεδόν τα ελαττώματα του ανθρωπίνου είδους.

Το ελληνικό δημόσιο από τα υψηλότερα κλιμάκια, καθηγητές και πολιτικούς, μέχρι τα κατώτατα, συνδικαλιστές και ανειδίκευτους εργάτες, αποτελεί μοναδικό είδος στο κοινωνικό τοπίο. Μοναδικό στον κόσμο, απ’ όσο γνωρίζουμε, καθώς τρέφεται απομυζώντας ως βδέλλες η καταβροχθίζοντας ως πιράνχας, τα υγιή κύτταρα της ελληνικής κοινωνίας. Τους αγωνιστές της καθημερινότητας, εκείνους που ωριμάζουν σφυρηλατημένοι από την ανασφάλεια της ανεργίας και των επακόλουθων της, την πενία, την οργή, την κατάθλιψη, την αυτοκτονία. Το σύνολον του ιδιωτικού τομέα.

Ορισμένοι αναγνώστες προσπαθούν να αντιληφθούν τη σχέση του γηραιού αγωνιστή επιστήμονα με τους κατατρεγμένους της ελληνικής κοινωνίας, εκείνο το 1.000.000 ατόμων, που περιφέρονται ως σαρκία βαστάζοντα ψυχή, από θύρα εις θύρα επιδιώκοντας να ανεύρουν μια απασχόληση που θα τους επιτρέψει να παράσχουν τα απαραίτητα προς το ζην στους αγαπημένους τους, γονείς, σύζυγο και τέκνα.

Αυτόν τον αγώνα, τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων, προσομοιάζω με τον αγώνα του Πίτερ Χιγκς και αυτό γιατί όπως και εκείνος πίστευε σε μια ιδέα που χρειάστηκε να περάσουν 48 έτη προσπαθειών, αγωνιών, ταλαιπωριών προκειμένου να την επαληθεύσει, έτσι και η ακάματη ελληνική ψυχή δεν πτοείται και συνεχίζει τον αγώνα της ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή, εν ευθέτω χρόνω, θα δικαιωθεί.

Τι θάρρος και εγκαρτέρηση επέδειξε, σε τι θυσίες υπέβαλε εαυτόν ο εξαίσιος τούτος επιστήμων μη θέλοντας να προδώσει την πίστη του, μη επιθυμώντας να εγκαταλείψει τον αγώνα του. Και τελικώς δικαιώθηκε. Ατυχείς οι  χαρακτηρισμοί των επικριτών του που βιάσθηκαν να τον στηλιτεύσουν, να επικρίνουν έναν άνθρωπο που μετά από 48 έτη άοκνης, εξουθενωτικής προσπάθειας, είδε την αρχή, ίσως, των πάντων, κατά την επιστήμη, και ανενδοίαστα, σαν κέλευσμα αρχέγονο από τα κύτταρά του, το βάπτισε του Θεού. Δεν διακρίνουν τον απόλυτο σεβασμό προς το θείο που περικλείει αυτή η ονοματοδοσία;

Φυσικά όχι. Μικροί και ασήμαντοι ενώπιον της προόδου ενοχλούνται καθώς διαισθάνονται το τέλος του σαθρού κόσμου τους που βασίζεται στη υποκρισία και όχι στην αλήθεια. Έτσι και στη χώρα μας, οι στυλοβάτες του σαθρού δημόσιου τομέα, του κράτους εν κράτει που συνεστήθη, κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να παραμένουν πάντα στην εξουσία οι ασήμαντοι αμβλύνοες δικτατορίσκοι που επί 38 έτη μας κυβερνούν, διασφαλίζοντας μέχρι τέλους του βίου τους αφ’ ενός την επιβίωσή τους, αφ’ ετέρου την ατιμωρησία τους. Τουλάχιστον οι πρωτεργάτες της δικτατορίας είχαν το θάρρος να υποστούν τις συνέπειες του τολμήματός τους. Οι πολιτικοί που τόσο κόπτονται για τη δημοκρατία και τις αρχές της γιατί αποφεύγουν την τιμωρία που τους αρμόζει επειδή οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή άθλια κατάσταση από πάσης απόψεως.

Πως τολμούν οι άνθρωποι αυτοί να αντικρίζουν κατάματα τον Έλληνα αγωνιστή, τον εργαζόμενο η άνεργο του ιδιωτικού τομέα, τον οποίον επί 38 έτη ευτελίζουν, επιβάλλοντάς του ως συμπολίτες του, τους οκνηρούς και αμετροεπείς λειτουργούς  του δημοσίου, επισείοντας τη Δαμόκλεια σπάθη πάνω από τον τράχηλό του, και απειλώντας τον καθημερινά με κατακρήμνιση στα Τάρταρα;

Πόση αντοχή επιδεικνύει το σώμα του απλού, καθημερινού Έλληνα που ανέχεται την εξαπλωνόμενη αυτή βδελυρή γάγγραινα που κατατρώγει αργά και επώδυνα το κορμί του και δεν εγείρεται κατά της πολιτείας και των εκπροσώπων της; Πόση πίστη διαθέτει η ψυχή του κατατρεγμένου Έλληνα ώστε να μην αποφασίζει να αλλαξοπιστήσει ώστε να απολαύσει ως δικαιούται τους καρπούς του κόπου του; Πόση αγάπη τρέφει η καρδιά του συντετριμμένου Έλληνα ώστε να μην θέλει να εγκαταλείψει την αγαπημένη του πατρίδα αλλά επιμένει να βασανίζεται στα χώματά της; Πόσο σθένος κρύπτει η ψυχή του προδομένου Έλληνα που δεν αποφασίζει να ξεχυθεί στους δρόμους και τις πλατείες να πάρει τα κεφάλια των γενίτσαρων αδελφών του;

Αντοχές που δοκιμάστηκαν επί 400 έτη υφίστανται ακόμα στα κύτταρα του αγνού πατριώτη, του ανθρώπου που πιστεύει στην πατρίδα και τη θρησκεία που πίστεψαν πριν από αυτόν οι πρόγονοί του, το αίμα του, που έμαθε να αγωνίζεται για τις ίδιες αρχές που αγωνίστηκαν πριν από εκείνον οι πρόγονοί του, το αίμα του, που έμαθε να φροντίζει και να πονάει τα ίδια πρόσωπα που αγαπούσαν εκείνοι, το αίμα του.

Ένα αίμα αγνό και ηρωικό, ένα αίμα ιστορικό και αιώνιο, ένα αίμα που μας οδηγεί στην αρχή της ύπαρξης της φυλής μας, του αθάνατου γένους των Ελλήνων, ένα αίμα που γεννήθηκε από το σωματίδιο του θεού και θα συνεχίσει να υπάρχει στο μέλλον όταν εμείς θα έχουμε πάψει να υπάρχουμε. Αρκεί να φροντίσουμε εγκαίρως να αποτινάξουμε από πάνω μας, από μέσα μας, το άλλο αρχέγονο σωματίδιο που στιγματίζει την ελληνική φυλή

Το σωματίδιο του διαβόλου

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ

ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ

Κάθε φορά που μετέχω σε μια κριτική επιτροπή μετανιώνω και υπόσχομαι στον εαυτό μου να μην ξαναδεχθώ. Πάντα όμως αθετώ την υπόσχεσή μου και ευρίσκομαι πάλι στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να κρίνω μια σωρεία έργων που κανείς φυσιολογικός θεατής δεν θα επέλεγε να παρακολουθήσει. Γιατί κακά τα ψέματα ο μέσος θεατής, ο καθημερινός, φυσιολογικός άνθρωπος είναι ο καλύτερος κριτής ενός οπτικοακουστικού έργου, μιας ταινίας, όσο και αν δημιουργοί και κριτικοί προσπαθούν να υποτιμήσουν την νοημοσύνη του. Και αυτή τη φορά, όπως κάθε άλλη φορά, είχα την ατυχία να με παρακαλέσουν να μετάσχω στην κριτική επιτροπή του ελληνικού τμήματος. Φίλοι και καλά παιδιά οι οργανωτές, πώς να τους αρνηθώ; Με βαριά καρδιά επιτέλεσα το καθήκον μου και παρακολούθησα όλες τις ταινίες. Δεν υφίσταται χαρακτηρισμός που θα ανταποκρινόταν ευστόχως στην παντελή απουσία οιασδήποτε αισθητικής η δραματουργικής αξίας. Οι ταινίες ακόμα και κρινόμενες ως πρωτόλεια δεν πληρούσαν καμία προυπόθεση που θα με παρακινούσε να τις παρακολουθήσω, έστω με μικρό ενδιαφέρον.

Πλην τριών, εκ των οποίων η καλλίστη ήταν παραγωγή υψηλών προδιαγραφών από πάσης απόψεως και οι άλλες δύο συμπαθητικές, οι υπόλοιπες δεν έπρεπε να έχουν περιληφθεί στο διαγωνιστικό – επειδή ίσως ακούγομαι υπερβολικός ας δεχθώ ότι οι συμπαθητικές ήταν τελικά τέσσερις. Επί ποινή στερήσεως πνευματικών, κατά το πολιτικών, δικαιωμάτων, οι υπόλοιπες.

Πρότεινα μόλις δύο εξ εκείνων για βράβευση, καθώς και έτερο μέλος της επιτροπής, γεγονός που οφείλω να ομολογήσω ότι με εξέπληξε ευχάριστα. Παρέδωσα μάλιστα εγγράφως το σκεπτικό μου ώστε να μην είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η τοποθέτησή μου και απεχώρησα. Άκρως ενοχλημένος. Γιατί; Επειδή με ενοχλεί να χάνω το χρόνο μου ασκόπως. Και η παρακολούθηση των συγκεκριμένων ταινιών απέβη άσκοπη. Ποσώς ωφελήθηκα από τη θέαση τους. Όμως αυτό που με ενόχλησε ιδιαίτατα ήταν ότι κανείς δεν έχει το θάρρος να πει την αλήθεια σε εκείνους που δημιούργησαν τις εν λόγω ταινίες. Ότι καλό θα ήταν να αλλάξουν προσανατολισμό. Ότι δεν διαθέτουν ίχνος ταλάντου προκειμένου να δημιουργήσουν μια καλή ταινία. Και ότι οι συνεχείς αποτυχίες θα τους φθείρουν και τελικά θα τους καταστήσουν εμπαθείς και εχθρικούς έναντι κάθε επιτυχημένου δημιουργού. Επειδή ως γνωστόν οι Έλληνες δεν αρέσκονται να ακούν ότι δεν έχουν δίκιο και ότι το έργο τους δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον. Επιζητούν και λατρεύουν την κολακεία, απεχθανόμενοι την αλήθεια. Άλλωστε εξ αιτίας των ανωτέρω ελαττωμάτων ευρισκόμεθα στην σημερινή οικτρή οικονομική κατάσταση η οποία οσονούπω θα επιδεινωθεί.

Οποία δυσάρεστη έκπληξη με ανέμενε λίγο αργότερα. Εδέχθην τηλεφώνημα από παράγοντα ο οποίος εζήτησε να δεχθώ να βραβευθούν πέραν των τριών ταινιών ώστε να μη στενοχωρηθούν τα παιδιά και να τους δοθεί ένα κίνητρο να συνεχίσουν την προσπάθεια. Θύμωσα. Μου ζητούσαν, παρανόμως, να επιβραβεύσω την προχειρότητα, την ασημαντότητα, την κενότητα ώστε να μην στενοχωρηθούν τα παιδιά.

Ευρισκόμεθα εις ελευθέρα πτώση προς τον όλεθρο και δεν εννοούμε να απαλλαγούμε από τα ελαττώματα που μας ταλανίζουν ανέκαθεν. Επί τριάντα έτη αναπαράγουμε αυτήν την αντιδημοκρατική συνήθεια, να μην αξιολογούμε ώστε να ξεχωρίζουμε τους ικανούς αλλά τους ανικάνους, να μην προβάλουμε το καλό αλλά το μέτριο, να μην επιβραβεύουμε τον ξεχωριστό αλλά τον φίλο μας η συγγενή μας, να μην τιμάμε τον έντιμο αλλά τον ανέντιμο. Αποτέλεσμα της ανωτέρω αντίληψης είναι η σημερινή κατάσταση της Ελλάδος που από το 1974 επέτυχε αντί να δημιουργήσει πολίτες ανδρείους, εντίμους και εργατικούς, να ξεγελάσει ένα μεγάλο μέρος του άλλοτε υπερήφανου ελληνικού λαού και να τον καταστήσει υποχείριο των διεφθαρμένων ταγών του, μυώντας τους σε μια ιδεολογία ψευδούς ισότητας που βασίζεται στην φυγοπονία, την οκνηρία, την απάτη, τη διαβολή, την διαπλοκή.

Και μου ήρθαν στο νου τα λόγια που απηύθυνε ο Αίας, προς τους Έλληνες, ενώ οι Τρώες ευρίσκονταν προ των ελληνικών πλοίων.

«αἰδώς Ἀργεῖοι· νῦν ἄρκιον ἤ ἀπολέσθαι ἠέ σαωθῆναι καί ἀπώσασθαι κακά…»

Αλέξανδρος Κακαβάς, Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΓΟΝΟΙ ΕΥΠΟΡΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ

ΓΟΝΟΙ ΕΥΠΟΡΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ

«Ο πρωθυπουργός κινείται αποτελεσματικά,  πλην όμως αδιαφορεί παντελώς για την ηθική τάξη, είπε* με τα υπέροχα γαλάζια μάτια της να διασταυρώνονται με το θλιμμένο βλέμμα του. Ένας αιώνας ζωής, μια πολύτιμη πείρα, αποκύημα ετών αγώνα, μερικές αποφθεγματικές ρήσεις, στις οποίες έχει αποκρυσταλλωθεί η σοφία τόσων στιγμών ζωής και το αιώνιο ερώτημα, κατά πόσον ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, κατά πόσον το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν αφορά την οικονομική κρίση αλλά την ηθική κατάπτωση.

Πολλάκις, ακόμα και πρόσφατα, εκείνος είχε υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων να συνηγορήσει υπέρ των βορείων κοινωνιών, όπου το άτομο από μικρή ηλικία μάθαινε να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, αντίθετα από τη χώρα του όπου οι νέοι γαλουχούνταν με εσφαλμένα ιδεώδη. Της τρυφηλότητας και της ήσσονος προσπάθειας. Η δικαιολογία που ως επωδός επαναλαμβανόταν από τους περισσότερους γονείς ήταν απλοική. «Εδώ είμαστε Ελλάδα». Αρκούσε αυτή η ρήση, σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους που σύχναζε, επαγγελματικούς και φιλικούς, για να αφυπνισθεί μια ανεπαίσθητη θλίψη που έφερε μέσα του από τότε που εκών άκων είχε επιστρέψει στην πατρίδα του. Μια πατρίδα που όπως γράφει και ο Γεώργιος Σεφέρης όπου και αν κοιτάξεις σε πληγώνει.

Άραγε τώρα που η Ελλάδα βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στην ανυποληψία και γνωρίζει τη διεθνή αδιαφορία θα αλλάξει η σαθρή αυτή αντίληψη, ότι είμαστε ξεχωριστοί, διαφορετικοί,  η όπως είθισται με τους απαίδευτους λαούς, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο ελληνικός, οι γονείς θα συνεχίσουν να επιμένουν ότι τα τέκνα τους δεν οφείλουν να συνεισφέρουν στο γενικό καλό παρά αφού συμπληρώσουν το τριακοστό έτος της ηλικία στους και πάλι εάν και εφ’ όσον το θελήσουν. Γιατί αρνούνται να αποδεχθούν ότι αυτή ακριβώς η εσφαλμένη αντίληψη που ως αποτέλεσμα έχει τη δημιουργία κηφήνων και σαρδανάπαλων συνέβαλε τα μάλα στην αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού της Ελλάδος.

Η παρότρυνση προς τα τέκνα να φοιτήσουν σε κάποιο ανώτατο ίδρυμα, καίτοι όλοι γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα εκ των ανωτάτων ιδρυμάτων της χώρας μας ουδόλως συμβάλουν στην διεύρυνση του πεδίου των γνώσεων και ακόμα λιγότερο στην  εκλέπτυνση των ηθών, συμβάλλοντας μόνον στην αύξηση του  αριθμού των ατόμων που κατέχουν ένα μηδαμινής αξίας πτυχίου, τι προσφέρει στην ταλαίπωρη χώρα μας;  Ένα πλήθος κακομαθημένων ανθρώπων που απαιτούν τη θέση των γονέων τους να καταλάβει το κράτος, ήτοι οι ίδιοι ουδόλως να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν οτιδήποτε θα μπορούσε αφ’ ενός να τους θρέψει, αφ’ ετέρου να θρέψει και άλλους συμπολίτες μας.

Όλος ο καυγάς λοιπόν γίνεται για το πάπλωμα καθώς οι «τεμπέληδες της εύφορης Ελλάδος» αρνούνται καίτοι ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών, η ορθότερα εντός, δεν δείχνουν διατεθειμένοι να αλλάξουν συνήθειες και έστω και κατ’ αυτή την τόσο δύσκολη περίσταση να φανούν αντάξιοι των ηρωικότερων προγόνων τους. Η σημερινή άθλια κοινωνική πραγματικότητα, αποτέλεσμα μιας εκδικητικής πολιτικής των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών, προς τους αστικούς πληθυσμούς της χώρας μας και ιδιαίτερα τους επιχειρηματίες, δεν πρόκειται να θεραπευθεί με τα έωλα οικονομικά μέτρα που επιβάλλονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Όλοι γνωρίζουν ότι τα μέτρα αυτά είναι επιπόλαια και δεν ανταποκρίνονται σε καμία μακροπρόθεσμη οικονομική πολιτική εξυγίανσης του κράτους μας, όταν μάλιστα το ίδιο το κράτος αποδεικνύει με τις ενέργειές του ότι συνεχίζει να υποθάλπει την κομματική συναλλαγή. Ψηφίζει μεν νόμους που καταβάλουν, συνθλίβουν κυριολεκτικά, τον μέσο πολίτη της χώρας, αρνείται δε να περιορίσει τις δημοσιονομικές δαπάνες, καταργώντας τους άχρηστους οργανισμούς και τα νομικά πρόσωπα τόσο Δημοσίου όσο και ιδιωτικού δικαίου που ουδέν προσφέρουν στη χώρα μας.

Συνεχίζει δε να υποστηρίζει την οικογενειοκρατία και την προώθηση ανικάνων και ανέντιμων σε θέσεις της δημόσιας διοίκησης. Η συντήρηση αυτού του καθεστώτος της ανομίας και της αχρειότητας οφείλεται κατά κύριο λόγο στο φόβο που νοιώθουν οι εκάστοτε αρχηγοί να προσπαθήσουν επιτέλους να ασκήσουν χρηστή και δίκαιη διοίκηση καθώς μέλημα τους είναι η παραμονή στους κύκλους της εξουσίας, ει δυνατόν, ακόμα και μετά θάνατον,  όσο μακάβριο και αν ακούγεται τούτο. Όσο σημαντική όμως και αν είναι, κατά την άποψη των κομμάτων, η διατήρηση τους στην εξουσία ώστε να εφαρμοσθούν τα κατά τα οικονομικά επιτελεία τους επώδυνα μεν, αναγκαία δε, μέτρα προς αποσόβηση του κινδύνου της ολοσχερούς χρεοκοπίας άλλο τόσο, ίσως περισσότερο σημαντική και απαραίτητη να είναι η αδήριτη ανάγκη να επέλθει το συντομότερο η ευκταία, από το σύνολο του ελληνικού λαού, πολιτική κάθαρση.

Ο ελληνικός λαός θα δεινοπαθήσει επειδή απεμπόλησε εκούσια τα ιδανικά και τα ιδεώδη των προγόνων του. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια από το 1974 μέχρι σήμερα αντί να μεριμνήσει να μεγαλώσει τα παιδιά του με τις ίδιες αξίες που μεγάλωσε ο ίδιος, τα άφησε χωρίς καθοδήγηση, στο όνομα μιας ψευδούς ελευθερίας που έτεινε στην ασυδοσία με αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινωνικών στρωμάτων που σήμερα καθίσταται εμφανές ότι είναι ανίκανα να διαχειρισθούν τη δυσοίωνη μοίρα του τόπου μας. Έτσι πέραν του πλήθους των αδαών με πτυχία, ο τόπος μας βρίθει από ανθρώπους άνευ αξιών και στερούμενα ήθους που μετέχουν σε ένα τεράστιο πλήθος ατόμων που αναμένουν το διορισμό τους σε κάποια θέση του δημοσίου και που επ’ουδενί εννοούν να επιδιώξουν να κερδίσουν το προς το ζην με τον κόπο τους και να συμβάλουν έτσι στην ανάκαμψη της οικονομίας της πατρίδας μας.

Και τούτο επειδή σχεδόν ουδείς πιστεύει ότι οι άνθρωποι που μας κυβερνούν οραματίζονται μια Ελλάδα απαλλαγμένη του σαθρού και σπάταλου κράτους, καθώς οι περισσότεροι εξ εκείνων φέρουν τα ελαττώματα που καλλιεργήθηκαν επί 50 σχεδόν έτη στην κοινωνία μας και πρώτοι εκείνοι αρνούνται να μας απαλλάξουν από τους άχρηστους και ανήθικους εαυτούς τους. Είναι ευκαιρία λοιπόν, κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο, να θυμηθούμε εκείνες τις «αναχρονιστικές» αρχές, τις «παρωχημένες» αξίες που διδαχθήκαμε προ του 1974, από τους γονείς μας και τους δασκάλους μας.  Επειδή παρά τα όποια μειονεκτήματά τους, συγκριτικά με την αναρχία και την ασυδοσία που έχουν μιάνει τη σημερινή νεολαία που στερούνται προτύπων και ινδαλμάτων καθώς τα πάντα έχουν διαβρωθεί από την πολιτική λαίλαπα που ενέσκηψε επί του τόπου μετά το 1974 και αποψίλωσε τους περισσότερους Έλληνες από οιοδήποτε ίχνος αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας, παραμένουν ακόμα ανυπέρβλητες.

Ίσως η συνεχιζόμενη κατάχρηση της εξουσίας από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς και τις παραφυάδες τους, με την εξαίρεση κάποιων βουλευτών και δημοσίων λειτουργών, όπου δεν εννοούν να παραμερίσουν τις προσωπικές φιλοδοξίες προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, να εκληφθεί ως αφορμή από τις γενιές που πλήττονται από την ανεργία ώστε να εξεγερθούν και να ανατρέψουν την κρατούσα κατάσταση και κυρίως να απαιτήσουν, και να τη δουν να εφαρμόζεται, η όποια τιμωρία κρίνεται απαραίτητη ώστε να πεισθεί ο λαός ότι όντως, έστω και με καθυστέρηση, τόσων ετών, έλαβε και στη χώρα μας μια επιχείρηση «καθαρά χέρια».

Αλλιώς το μέλλον μας επιφυλάσσει εκπλήξεις, με αιματηρές μάλιστα συνέπειες. Μόνον που την επόμενη φορά ελπίζουμε τα θύματα να μην είναι αθώοι πολίτες,  όπως στην περίπτωση των θυμάτων της Μαρφίν, που σημειωτέον, ακόμα περιμένουν δικαίωση. Κι όσο και αν θεωρούμε ότι η βία δεν είναι λύση, η πλήρης αδιαφορία που επιδεικνύουν οι κυβερνώντες για την ικανοποίηση του δίκαιου λαϊκού αιτήματος απόδοσης δικαιοσύνης για την κατάσταση στην οποία μας έφεραν οι επί σχεδόν 50 έτη κυβερνήσαντες,  μας επιτρέπει να αντιληφθούμε γιατί πολλοί Έλληνες πολίτες γυρεύουν επιχειρήματα ώστε να δικαιολογήσουν τον τρόπο που οι γόνοι των ευπόρων οικογενειών μας κυβερνούν.

Άλλωστε και ο Λένιν γόνος εύπορης οικογένειας ήταν.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

*Βιργινία Τσουδερού, κόρη του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού. Διετέλεσε βουλευτής της Ε.Κ.-Νέες Δυνάμεις, της Ε.Δ.Κ. και τέλος της Ν.Δ. 1989-90 και Υφυπουργός Εξωτερικών 1991-93

 

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

…  «Ἡ ἔμφυτος τάσις τοῦ βλακός, ἐξικνουμένη συχνότατα εἰς ἀληθῆ μανίαν ὅπως ἀνήκῃ εἰς ἰσχυρὰς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας πάσης φύσεως ὀργανώσεις, ἐξηγεῖται … ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀγελοποιήσεως, εἰς ἣν μονίμως ὑπόκειται, λόγω ἐλλείψεως ἀτομικότητος (ἐξ οὗ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κατὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ), …. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ τάσις αὕτη ἀμάχητον σχεδὸν τεκμήριον περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς πνευματικῆς του ἀναπηρίας.

Ἡ ἀκατανίκητος ἐπίσης τάσις τῶν βλακῶν πρὸς τὰς πάσης φύσεως ἀγελαίας ἐμφανίσεις (κοσμικαὶ συγκεντρώσεις καὶ causerie τρεφομένη ἐκ τῶν περιεχομένων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) καὶ διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) εἶναι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω αὐτονόητος.»

Τα ανωτέρω αποσπάσματα προέρχονται από το υπέροχο πόνημα του συγγραφέως Ευαγγέλου Λεμπέση «Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» το οποίο συνιστούμε σε όλους, βλάκες και μη, να αναγνώσουν πάραυτα καθώς πλέον ευρίσκεται ανηρτημένο στο διαδίκτυο οπότε δεν ευσταθεί η δικαιολογία ότι έχει εξαντληθεί η έκδοση.

Θα αποτολμούσα να στοιχηματίσω ότι ακόμα και οι βλάκες θα το απολαύσουν ακόμα και αν θεωρήσουν ότι δεν τους αφορά. Φυσικά το ερώτημα που τίθεται για πολλοστή φορά έγκειται στο κατά πόσον τόσον αξιόλογα συγγράμματα συμβάλλουν στην όξυνση του πνεύματος των αναγνωστών η αντιθέτως κάνουν τους αναγνώστες πολέμιους κάθε έκφρασης οξυδερκούς και εχέφρονος σκέψης, καθιστώντας τους έρμαια των πλέον ανοήτων και ευτελών σκέψεων ως αρμόζει σε κάθε βλάκα που θεωρεί εαυτόν ευφυή.Διερωτώμαι όμως, επίσης, κατά πόσον εφ’ όσον το Ελληνικό κράτος κυβερνάται από βλάκες, καθώς τα ανωτέρω χαρακτηριστικά φέρουν οι περισσότεροι από τους κρατικούς η δημοσίους λειτουργούς, έχει πιθανότητες να αποφύγει τον όλεθρο.

Και τούτο επειδή ως λέγει ο συγγραφέας «…Λαμβανομένης ἤδη ὑπ᾿ ὄψιν τῆς ἐπικαίρου ταύτης θέσεως τῶν κατωτέρων βαθμίδων καὶ προσώπων ἐν τῷ κοινωνικῷ  διαφορισμῶ καθίσταται ἀπολύτως νοητὴ καὶ ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας διὰ κοινοῦ μεταξὺ τῶν συνασπισμοῦ ἀναδεικνύοντος ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δι᾿ ὀργανωμένης ἀντιστάσεως (boycotage) πρὸς τὰ ἄνω καὶ παραλύσεως τῶν τυχὸν ἀντιθέτων ἐνεργειῶν τῶν ὑπερκειμένων παραγόντων πρὸς ἀνάδειξιν ἄλλου πράγματι ἱκανοῦ, προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δι᾿ ὀργανωμένης προωθήσεως προσώπου ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο καλεῖται κλίκα. Ὅτι τὴν ἐξέλιξιν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήση εἶναι φανερόν, ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ νομοτελειακὴ συνάρτησις τῶν ὡς ἄνω δεδομένων. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνάρτησιν τὸ φαινόμενον συνεχίζεται: «ἑνὸς βλακὸς προκειμένου μύριοι ἕπονται», ὁ δὲ οὕτω ἀνελθῶν βλὰξ θὰ προωθήση ὁ ἴδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα ἑαυτοῦ, μέχρις ὅτου ή μία βίαια ἔξωθεν ἐπέμβασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἄλλου τινὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκφυλισμὸς ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, ἐπιφέρει θεμελιώδη τινὰ ἀνατροπὴν ἢ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τοῦ ἐκφυλισθέντος ὀργανισμοῦ.»

Επειδή εγώ τουλάχιστον δηλώνω ότι απεχθάνομαι οιαδήποτε μορφή βίας, ιδίως όταν αύτη ασκείται κατά αδυνάμων και ανημπόρων πολιτών, όπως συμβαίνει κατ’ αυτήν την ιστορική περίοδο όπου διαδοχικές κυβερνήσεις  ανάλγητα και άνευ ηθικών ενδοιασμών έχουν οδηγήσει στην εξαθλίωση το μεγαλύτερο μέρος του υγιούς πληθυσμού της χώρας, ήτοι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, τους ελεύθερους επαγγελματίες  και τους επιχειρηματίες, διερωτώμαι με ποιο τρόπο μπορεί ο δύσμοιρος αυτός λαός να απαλλαγεί όχι των βλακών εν γένει, καθώς αυτοί, καθώς φαίνεται, είναι ανεξάντλητοι καθώς η βλακεία έχει εξελιχθεί σε επιδημική ασθένεια αλλά των βλακών που διοικούν το κράτος και το έχουν φέρει σε αυτή την οικτρή κατάσταση.

Οι πομφόλυγες, υπερφίαλοι πολιτικοί που κυβερνούν κατά τα τελευταία έτη γνωρίζουν ότι ο μόνος τρόπος σωτηρίας της χώρας είναι η ολοσχερής κατάργηση του δημοσίου. Τούτο πρέπει να γίνει δι’ αναθεώρησης του Συντάγματος οπότε δια της καταργήσεως της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων τούτο θα καταστεί εφικτό.

Οι πολιτικοί όμως των παραδοσιακών κομμάτων, δεν είναι τόσο βλάκες ώστε να μη γνωρίζουν ότι η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων θα έθετε σε κίνδυνο την παραμονή τους στη βουλή καθώς και οι πλέον βλάκες των ψηφοφόρων θα απαιτούσαν κάποιο ‘ρουσφέτι’ που όμως πλέον οι απελεύθεροι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν. Και τούτο επειδή η διατήρησή τους στη θέση τους δεν θα εξηρτάτο πλέον από τη βούληση του κάθε υπουργού-προστάτη αλλά από τα ίδια τους τα προσόντα τα οποία ακόμα και αν κάποιος τα αμφισβητούσε θα υπήρχε μια ανωτάτη, αδέκαστη αρχή, που θα επιβεβαίωνε την ορθότητά τους και θα τους προστάτευε από αυθαιρεσίες και αδικίες των πολιτικών.

Οι συνεχείς δε αξιολογήσεις όλων των δημοσίων υπαλλήλων από ιδιωτικές εταιρίες και όχι από επιτροπές συναδέλφων θα συνέβαλαν στη σταδιακή απαλοιφή εκείνης της παροιμιώδους θρασείας συμπεριφοράς που σε συνδυασμό με τη μικρή η  μηδαμινή κοινωνική προσφορά συνθέτουν το πορτρέτο του σύγχρονου, μέσου,  Έλληνα δημόσιου υπαλλήλου.

Άνευ δε της καταργήσεως του κράτους και της επανεκκίνησής του ουδεμία πιθανότητα υφίσταται αλλαγής της δυσώδους και τελματώδους αυτής κατάστασης που διέπει το ελληνικό κράτος. Και για αυτό, πέραν των αρχεγόνων ελαττωμάτων της ελληνικής φυλής που η θέση εξουσίας του δημοσίου υπαλλήλου εξακοντίζει σε υπερθετικό τυραννικό βαθμό, τα μάλα συμβάλλει η ίδια η φύση του άφιλου, αν μη εχθρικού, προς τον πολίτη, Κράτους και ιδίως η δαιδαλώδης, διεφθαρμένη και εν πολλοίς άχρηστη γραφειοκρατία του, που έχει αναπτυχθεί σε τοιούτο βαθμό από τους πλέον δαιμόνιους των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να διαφυλαχθούν τα, ανεντίμως, κτηθέντα προνόμια και να διασφαλισθούν εσαεί οι θέσεις τους, που δεν θα καταστραφεί παρά μόνον εάν εκριζωθεί και ριφθεί στο πυρ το εξώτερον.

Οπότε αν και απολαύσαμε το υπέροχο σύγγραμμα του Ευάγγελου Λεμπέση και συμφωνούμε με την άποψή του, διερωτώμεθα μήπως, τελικώς, οι «βλάκες» δημόσιοι υπάλληλοι τεραστία σημασία δεν έχουν για την κοινωνική ζωή, παρά μόνον για την κλίκα τους.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Απεφάσισα να γράψω ένα μη πολιτικό κείμενο για την Θεσσαλονίκη που επισκέφθηκα εκών άκων προ εβδομάδος επειδή η εν λόγω πόλη την οποία γνώρισα το 1976 για πρώτη φορά, ως φοιτητής, με σαγήνευσε και πάλι ως άθικτο, ανέγγιχτο από τον χρόνο, όμορφο, θελκτικό, θηλυκό.

Αν και η Αθήνα έχει θάλασσα, το παλαιό Φάληρο που αφυπνίζει μνήμες της νιότης μου όταν πηγαίναμε, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στον Μπάτη με τη μητέρα μου και τον μοναδικό μικρό μου αδελφό  για μπάνιο στη θάλασσα. Πιο μακριά τη Γλυφάδα με τις καμπάνες του Αστέρος, και την ανεξερεύνητη τότε Βουλιαγμένη, που κατέστη γνωστή και κοσμική χάρις στο πολυτελές ξενοδοχείο Astir Palace. Τέλος όσοι διαθέταμε μοτοσικλέτες χαιρόμασταν τα έρημα λιμανάκια της Βάρκιζας όπου άλλωστε το μαγιό αποδεικνυόταν περιττό. Ίσως γράφω αυτόν το μικρό πρόλογο για την Αθήνα από ενοχές που μου αρέσει περισσότερο η Θεσσαλονίκη. Ίσως πάλι να έχω βαρεθεί πλέον την Αθήνα εξ ου και η σύντομη αυτή διαμονή στη Θεσσαλονίκη να με έκανε να την ερωτευθώ, όπως μια ερωμένη ξεγελά, για λίγο ευτυχώς, το σύζυγο, και τον πείθει ότι διαθέτει χάρες που δεν διαθέτει η επί ετών σύζυγος η σύντροφος.  Επειδή τυγχάνω, μετά από δύο συζυγικές περιόδους, άνευ συζύγου, κατ’ αυτήν  την περίοδο, δεν πιστεύω ότι με έθελξε η όμορφη Θεσσαλονίκη λόγω των θέλγητρων της. Άλλωστε στα 18 μου χρόνια την πρωτογνώρισα, στα 18 με πλάνεψε, ακόμα και ο πρώτος μου έρωτας Θεσσαλονικιά ήταν, φέρω ακόμα το στίγμα τους μέσα μου.

Θυμάμαι τότε πως αγαπούσα αυτήν την πόλη κι ας μην πέρναγα πάντα καλά και υπέροχα, όμως ανέκαθεν ασκούσε πάνω μου μια περίεργη γοητεία που αφυπνίζεται ακόμα στο αντίκρισμά της, καθώς γεμίζει το βλέμμα μου από την έκτασή της καθώς οδεύω με το αυτοκίνητό μου προς την πόλη. Ποτέ δεν βαρέθηκα αυτή τη διαδρομή, από το σπίτι μου στο κέντρο της Αθήνας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης καθώς σχεδόν πάντα κατέλυα στο κέντρο της πόλης. Συνήθως σε ξενοδοχεία, Tourist, Ολύμπια, ABC, Mediteranee, Μακεδονία Palace, City, Holiday Inn, Capitol, Καψής, Αμαλία κ.ά. Όμως πρώτη μεγάλη μου αγάπη, παραμένει το Ολύμπια, κάτω από το Διοικητήριο, νυν Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, που από τα μπαλκόνια του απολαμβάνει ο ένοικος το ρωμαϊκό θέατρο. Απέναντι από το ξενοδοχείο ένα από τα πιο παλιότερα φημισμένα πατσατζίδικα της πόλης,  του Τσαρούχα. Σήμερα η Ολύμπου και οι λοιποί δρόμοι έχουν πλημμυρίσει από μπαράκια και εστιατόρια, ακόμα και μέσα στις στοές που κρύβονται πίσω από τα παλαιοπωλεία, του συρμού η της μόδας που λέμε. Λίγο πιο κάτω στη Βενιζέλου ο Χατζής και τα γλυκά του, σε μεγαλύτερο κατάστημα σήμερα.  Αυτός και ο παρασκευαστής κουλουριών πίσω από την Καμάρα γλύκαιναν τους στεγνούς από το ξενύχτι ουρανίσκους μας γύρω στις 5 το πρωί που αποσυρόμασταν στα δωμάτιά μας να αναπαυθούμε η και όχι, αλλά αυτά δεν γράφονται ακόμα στη συντηρητική Ελλάδα, μόνον γίνονται.

Γράφω ελεύθερα, οιστρηλατώντας, καθώς οι αναμνήσεις αφυπνίζονται στο νου από μια θορυβώδη, βρίθουσα εικόνων, μνήμη. Ο καιρός στη διαδρομή υπέροχος, ένας ήλιος  ζωοποιός  να ανοίγει για εμένα, τον μοναχικό καβαλάρη, μονοπάτι πάνω στη γη. Τριγύρω εξημερωμένη φύση, καταπράσινη, ευλογημένη οκτωβριανή εποχή που η γη αρχίζει να ανασαίνει απαλλαγμένη από τον κάματο του θέρους και στολίζεται με λουλούδια και φυλλώματα, προτού την προλάβει ο χειμώνας και την απογυμνώσει από τις ομορφιές της. Και κάπου εκεί, ξεχασμένος σε κάποιο μικρό επαρχιακό δρόμο, στέκει ολόρθος ατενίζοντας αγέρωχα τον αδάμαστο χρόνο, ο θρυλικός βασιλιάς της Σπάρτης με το Μολών λαβέ χαραγμένο στο μαρμάρινο βάθρο. Ο Λεωνίδας δια χειρός του γλύπτη Φαληρέα.  Εκεί στο στενό των Θερμοπυλών που πλέον οι επιχώσεις αιώνων έχουν μετατρέψει σε πεδιάδα. Λίγο μακρύτερα δίπλα στον Σπερχειό ποταμό, πάνω στο γεφύρι της Αλαμάνας μια άλλη ηρωική μορφή, ο Αθανάσιος Διάκος, στέκει αποτυπωμένος σε ψηφιδωτό ενώ στο βάθος διακρίνουμε τις στοιχισμένες αιωνόβιες λεύκες που προδίδουν την άλλοτε περίφημη ευθεία Παπαευθυμίου που κάποτε μας οδηγούσε στη Λαμία, στους μπεζέδες και κουραμπιέδες, τις χυλοπίτες της και φυσικά τα κοκορέτσια της.

Στη Ραψάνη, όπου φύεται η άμπελος που μας δίδει τον υπέροχο ερυθρό οίνο, είχαμε θαυμάσει έναν από τους τελευταίους γυπαετούς που ζούσαν στην Ελλάδα, και στον Πλαταμώνα, το ξενοδοχείο Μαξίμ, εξωραϊσμένο μας έφερε στο νου τον θανατηφόρο εκείνο σεισμό της συμπρωτεύουσας που μας πανικόβαλε πριν από 35 περίπου χρόνια. Εκεί καταλύσαμε όταν αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε την πόλη που στην Ιπποδρομίου θρηνούσε τους περισσότερους νεκρούς της. Λιτόχωρο και  Δίον, στο αριστερό μας χέρι υπό τη σκιά του τόπου των Αθανάτων, του υψηλότερου όρους μας του Ολύμπου και ύστερα η τελική ευθεία μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

Ένας γοργός περίπατος στην παραλία, ένας βιαστικός καφές περιτριγυρισμένοι από πλήθη κόσμου, κυρίως φοιτητόκοσμο, τα μαγαζιά γεμάτα από κόσμο, η θάλασσα γαλήνια, ήρεμη και ο ήλιος να δύει γλυκά μέσα της. Ένα κερί στην μητρόπολη, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, έναντι του κτιρίου που φιλοξενούσε την Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή όπου δεν διέπρεψα. Σήμερα εκεί στεγάζονται γραφεία της μητρόπολης και το ΑΒ. Λίγα μπισκότα από τον Μουρούζη, μια βόλτα στη Τσιμισκή εκεί που ο Θόδωρος Αγγελόπουλος επί ώρες τραβούσε πλάνα για το Μια αιωνιότητα και μια μέρα -εκεί τον γνώρισα-, το περίφημο πράσινο με τις μακαρονάδες του όπου δειπνούσαμε εξαντλημένοι από τις προβολές του φεστιβάλ αργά το βράδυ, ένα γρήγορο πέρασμα μέσα από την αγορά του Μοδιάνο, όπου πιάσαμε ψιλή κουβεντούλα στο πόδι με κάποιους Πόντιους για τη σειρά της ΕΤ3 «Μνήμη μου σε λένε Πόντο», – με σύμβουλο τον καθηγητή Κώστα Φωτιάδη, και σκηνοθέτες τους Κ. Χαραλάμπους και Ν. Αναγνωστόπουλο – που αν και ποτέ δεν πληρωθήκαμε, χάρηκα, ειλικρινά, που έγραψα!

Ως γνωστόν στη Θεσσαλονίκη το φαγητό είναι απόλαυση, όπως και τα γλυκίσματα, και φτηνότερο από την Αθήνα. Απήλαυσα τα μύδια στο «Κρασοδικείο» και στο «(Χωρίς) Σκαλάκια», το μπουγιουρντί και την πικάντικη που στην Αθήνα επιμένουν κακώς  να της προσθέτουν, αλί μας, σκόρδο, προσκύνημα στον πολιούχο της πόλεως Άγιο Δημήτριο,  και τέλος έναν ήσυχο ύπνο στο 411 δωμάτιο του ξενοδοχείου.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης