από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΤΑ ΑΧΡΗΣΤΑ ΠΑΓΩΝΙΑ
Είναι απίστευτο πόσο μπορεί να επηρεάσει έναν άνθρωπο η τοποθέτησή του σε μια διευθυντική θέση σε δημόσιο φορέα ή οργανισμό. Μεταμορφώνεται ,αυτοστιγμεί, σε παγώνι και αποκτά όλα τα ελαττώματά του, από το κόρδωμα και την επίδειξη της πολύχρωμης ουράς του έως την προβολή των κοπτερών ονύχων του και του σκληρού ράμφους του που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει για να βλάψει όλους όσοι τυγχάνουν ασθενέστεροι η πραότεροι εκείνου.
Αυτές τις αποφράδες ημέρες της κρίσεως στην προσπάθειά μας να βρούμε κάποια πρόχειρη, προσωρινή δουλειά περιφερόμαστε περισσότερο απ’ ότι συνήθως στους διαδρόμους των διαφόρων οργανισμών που ακόμα διαθέτουν χρήματα. Μια διαδικασία που θίγει αφάνταστα το φιλότιμό μας και μας επηρεάζει ψυχολογικά ιδίως όταν υποχρεωνόμαστε να συνομιλήσουμε με κάποιο από αυτά τα παγώνια.
Επειδή τα παγώνια αυτά, έλκουν τη δύναμή τους από κάποιους φίλους η ανωτέρους, οι οποίοι όση αυτοπεποίθηση και αν διαθέτουν, αναγνωρίζουν τον κίνδυνο να δεχθούν κάποια ύπουλη μαχαιριά, συνήθεια άκρως διαδεδομένη στη χώρα μας μεταξύ ανδρών τε και γυναικών, εξ ού και προτιμούν να περιβάλλονται από τα παγώνια, πτηνά παντελώς άχρηστα και χαζά, κατά συνέπεια και κακά.
Για αυτό τα διορίζουν τα χαζά παγώνια που καίτοι διαθέτουν χαμηλό δείκτη νοημοσύνης εν τούτοις διακρίνονται για το ένστικτο αυτοσυντήρησής τους. Γνωρίζοντας ότι ουδέν χάρισμα πλην της όμορφης εμφάνισής τους διαθέτουν, στοιχείο που δεν τους εξασφαλίζει το βίο παρά μόνον εάν επιλέξουν να αλωνίσουν τα πεζοδρόμια, ποιούν τη νήσσα, κοινώς κάνουν την πάπια, και προσκολλώνται σε έναν ισχυρό, στον οποίον προσφέρουν τη ψυχή τους – μερικές φορές και άλλα πράγματα – έναντι πινακίου φακής.
Τι δυνάμεθα να αναμένουμε λοιπόν από ένα πλάσμα καταδικασμένο να υπηρετεί εφ’ όρου ζωής έναν άνθρωπο που πολλάκις μάλιστα αντί να ευγνωμονεί, μισεί με όλη του τη ψυχή, επειδή είναι σκλάβος του. Είναι δε αξιοπερίεργο ότι τα παγώνια αρνούνται να παραδεχθούν ότι εκείνα επέλεξαν να καταστούν εδώδιμα πτηνά και να φορέσουν τις αλυσίδες. Σκούζουν και ωρύονται πως διορίστηκαν από τους πάτρωνές τους επειδή πληρούσαν τους όρους και τις προυποθέσεις ακόμα και όταν είναι πασιφανές ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να κρώζουν και να επιδεικνύουν την πολύχρωμη ουρά τους. Ούτε καν να κελαϊδούν.
Αντί λοιπόν να σιωπούν, τα συγκεκριμένα άτομα, εκβάλλουν το μίσος για τους πάτρωνες τους, στρεφόμενοι κατά των ασθενέστερων κατωτέρων συναδέλφων τους που συχνά είναι ικανότεροι και εργατικότεροι από εκείνους. Όμως ως γνωστόν, η ζωή, είναι άδικη. Εξ ου και τα παγώνια καταδυναστεύουν τους φορείς και τους οργανισμούς περιφέροντας την πλουμιστή ουρά τους στους διαδρόμους τους και φουσκώνοντας ως παγώνια άμα τη συναντήσει με οιονδήποτε απλό άνθρωπο που δεν γνωρίζει το σαθρό ποιόν τους.
Τα παγώνια αυτά συνωστίζονται μέσα σε γραφεία-κλουβιά, και αναμασούν τις άμπρες κατάμπρες κατά των ατόμων που θέλουν να βλάψουν η να εκδιώξουν από το χώρο τους. Ξεχνούν συνεχώς ότι όχι απλώς είναι ανάξιοι λόγου, από πάσης απόψεως, αλλά επίσης ότι υπάρχουν πολλά άλλα πτηνά με περισσότερες χάρες και χρησιμότητες από εκείνα. Αντί λοιπόν λόγω θέσεως να επιδεικνύουν περιφρόνηση προ τα άλλα πτηνά, λιγότερο πιθανώς όμορφα από εκείνα, αλλά πολύ πιο χρήσιμα όπως τα σπουργίτια, τα χελιδόνια, οι κότες και οι γύπες καλό θα ήταν να αγοράσουν από το Κολλέγιο Αθηνών ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Πρόσεχε τους τρόπους σας» που διδασκόταν στο δημοτικό του.
Δεν πιστεύουμε φυσικά ότι αρκεί αυτό το βιβλιαράκι ώστε να περιορισθεί η έκκριση αγένειας που πλημμυρίζει τον τελευταίο καιρό τους χώρους των ΝΠΙΔ και ΔΔ καθώς και των λοιπών δημοσίων κτηρίων. Όπου κάποια παγώνια με κύριο χαρακτηριστικό τη χαζομάρα τους, την απίστευτη αγένεια και την αδιαμφισβήτητη έλλειψη ήθους απολαμβάνουν να ευτελίζουν τους πολίτες που εκόντες άκοντες προσέρχονται στους χώρους της. Η περιφρόνηση και το μίσος που επιδεικνύουν τα παγώνια κατά των απλών πολιτών οφείλεται φυσικά στον ευτελισμό και ευνουχισμό που έχουν υποστεί προκειμένου να καταστούν άξιοι υπηρέτες των αφεντάδων τους. Ο ακρωτηριασμός αυτός, πολλάκις τόσο σωματικός όσο και ψυχικός, έχει γεμίσει τη ψυχή τους με χολή την οποία εκχύνουν όταν συναντούν ανθρώπους που είναι κύριοι του εαυτού τους. Αυτά τα χαζά και κακά πλάσματα που ουδέποτε αποτόλμησαν να θέσουν τον εαυτό τους στην δοκιμασία της εκλογής ή στο δίλημμα της επιλογής, καταφέρνουν χάρη στην απουσία κυρίων γνωρισμάτων και αρετών να προσκολληθούν σε έναν άξιο και ικανό άνθρωπο και να μετατραπούν σε δεύτερη σκιά του.
Ούτω, τα παγώνια, που αναλαμβάνουν θέσεις με γνώμονα την τυφλή αφοσίωσή τους στα αφεντικά τους έχουν καταστεί η μάστιγα της σημερινής κοινωνίας. Λόγω των ελαττωμάτων τους, μετατρέπονται σε στυλοβάτες της διαφθοράς, που παραμένει το πλέον πρόσφορο περιβάλλον για την επιβίωσή τους. Όπως οι αγαπητοί μας βρικόλακες που απεχθάνονται το φως του ζωογόνου θεού Φοίβου έτσι και τα παγώνια μας αποτάσσονται μετά βδελυγμίας ό,τι φωτεινό και βρίθον αρετών, η θέα του οποίου τους προκαλεί ταραχή την οποία εκδηλώνουν με γοερά κρωξίματα και απειλητικές κινήσεις των γαμψών ονύχων τους.
Διερωτώμεθα λοιπόν μήπως είναι καιρός να πάψει ο διορισμός αυτών των ανίκανων και επικινδύνων πλασμάτων σε θέσεις εξουσίας καθώς τη δύναμη που απορρέει από εκείνες τη χρησιμοποιούν προκειμένου να βλάψουν και ουχί να ωφελήσουν τους πολίτες. Αν δε οι αφεντάδες του θεωρούν πολύτιμη τη συνέχιση της εκτροφής τους ας τους μεταφέρουν στους ζωολογικούς κήπους ώστε να τους χαίρονται οι πολίτες και τα παιδιά τους χωρίς να κινδυνεύουν ούτε να μιανθούν από τη χαζομάρα τους, ούτε να βλαφθούν από την κακία τους.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΔΕΝ ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ ΕΤΣΙ
Δεν μεγαλώσαμε έτσι. Με ευχαρίστησε μια κυρία, κάποιας ηλικίας, επειδή προσφέρθηκα να πάω να της φέρω καφέ ώστε να μην σηκωθεί από τη θέση της. Τη ρώτησα απορημένος γιατί. «Δεν συνηθίζεται σήμερα», μου είπε με απόλυτη φυσικότητα. Ειλικρινά δεν δύναμαι να αντιληφθώ πως είναι δυνατόν εμείς μόνοι από όλη την Ευρώπη να έχουμε καταντήσει τόσο άξεστοι και αγενείς. Οι φίλοι μου και συμμαθητές μου, προ 50 ετών, δεν διανοούνταν καν να φερθούν απρεπώς και θυμούμαι καθαρά πόσο αηδιαστικό θεωρούσαμε το «πτύειν», γνώρισμα των προερχομένων από τις λαικότερες τάξεις ανδρών, όπως και τη περίφημη «μούτζα», συνοδευόμενη από τη φράση «Πάρτα» η «Πάρτα να μη στα χρωστάω». Έχουν παρέλθει όπως προανέφερα 50 έτη από το πέρας των μαθητικών χρόνων της γενιάς μου αλλά ακόμα διατηρούνται νωπές στη μνήμη πολλές στιγμές εξαιρετικής συμπεριφοράς, τόσο από τους μικρούς, όσο και από τους μεγάλους.
Μια εξ εκείνων αφορά το δάσκαλό μου Ωδικής Μάρκο Δραγούμη, υιό του Φιλίππου και ανιψιό του δολοφονηθέντος από βενιζελικούς παραστρατιωτικούς Ίωνα.
Στο Κολλέγιο Αθηνών, στο δημοτικό, οι άτακτοι τιμωρούνταν δια ραβδισμού, και δη με ζαχαροκάλαμο. Οι πάρα πολύ άτακτοι (σήμερα θα τους χαρακτήριζαν αντιδραστικούς και θα τους ήθελαν στις τάξεις τους όλες οι αριστερές νεολαίες) δέχονταν δύο ραβδισμούς επί της πυγής τους και επί ώρες, λόγω αφόρητου πόνου, ήταν αδύνατον να κάτσουν).
Οι τελευταίοι επιβαίνοντες του 16Α , πούλμαν του Κολλεγίου, που μας αποβίβαζε γωνία Λυκαβηττού και Σόλωνος προκειμένου να ‘εκδικηθούμε’ τη βάσανον που υφίστατο κάθε πρωί ο συμμαθητής μας Τζώνυ Βεκρής – ο οποίος ατυχώς δεν ευρίσκεται μεταξύ μας πλέον – από τον οδηγό του σχολικού (τον έπιανε από τις φαβορίτες και τις τραβούσε προς τα επάνω, χειρονομία που προκαλούσε πόνο μέχρι δακρύων στο Τζώνυ)αποφασίσαμε να του δώσουμε ένα «μάθημα». Οι τέσσερις λοιπόν αυτοβαπτισθέντες σωματοφύλακες, Άρης Ζαμπίκος, Γιώργος Κλεώπας, της Στ’ Δημοτικού και Πάνος Γουτάκης και εγώ της Ε’ Δημοτικού σκαρφιστήκαμε το εξής. Προτού αποβιβασθούμε του πούλμαν σπάσαμε αμπούλες που περιείχαν δακρυγόνο. Την επομένη πληροφορηθήκαμε ότι ο οδηγός, εξ αιτίας των δακρύων, παρ’ όλίγον να χάσει τον έλεγχο και να τρακάρει. Ουδείς όμως μας απεκάλυψε πως μας συνέδεσαν με τα δάκρυα!
Εγώ πιστεύω ότι την επομένη το πρωί είτε στην στάση, επί της πλατείας Κολωνακίου, είτε εντός του λεωφορείου, κάποιος από εμάς, αν όχι όλοι μας, θα κομπάσαμε για το κατόρθωμά μας και κάποιος θα μας κατέδωσε στον τότε διευθυντή του δημοτικού Ελευθέριο Δεληγιάννη, ος μας επέβαλε την ποινή του ραβδισμού με το ζαχαροκάλαμο. Δις μάλιστα. Απανωτά. Άκρως επώδυνη τιμωρία. Πέραν όμως της βάρβαρης αυτής τιμωρίας και άλλη μας ανέμενε! Εκλήθησαν οι γονείς μας προκειμένου να πληροφορηθούν τα καμώματα των απογόνων τους. Την απαράδεκτη συμπεριφορά των κακομαθημένων τέκνων τους προς έναν πτωχό εργαζόμενο. Ότι ο πτωχός εργαζόμενος αρεσκόταν να βασανίζει τα παιδιά από το ένα αυτί τους μπήκε και από το άλλο τους βγήκε επειδή τότε και κατά τη γνώμη μου ουδένα έβλαψε «το ξύλο» με μέτρο, άλλωστε από τον Παράδεισο «βγήκε» κατά την λαοφιλή ταινία.
Ατυχώς η προσπάθεια της θείας μου Ευαγγελίας Σοφούλη η οποία συνόδευε τη μητέρα μου Βέλλη Κονταργύρη έπεσε στο κενό και μετά από λίγο υποχρεώθηκα να σκύψω και να υποστώ το διπλό ραβδισμό, δαγκώνοντας τα χείλη μου, ώστε να μην επιτρέψω να μου ξεφύγει ούτε ψίθυρος κραυγής. Αληθινός Μικρός Ήρωας, κατά το υπέροχο πόνημα του Στέλιου Ανεμοδουρά το οποίο ‘ξεκοκκαλίζαμε» κατά εκείνα τα χρόνια, αν και εγώ τότε έμοιαζα πιο πολύ με έναν μικρό Σπίθα στο σουλούπι.
Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να ξεχάσω τον πόνο που επί ώρες με ταλάνιζε παρ’όλο που είχα φροντίσει να φορέσω τριπλά εσώρουχα και να φασκιωθώ με χαρτί υγείας καθώς δεν ήταν η πρώτη φορά που το ζαχαροκάλαμο έπιπτε επί της τρυφεράς πυγής μου. Και ως γνωστόν «Ο παλιός είναι αλλιώς» το οποίο σημαίνει «γνωρίζει».
Ας σημειωθεί, και φυλάττω ακόμα τους ελέγχους μου, ότι ήδη από το δημοτικό είχα πρόβλημα με τη διαγωγή μου, η ορθότερα οι δάσκαλοι είχαν πρόβλημα με τη διαγωγή μου, εξ ου και με κοσμούσαν με κοσμία, ακόμα και με μετρία – άπαξ νομίζω, ώστε να μην μπορώ να εκλεγώ στα μαθητικά συμβούλια και αποκτήσω βήμα. Μέχρι σήμερα διερωτώμαι τι «εγκλήματα» άραγε διέπραττα, φορώντας ακόμα κοντά πανταλόνια, ώστε να τιμωρούμαι κατά αυτόν τον τρόπο καθ’όλη τη διάρκεια της θητείας μου σε εκείνο το σχολείο; Καθώς όλοι όσοι με είχαν τιμωρήσει έχουν απέλθει εις τόπον χλοερόν μάλλον δεν πρόκειται πλέον να μάθω.
Πάντως αρκετά χρόνια αργότερα ο άνθρωπος, η χειρ του οποίου κρατούσε τη ράβδο που έπιπτε επί της πυγής μου, ο διευθυντής του Δημοτικού και τότε πρόεδρος της Περιηγητικής Λέσχης, Ελευθέριος Δεληγιάννης, δέχτηκε να προλογίσει την πρώτη, και τελευταία, ποιητική συλλογή του υποφαινόμενου, εκδοθείσα στον Ι.Γ.Βασιλείου, υιό και διάδοχο του περίφημου Βασιλείου που ο Καρυωτάκης αναφέρει ως εξής στη «Σταδιοδρομία» – αλλά με τη δύση του ηλίου θα πηγαίνω στου Βασιλείου εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους, λογίους και τους διδασκάλους. – Σε έτερο άρθρο θα γράψω για την άκρως δυσάρεστη εμπειρία μου με την επιτροπή του ιδρύματος Ουράνη.
Όλη αυτήν την ιστορία, με τα παρακλάδια της, σας την αφηγήθηκα για άλλο λόγο. Για τη σκηνή που διαδραματίστηκε μετά την επιβολή της τιμωρίας, όταν υποφέρων εισήλθα στη τάξη της Ωδικής προκειμένου να συνεχίσω το μάθημα. Ο δάσκαλός μας Μάρκος Δραγούμης είχε σηκώσει τα παιδιά της χορωδίας του τμήματος, αμιγώς άρρενα καθώς τότε το Κολέγιο δεν ήταν μεικτό, να τα ακούσει να τραγουδούν. Προτού προλάβω να κατευθυνθώ προς το θρανίο μου, με κάλεσε να μετάσχω στη χορωδία. Τα έχασα. Ήταν γνωστό τοις πάσι ότι ήμουν φάλτσος και ότι ουδέποτε είχα μετάσχει σε οιαδήποτε χορωδία. Και επιπλέον δεν γνώριζα τα τραγούδια, πλην ίσως κάποιων ελαχίστων, όπως τον αμαξά, «Όταν φόρτωνα στ’αμάξι…»΄και φυσικά το “Oh Suzanna” που συνηθίζαμε να τραγουδούμε, περιστασιακά, όταν συγκεντρωνόμασταν όλες οι τάξεις μαζί στο αμφιθέατρο του σχολείου. Και δεν ήμουν και αγαπημένος του μαθητής!
Στάθηκα λοιπόν στη δεύτερη σειρά της χορωδίας, με την απορία να αυξάνει στον παιδικό νου μου, αν και καμία σκέψη δεν βοηθούσε να ξεπεράσω την αίσθηση του αφόρητου πόνου που ένοιωθα ένεκα του ραβδισμού και τότε, τότε, ως διά θείας επιφοιτήσεως, κατάλαβα γιατί ο Μάρκος Δραγούμης με είχε καλέσει στη χορωδία άμα τη εισόδω μου στην τάξη. Για να μην κάτσω στο θρανίο. Για να μη φανεί ότι δεν μπορούσα να κάτσω επειδή λόγω του ερεθισμού θα ήταν αδύνατον να κάτσω κανονικά, οπότε η τάξη θα με κοίταζε με συμπόνια, κάποιοι θα χαμογελούσαν χαιρέκακα, ίσως και να προέβαιναν σε άκομψα σχόλια, ακόμα και οι φίλοι μου θα με λυπόνταν. Και ο δάσκαλος δεν το ήθελε αυτό. Είχα τιμωρηθεί για το ατόπημα στο οποίο είχα υποπέσει, δεν υπήρχε λόγος να διασυρθώ κιόλας. Αυτός ήταν ο Μάρκος Δραγούμης. Για αυτό με κράτησε όρθιο καθ’όλη τη διάρκεια του μαθήματος μέχρις ότου χτύπησε το κουδούνι και μας άφησε ελεύθερους. Δεν μου μίλησε εκείνη τη μέρα, πέραν του προστάγματος να μετάσχω της χορωδίας, ούτε ποτέ άλλοτε για εκείνο το γεγονός.
Και μέχρι σήμερα όταν αναλογίζομαι εκείνη την τόσο αβρή χειρονομία του αναρωτιέμαι, μερικές φορές με δάκρυα στα μάτια, που σφάλαμε, ποιοι έσφαλλαν, γιατί εγώ δεν ξέχασα τη λεπτότητα της συμπεριφοράς εκείνου του δασκάλου – παρεμπιπτόντως σπουδαίου επιστήμονα επίσης – κι όποτε μου δίδεται η ευκαιρία προσπαθώ να τον μιμηθώ, και δεν ξεχνώ, όποτε μου δίδεται η ευκαιρία, να την αναφέρω ώστε να πληροφορούνται οι νεώτεροι τι δασκάλους είχαμε, τι προγόνους είχαμε, με τι αρχές ανατραφήκαμε, με τι αξίες μας γαλούχησαν και εκείνοι και οι γονείς μας.
Κι αν εγώ σήμερα ανέφερα το Μάρκο Δραγούμη, το δάσκαλό μου, και αυτό το περιστατικό, αύριο θα αναφέρω ένα άλλο περιστατικό, μια άλλη επίδειξη μεγαλοσύνης και μεγαλοθυμίας, κάποιου άλλου δασκάλου, κάποιων άλλων συμμαθητών που πήραν το «νόμο» στα χέρια τους για να εξαλείψουν την αδικία και τιμωρήθηκαν και δεν σκέφθηκαν καν να διαμαρτυρηθούν. Ούτε όμως μετανόησαν, ούτε αλλαξοπίστησαν. Και είμαι σίγουρος ότι αν ο Τζώνυ ήταν ακόμα ανάμεσά μας και μας χρειαζόταν θα το ξανακάναμε, ξανά και ξανά. Γιατί εμείς έτσι μεγαλώσαμε, με Δραγούμηδες και Δεληγιάννηδες, με πράξεις επιπόλαιες αλλά που εμπεριείχαν ηρωικά στοιχεία, έστω αυταπάρνησης, και δεν καταλαβαίνω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω, πως καταντήσαμε έτσι ασήμαντοι και αξιολύπητοι.
Και εξ αιτίας μας και η πατρίδα.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ
Η επέτειος της ονομαστικής εορτής αποτελεί το σημαντικότερο πιθανώς προσωπικό, κοινωνικής υφής, γεγονός. Και αυτό επειδή πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που αφορούν σε τοπικά ήθη και έθιμα οι άνθρωποι εορτάζουν μαζί με τον άγιο η τον όσιο το όνομα του οποίου φέρουν. Άλλοι ακολουθώντας την παράδοση, – οι πρωτότοκοι άρρενες λαμβάνουν το όνομα του πατρός του πατρός τους, δηλαδή του παππού τους, οι δε θυγατέρες της μητρός του πατρός τους κ.ο.κ. – άλλοι λαμβάνοντας το όνομα ενός προσφιλούς προσώπου που εξέλιπε νωρίς κ.ά.. Πολλοί γονείς, κατά τα πρόσφατα έτη, δίδουν αρχαιοελληνικά ονόματα στα τέκνα τους επιθυμώντας προφανώς να τα κάνουν να ξεχωρίσουν από τους Γιάννηδες και τους Γιώργηδες, σαν να είναι δυνατόν να ξεχωρίσεις κάποιος επειδή απλώς τον βάπτισαν Ηρόδοτο, Περικλή η Αριστοτέλη. Συνηθέστερο δε όλων είναι το Αλέξανδρος. Ευελπιστώντας, προφανώς, ότι ο γόνος που θα μεγαλώσει φέρων το όνομα Αλέξανδρος θα καταστεί εξίσου διάσημος με τον μεγάλο μακεδόνα στρατηλάτη. Η σύγχρονη ελληνική ιστορία μέχρις στιγμής πάντως δεν έχει αναδείξει κανένα Αλέξανδρο. Φυσικά όσο ζει ο άνθρωπος ελπίζει. Και ας διατείνεται άλλως ο Καζαντζάκης.
Αλέξανδροι λοιπόν υφίστανται και μάλιστα σήμερα, που γράφω, εορτάζουν, ασχέτως αν έλαβαν το όνομά τους από τον παππού τους, όπως εγώ, η το επέλεξαν για εκείνους, ως ωραίο, οι γονείς τους – οι νονοί πλέον το μόνο που πράττουν σε σχέση με το βαφτισιμιό τους είναι να επωμίζονται τα έξοδα της βαπτίσεως η και κάποια δωράκια στις επετείους και εορτές έτσι τουλάχιστον πιστεύω -. Εορτάζουμε δε τη μνήμη του Αλεξάνδρου, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (ιδέτε υστερόγραφον) και ουχί του βασιλέως της Μακεδονίας .
Όμως καίτοι σήμερα εορτάζω η ψυχή μου δεν αγαλλιά όπως συνέβαινε παλαιότερα όταν ακόμα στο διαμέρισμά μου συνέρρεαν φίλοι και γνωστοί προκειμένου να απολαύσουν τα υπέροχα εδέσματα που παρασκεύαζε η Ευαγγελία, η αγαπημένη μου τροφός (νταντά κατά το λαικότερο) και στυλοβάτης της οικογενείας Κακαβά επί 70 περίπου έτη η τρείς γενιές. Υποθέτω φυσικά ότι ένα άλλο κίνητρο προσέλευσης τους ήταν η παρουσία αρκετών ιδιαζόντων προσωπικοτήτων, ενός πλήθους ετεροκλήτων ανθρώπων, που κατά τη γνώμη μου παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πάσης απόψεως.
Η δυσθυμία μου οφείλεται στην οικτρή οικονομική κατάσταση που ευρίσκεται μεγάλο πλήθος των συμπολιτών μας. Δεν θα μπορούσα, δεν μπορώ, να χαρώ όταν γνωρίζω ότι φίλοι και γνωστοί υπομένουν καρτερικά και αδιαμαρτύρητα τις επιπτώσεις μιας άδικης και ανέντιμης οικονομικής πολιτικής χωρίς μάλιστα να φέρουν ευθύνη για τα αίτιά της.
Πέραν όμως της ανεπαίσθητης λύπης που περιβάλλει τη ψυχή μου για τα όσα υπομένει ο λαός μας εξ αιτίας της άφρονος και επιπόλαιης πολιτικής ομάδων των πολιτικών των τελευταίων 38 ετών, ένα ακόμα γεγονός, ίσως λόγω ηλικίας, επηρεάζει τη ψυχολογική μου κατάσταση. Η απώλεια αρκετών φίλων και συνεργατών οι οποίοι, επί σειρά ετών, με τίμησαν με τη φιλία τους και μου προσέφεραν ανιδιοτελώς την αγάπη τους, κάποιες φορές δε και τη συμπαράστασή τους. Με θλίβει λοιπόν αφάνταστα η σκέψη ότι δεν θα ξανακούσω τη φωνή τους, δεν θα ξανανιώσω τον ασπασμό τους, τη χειραψία και το θερμό, ειλικρινή, εναγκαλισμό, αλλά περισσότερο από όλα θα μου λείψει το βλέμμα τους. Το παράθυρο της ψυχής τους.
Μερικοί όπως ο Ηρακλής Κ., έφυγαν νωρίς, ο πανδαμάτωρ χρόνος απάλυνε τον πόνο εκείνης της πρώτης σοβαρής απώλειας, είμαστε νέοι, η ζωή πειρασμός μυστηριώδης, δεν πτοηθήκαμε. Ακολούθησαν άλλες απώλειες. Ο Έρμπερτ Χ., ο Κωστής Ο., ο Μιχάλης Κ. και ο Ισίδωρος Ο. . Έσπειρε το θάνατο το AIDS. Τα ναρκωτικά. Ακόμα και τα δυστυχήματα με αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Χάθηκαν πολλοί φίλοι. Χάνονται ακόμα, πλέον λόγω ασθενειών και παθήσεων. Και προχωρημένης ηλικίας.
Θανάσης Α., Νίκος Κ., Σωτήρης Α., Χρήστος Τ., Φρίντα Μ., Μπόμπυ Σ., Άντζη Κ., Νίκος Κ., Λιάνα Κ., Διαγόρας Χ., Σωσώ Μ., Μηνάς Τ., Παύλος Τ., Γιώργος Κ., Λουκία Ρ., Γιάννης Χ., Κωστής Τ. και πολλοί άλλοι αγαπημένοι. Και πολλοί άλλοι.
Όλοι έχουμε τους νεκρούς μας, όμως περιέργως πως νιώθω πως εγώ έχω πολλούς νεκρούς. Ίσως για αυτό επιμένω να γράφω, δεν θέλω να σταματήσω να θυμούμαι και να υπενθυμίζω. Για αυτό τρέμω μην προσβληθώ από Altzheimer. Πιθανώς μάλιστα, εν ευθέτω χρόνω, να παρακινηθώ, ένεκα του φόβου της απώλειας η εξασθένησης της μνήμης, να γράψω ένα βιβλίο για τους ανθρώπους, τους ανθρώπους μου, φίλους και γνωστούς, έτσι όπως τους έζησα, όπως τους ένοιωσα, όπως τους διατηρώ στη μνήμη.
Μέχρι τότε όμως, κατά καιρούς θα επιτρέπω στον εαυτό μου, να αναπολεί εκείνους που πλέον ευρίσκονται στα Ηλύσια Πεδία η στον Παράδεισο και με αναμένουν, υπό την προυπόθεση ότι δεν θα ριφθώ στον Άδη η την Κόλαση, να συνεχίσουμε σαν να μη συνέβη κάτι, σαν να μη πέρασε ούτε μια ημέρα από τότε που χωριστήκαμε, από τότε που διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας, από τότε που αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε.
Και θα «παραμυθιάζω» τον εαυτό μου πως είμαι καλά και χωρίς εκείνους.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
Υ.Γ. Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ήταν όπως λέγουν, “άποστολικοίς χαρίσμασι λαμπρυνόμενος”. Καταγόταν από την Καλαβρία της Ιταλίας. Διαδέχθηκε τον πατριάρχη Μητροφάνη, όταν εκείνος πέθανε το 314 μ.Χ.. Επί των ημερών του συνεκλήθη, το 325, εν Νικαία της Βιθυνίας, η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, που κατεδίκασε τον Αρειανισμό και ετελέσθησαν τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, στις 11 Μαΐου του 330. Ο Αλέξανδρος πέθανε το 337, την ίδια χρονιά με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ανακηρύχθηκε άγιος και η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία στις 30 Αυγούστου.
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΟΙ ΜΠΟΥΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ
Άθελά μου παρηκολούθησα ειδήσεις, η μάλλον απόσπασμα από ένα δελτίο ειδήσεων όπου δυο υπουργοί, με τεράστια χαμόγελα στα πρόσωπά τους, ανεκοίνωναν ότι επαναπροσλαμβάνονται όλοι οι απολυμένοι του δημοσίου και μερικοί παραπάνω, ίνα μη χάσουμε την ευκαιρία, να θάψουμε ταχύτερα το ψυχορραγούν ελληνικό κράτος. Άλλωστε ποιος μπούλης της συμφοράς ενδιαφέρεται να πράξει ο,τιδήποτε, ας παραβλέψουμε ότι είναι εκ γενετής ανίκανοι λόγω νοητικής στερήσεως όχι να πράξουν, αλλά ακόμα και να αντιληφθούν τη σημασία του ρήματος δρω, όμως, όπως γινόταν και στα εφηβικά μας χρόνια, έτρεχαν να περιληφθούν στη φωτογραφία της ομάδος, των φίλων, των ικανών και μοιραίων, ώστε να έχουν απτές αποδείξεις ότι και εκείνοι υπήρξαν μέλη των «εκλεκτών». Έτσι φέρονται οι μπούληδες της συμφοράς, όλων ανεξαιρέτως των εποχών, όλο πόζα και χαμόγελο και άποψη επί παντός επιστητού, άνθρωποι χαμερπείς και ασήμαντοι, ανίκανοι και εξ ου συνήθως ανέντιμοι. Μόνο τους μέλημα ο μαλθακός βίος και η με κάθε μέσον προβολή τους. Και φυσικά μια ισόβια δημόσια θέση, κατά προτίμηση συνδικαλιστή ώστε να μην λερώσουν τα χεράκια τους με χώμα η με γράσο, ένδειξη απαξιωμένης αγροτικής η εργατικής καταγωγής, η θέση καθηγητή πανεπιστημίου, ώστε να δύνανται να περιφέρονται ως μονόφθαλμοι και να κηρύττουν το λόγο του θεού, ήτοι του εαυτού τους, ως άλλοι παπαγάλοι του Ζ. Παπαντωνίου.
Να πω την αλήθεια, ασυναίσθητα, έφριξα. Ένοιωσα θλίψη και αηδία συνάμα. Αλλά όταν έκλεισα την τηλεόραση με συνεπήρε η απόγνωση. Όχι για εμένα. Μόνος, άνευ συζύγου και τέκνων, όσο διατηρώ την υγεία μου, ακόμα και ως άνεργος θα επιβιώσω, χάρις στην σπαρτιατική αγωγή που έλαβα από τον πατέρα μου, μισό Σπαρτιάτη, μισό Ευρυτάνα και την καταγωγή εκ της τραχείας Αρκαδίας και της αδάμαστης Σάμου, μητρός μου. Ξέρουν τα βουνά από χιόνια. Οπότε και εκεί αν χρειασθεί να βγω, θα βγω, – παρά το προκεχωρημένον της ηλικίας μου – αν μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εκδιώξουμε τους μπούληδες της συμφοράς που επί 40 έτη καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να διαλύσουν τη χώρα.
Δημόσιοι υπάλληλοι αμφότεροι οι μπούληδες, όπως και οι περισσότεροι εκ των πολιτικών ταγών που προετοιμάζουν τον ενταφιασμό της πατρίδος μας, όλοι τους, ιδίως της νυν κυβέρνησης, σιτιζόμενοι επί σειρά ετών από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Ν.Δ., με παχυλά αμειβόμενες θέσεις, όχι απλώς μια θεσούλα, και επιπλέον σημαντική περιουσία, οι διαπρύσιοι κήρυκες της κοινοκτημοσύνης και της ασυδοσίας, επιλέγουν να εφαρμόζουν τις κομμουνιστικές αρχές τους, στο δημόσιο, με χρήματα, που δεν τους ανήκουν, χρήματα του ελληνικού λαού. Χρήματα κερδισμένα με άγχος και με κόπο από τους πολίτες, που βλέπουν το μόχθο τους να συλείται από τους μηχανισμούς απομύζησης και καταστολής του κράτους και να σπαταλάται από τους φωστήρες της νυν κυβέρνησης προς όφελος των χιλιάδων αντιπαραγωγικών συντρόφων η ψευδο-συντρόφων του δημοσίου. Αυτή δε η σύληση γίνεται με έκδηλη περιφρόνηση προς τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα που έχουν μετατραπεί σε είλωτες για να ικανοποιούν τα καμώματα των μπούληδων και των παρεών τους.
Είναι γνωστό, τοις πάσι, ότι οι μπούληδες δεν γνωρίζουν τι σημαίνει εργασία, τι σημαίνει βιοπάλη, τι σημαίνει για έναν εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα να διερωτάται κατά πόσον δικαίως το «αφεντικό» τον έχει περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του και ότι η επένδυση στο πρόσωπό του άξιζε τον κόπο επειδή το έργο του η οι υπηρεσίες του αποφέρουν περισσότερα απ’ όσο στοιχίζει, ο ίδιος, στην επιχείρηση.
Ουδείς εκ των μπούληδων της συμφοράς έχει μάθει να εκτιμά τα χρήματα αυτά, τον μισθό η την αμοιβή που με τόσο κόπο, με αίμα και με ιδρώτα, κερδίζουν οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα.
Δεν γνωρίζουν τι σημαίνει να έχει επενδύσει κάποιος τις οικονομίες του, σε μια επιχείρηση, σε ένα προϊόν (ή υπηρεσίες) που αν δεν γνωρίσει ζήτηση η απήχηση θα του δημιουργήσει σοβαρό οικονομικό, αλλά και ηθικό πρόβλημα, καθώς η υγιής λειτουργία της αγοράς βασίζεται στην πίστη, στην εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν αλλήλοις οι συνδιαλεγόμενοι. Συνέπεια και εντιμότητα αποτελούν δυο κύρια χαρακτηριστικά της ομαλής εξέλιξης κάθε συνεργασίας και τη βάση, μαζί με την σταθερή ποιότητα και την πρωτοτυπία, για την εξασφάλιση της επιτυχίας – πέραν της τιμής και του κόστους φυσικά.
Δεν γνωρίζουν, η δεν τους ενδιαφέρει, ότι ο επιχειρηματίας κινδυνεύει να να υποστεί ζημία, ένεκεν πολλών απρόβλεπτων λόγων, και αντί να έχει το ελληνικό κράτος σύμμαχό του στην προσπάθειά του, το έχει εχθρό του, καθώς μόνη του έννοια είναι η ικανοποίηση των ευτελών ενστίκτων των λεφουσιών των κρατικοδίαιτων στρατών του, γεγονός που επιτυγχάνει με τη συνεχή αύξηση των φόρων που καθιστούν κάθε επένδυση στη χώρα μας επισφαλή, και άρα ασύμφορη.
Τούτο επειδή ως γνωστόν τη διαχείριση του κράτους έχουν αναλάβει άνθρωποι που βρέχει, χιονίσει, ήτοι ισοβίως, ακόμα και αν κατακτηθούμε, ω ναι, θα συνεχίσουν να εισπράττουν το μισθό τους και προκειμένου να μη διακοπεί αυτό θυσιάζουν στυγνά στο βωμό της ανεργίας 1.500.000 ανθρώπους του ιδιωτικού τομέα.
Οι περισσότεροι δε από τους πολιτικούς που εκλέγονται ώστε να προστατεύσουν όλους τους πολίτες αυτής της δύσμοιρης χώρας ακόμα και όταν δεν τυγχάνουν μπούληδες της συμφοράς στερούνται παντελώς εργασιακής πείρας, κοινού νου και αρκετοί εξ αυτών και ήθους. Και καταλήγουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα επιφέρει τα ισχυρότερα, τα πλέον θανατηφόρα κτυπήματα επί του ψυχορραγούντος ιδιωτικού τομέα και των άμοιρων εργαζομένων του που πλέον δεν έχουν κανένα μέσον προφυλάξεως καθώς το δικαστικό σώμα, το μόνο το οποίο θα μπορούσε να περιορίσει και να μετριάσει τις άφρονες, σχεδόν εγκληματικές ενέργειες των πολιτικών, ενδιαφερόμενο μόνον να διαφυλάξει τα κεκτημένα του κλάδου του ακόμα και εις βάρος της πατρίδος, τάσσεται αναφανδόν υπέρ όλων των αποφάσεων που ευεργετούν, καταχρηστικά, το δημόσιο. Όταν όλο λοιπόν το δημόσιο τίθεται έναντι του ιδιωτικού τομέα και, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, κρατεί και το μαχαίρι και το καρπούζι, τι πιθανότητες έχουν οι μικροί ήρωες της καθημερινότητας να επιβιώσουν, πόσω μάλλον να κερδίσουν τον ηρωικό αγώνα τους και να συστήσουν, εν ευθέτω χρόνω, ένα κράτος δικαίου;
Μικρές, ελάχιστες πιθανότητες οπότε όσοι από αυτούς δεν θέλουν να οδηγηθούν σε έναν αργό, επώδυνο θάνατο από το δημόσιο, δια της μεθόδου της ηθικής και οικονομικής ασφυξίας, πρέπει να αποφασίσουν να κινηθούν κατά τρόπο δραστικό και αποτελεσματικό και είτε να διακόψουν κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στην Ελλάδα και να απέλθουν σε άλλες χώρες, πιο φίλα διακείμενες προς τους Έλληνες και τις επενδύσεις, είτε να στραφούν κατά των μπούληδων της συμφοράς, να φροντίσουν να μην τους ξαναψηφίσουν, ούτε φυσικά τους κομματικούς σχηματισμούς στους οποίους εκείνοι μετέχουν, μήπως κάποια στιγμή καταφέρουμε να τους «εξαφανίσουμε» από τις φωτογραφίες – όπως «εξαφάνιζε» το Κ.Κ.Σ.Ε. επί Στάλιν από τις φωτογραφίες όλους όσοι υπέπιπταν σε κομματική δυσμένεια –
Και ίσως έτσι, επιτέλους, να προσέξουμε τους ικανούς.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ
Πριν από 20 χρόνια η «νταντά» μου, γυναίκα βιοπαλαίστρια που σταμάτησε το σχολείο στο νησί της στα 15 για να σταλεί στην Αθήνα να εργασθεί ως υπηρέτρια, προσέφερε φιλοξενία σε έναν άγνωστό μας Αλβανό, ας τον βαπτίσουμε Αντώνη, έναν από τους πολλούς που άρχισαν κατ’ εκείνη την περίοδο να μετοικούν στη χώρα μας επιδιώκοντας ένα καλύτερο αύριο. Για κάποιο λόγο, ποσώς απρεπή, εκείνος ο νεαρός της είχε αφυπνίσει το μητρικό ένστικτο και αποφάσισε να τον βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του. Μια γενναιόδωρη χειρονομία από μια πτωχή ηλικιωμένη γυναίκα προς έναν άμοιρο «ξένο» και δη Αλβανό.
Ας μην ξεχνούμε ότι επί σειρά ετών για πολλούς οι Αλβανοί όπως και οι περισσότεροι βαλκάνιοι γείτονες μας εθεωρούντο από τους Έλληνες ως εχθροί, ιδιαίτερα δε από τους μη κομμουνιστές καθώς ως γνωστόν, κατά τον αποκαλούμενο εμφύλιο, οι «σύντροφοι’ Αλβανοί είχαν υποστηρίξει τους αντάρτες στον πόλεμό τους κατά του εθνικού στρατού. Μετά δε την ήττα των ανταρτών, τους βοήθησαν να διαφύγουν μέσω της Αλβανίας και να βρουν καταφύγιο στις υπόλοιπες χώρες του Σοβιετικού μπλοκ.
Εν τούτοις η γυναίκα αυτή δεν δίστασε. Επί αρκετό διάστημα φιλοξένησε τον Αλβανό ο οποίος πολύ σύντομα χάρις στην εργατικότητά του, την ευγένειά του και προπάντων την εντιμότητά του πέτυχε να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά και να μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα που νοίκιασε για εκείνον και τη σύζυγό του που μόλις αισθάνθηκε ασφαλής έφερε από την Αλβανία. Προτού όμως η ιστορία λάβει αυτή τη χαρμόσυνη τροπή για τη συγκεκριμένη οικογένεια των Αλβανών εκλήθην να διαδραματίσω έναν απλό αλλά καίριο ρόλο. Να εγγυηθώ στην ασφάλεια της περιοχής μας, καθώς η οικογένειά μου κατοικεί εδώ προπολεμικώς (εννοούμε τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο) και στην Αθήνα ήδη από τον 19ο αιώνα, για τον εν λόγω άγνωστό μου Αλβανό. Παρά τους ενδοιασμούς μου το έπραξα προκειμένου να ευχαριστήσω την εν λόγω γυναίκα. Είκοσι χρόνια αργότερα, ήτοι σήμερα, αισθάνομαι δικαιωμένος και ιδιαίτερα χαρούμενος που συνέβαλα έστω κατ’ αυτό το ελάχιστο στην ευδαιμονία του εν λόγω Αλβανού. Ενός ανθρώπου που καίτοι επέστρεψε στη χώρα του παρέμεινε στην Ελλάδα επί 20ετία, δούλεψε σκληρά, έφερε στον κόσμο τρία παιδιά τα οποία έθρεψε και ανέθρεψε με τα χρήματα των κόπων του, έμαθε τη γλώσσα μας την οποία μιλούσε ορθότερα από πολλούς εγγράμματους Έλληνες και το κυριότερο, δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα σε κανέναν να αμφισβητήσει το ήθος και την εντιμότητά του. Τα παιδιά του αποκαλούσαν τη γυναίκα που άνοιξε την πόρτα της στον πατέρα τους γιαγιά και ακόμα και σήμερα την αγαπούν ως γιαγιά τους.
Όπως συμβαίνει σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις η πρώτη οικογένεια μόλις εδραιωθεί σε μια πόλη προσκαλεί και άλλους συγγενείς η φίλους. Έτσι πολύ σύντομα στην περιοχή μας, στο δρόμο μας, κατέφθασαν και άλλοι «Αλβανοί». Όλοι, μα όλοι ανεξαιρέτως, διαθέτουν τις ίδιες αρετές με εκείνον τον πρώτον, τις ίδιες αρχές, απλώς ταλαιπωρούνται περισσότερο καθώς τους πρόλαβε η ελληνική κρίση και δεν θέλουν να επιστρέψουν στην Αλβανία. Ό, τι έχουμε είναι εδώ, μου είπε κάποτε ο δεύτερος τη τάξει και από τη μια αισθάνθηκα υπερήφανος που κάποιοι, έκριναν ότι η χώρα μας προσεφέρετο ώστε να αναθρέψουν αισίως τα παιδιά τους και να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, από την άλλη εθλίβην για όλα όσα τους έχουμε καταμαρτυρήσει επί σειρά ετών, εξ αιτίας κάποιων μεμονωμένων περιστατικών με δράστες ομοεθνείς τους, ως να μην διεπράχθησαν ποτέ εγκλήματα από Έλληνες προς Έλληνες, και μοναδικοί υπαίτιοι για την αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα μας τυγχάνουν οι Αλβανοί. Είναι τόσο εύκολο να επιρρίπτουμε ευθύνες γενικώς και αορίστως σε οιονδήποτε αλλόφυλο η αλλοεθνή ακόμα και αν γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που εγκλημάτησαν κατά του ελληνικού λαού παραμένουν ελεύθεροι χωρίς καμία προοπτική, έστω, να λογοδοτήσουν για τη διασπάθιση του δημοσίου η υπεξαίρεση του δημοσίου χρήματος. Εγκληματική ενέργεια που έφερε τη χώρα στο χείλους του γκρεμού απ’ όπου ακόμα και με νέο κούρεμα, πιθανώς μετά τις επικείμενες γερμανικές εκλογές, θα δυσκολευθεί να επανέλθει σε ρυθμό ανάπτυξης.
Αντιλαμβανόμαστε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλοί κλάδοι εργαζομένων εξ αιτίας της συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία πολλών μεταναστών – οι λαθρομετανάστες παραμένουν στη χώρα μας επειδή οι αρμόδιοι φορείς αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, όπως άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος του κρατικού μηχανισμού.
Εν τούτοις έχοντας φοιτήσει σε δημόσιο σχολείο, στην Ουαλία, κατά τις αρχές της δεκαετίας του 70 και αργότερα έχοντας εργασθεί ως ελεύθερος επαγγελματίας στην δυτικοευρωπαική αγορά, βίωσα περιστασιακές εκδηλώσεις απέχθειας και περιφρόνησης από τους ντόπιους που κάποιοι, πιθανώς πλέον μορφωμένοι από εμένα η ίσως πιο ιδιοτελείς ψευδο-προοδευτικοί, «βαπτίζουν» αυθαιρέτως ως ρατσιστικές, προκειμένου να εκμεταλλευθούν πολιτικά τις επιπόλαιες και άκριτες εκδηλώσεις βίας που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, εις βάρος κάποιων μεταναστών.
Οι εν λόγω κύριοι που παρουσιάζονται ως όψιμοι κήρυκες κατά της βίας, ρατσιστικής η μη, προφανώς έχουν ξεχάσει τη βία που ασκούσαν οι ίδιοι η μέλη των κλαδικών και των κομματικών νεολαίων του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης αριστεράς σε οιονδήποτε είχε αντίθετη άποψη από εκείνους. Είναι γνωστή τοις πάσι η τρομοκρατία που ασκήθηκε επί των πολιτών που δεν προσχωρούσαν στους πραιτοριανούς του ΠΑΣΟΚ, τόσο εντός των φοιτητικών συλλόγων, όσο και αργότερα όπου αν δεν ήσουν εγγεγραμμένος στο ΠΑΣΟΚ ουδεμία ελπίδα να διορισθείς στο δημόσιο η να τύχεις ανάθεσης έργου υφίστατο.
Και εν ευθέτω χρόνω ίσως αναφέρω συγκεκριμένα περιστατικά βίας κατά ανύποπτων φοιτητών που απλώς διέπραξαν το λάθος να πρεσβεύουν διαφορετικές από τους κρατούντες απόψεις. Ας περιορίσουν λοιπόν οι όψιμοι επικριτές της βίας τις φάλτσες κορώνες και ας φροντίσουν να αναγνωρίσουν τα λάθη στα οποία οι ίδιοι έχουν υποπέσει, ας ζητήσουν συγγνώμη από τα πλήθη του κόσμου που έβλαψαν και μετά, με το θράσος που τους διακρίνει, ας εμφανισθούν δημόσια, χωρίς αστυνομικούς και κάθε είδους φρουρούς, να διαλαλήσουν την απέχθειά τους, προς κάθε μορφή βίας. Όχι μόνον κατά της βίας που τους βολεύει, αλλά και κατά της ιδεολογικής βίας την οποία χρησιμοποιούν επί σειρά ετών προκειμένου να βολεύονται εκείνοι και οι δικοί τους
Και επαναλαμβάνω ότι απεχθάνομαι τη βία, οιαδήποτε μορφή βίας, σωματικής, ψυχολογικής, σωματικής, έμμεσης η άμεσης, την οποία αναγνωρίζω εύκολα καθώς πολλάκις ασκήθηκε πάνω μου, κατά κύριο λόγο δε από Έλληνες, προσφάτως δε από όψιμους νεοδημοκράτες.
Επαναλαμβάνω ότι έζησα πολλά χρόνια σε διάφορες ευρωπαικές χώρες, χωρίς σοβαρές οχλήσεις, πέραν ίσως ελαχίστων μεμονωμένων περιστατικών, ίσως για αυτό δεν δίστασα να εγγυηθώ για τους Αλβανούς φίλους μου όταν μου ζητήθηκε. Επειδή επιμένω να πρεσβεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, αντίθετα από ότι γράφεται στη παλαιά Διαθήκη ότι «…ο λογισμός της καρδίας του ανθρώπου είναι κακός εκ νηπιότητος αυτού…», είναι, κατά βάθος, καλοί και επιθυμούν το καλό και μόνον.
Αν μάλιστα ήταν στο χέρι μου θα προτιμούσα να κρατήσω στην Ελλάδα τον Αντώνη και τους άλλους Αλβανούς φίλους μου και να απελάσω όλους εκείνους τους Έλληνες, ιδίως τους καθεστωτικούς πολιτικούς και τους δημόσιους λειτουργούς , που με την ανέντιμη και ανήθικη συμπεριφορά τους, έναντι τόσο των αλλοδαπών όσο και των γηγενών, βλάπτουν τους συμπολίτες μας και αμαυρώνουν την τιμή της Ελλάδος.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης