Ο ΚΥΩΝ (ΣΚΥΛΟΣ) και ο ΛΥΚΟΣ

Ο ΚΥΩΝ (ΣΚΥΛΟΣ) και ο ΛΥΚΟΣ

Είναι εύκολο να επιρρίπτουμε την ευθύνη της κακοδαιμονίας του τόπου μας στην επιθυμία μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού να αποκατασταθεί επαγγελματικώς σε μια θέση του δημοσίου προκειμένου να διασφαλισθεί μέχρι τέλους του βίου του. Ελάχιστη δουλειά στις περισσότερες εκ των θέσεων, εξασφαλισμένη μονιμότητα, ασχέτως αν αποδίδουμε η όχι , και το κυριότερο το καταχρηστικό δικαίωμα να αντιμετωπίζουμε τους πολίτες ως υποδεεστέρους με επακόλουθο την επίδειξη αγενούς, σχεδόν βάναυσης, συμπεριφοράς προς εκείνους. Επιπλέον, πολλά τα έμμεσα οφέλη της δημοσίας θέσης, επιδόματα, υπερωρίες, αυτόματες αυξήσεις, ταξίδια αναψυχής με έξοδα του δημοσίου, μια ονειρική ζωή που φέρνει στο νου μας το μύθο του Αισώπου με το σκύλο και το λύκο.

Σκλάβος ο σκύλος, αλλά χορτάτος, ελεύθερος ο εξάδελφός του λύκος, αλλά νήστις.  Αν ερευνήσουμε όμως πως ο ανθρώπινος πολιτισμός εξελίχθηκε στο βαθμό που γνωρίζουμε σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι τα μέγιστα καλά προήλθαν από τους λύκους που στις ατέρμονες προσπάθειές τους να επιβιώσουν,  γυρεύοντας  διεξόδους,  ανακάλυπταν νέες μεθόδους,  εφεύρισκαν νέα μέσα. Μέσα στην αφιλόξενη κοιτίδα της κοινωνίας οι λύκοι, αν και κινούνται ως αγέλες είναι πλάσματα, κατά τον Έσσε, μοναχικά, και  ανεβαίνουν τον Γολγοθά τους με μόνο εφόδιο τα πρωτόγονα χαρίσματά τους και τη θέλησή τους να υπάρξουν, να ξεχωρίσουν και να διεκδικήσουν μια θέση στο πάνθεον της ιστορίας. Γεγονός για το οποίο καλείσαι να παρουσιάσεις έργον. Λέξη άγνωστη η ξεχασμένη στο δημόσιο τομέα της χώρας μας, όπου οι περισσότεροι αμείβονται για έργο που δεν παράγουν και δη με δανεικά χρήματα, ούτε καν δικά μας. Οποία παγκόσμια πρωτοτυπία.

Είναι αποδεδειγμένο πως λίγοι λύκοι επιτυγχάνουν,  μερικοί εξαντλούνται και καταρρέουν, άλλοι χάνονται, κάποιοι θυσιάζονται εκούσια, οι περισσότεροι όμως εξοντώνονται από τους «βολεμένους» κύνες. Τα ξαδέλφια τους, τους σκύλους,  που ξεχωρίζουν από τρία χαρακτηριστικά. Το γαύγισμα προς οιονδήποτε ανήμπορο, ευγενή, ηλικιωμένο, ξένο, διαφορετικό άνθρωπο που πλησιάζει το «χώρο» του, την αντιαισθητική και ηθική ανεμελιά τους που προσβάλλει ακόμα και τον καθρέφτη εντός του οποίου καθρεφτίζονται, και φυσικά το μίσος τους για τους υπερήφανους, αγωνιστές, μονήρεις λύκους. Θα αποφύγουμε το ολίσθημα να χαρακτηρίσουμε τους λύκους εντίμους, καθώς η άγρια, άδικη κοινωνία εντός της οποίας κινούνται δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιους  συναισθηματισμούς. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι ανελέητος, ιδίως όταν ενώπιόν τους  ορθώνονται παγιωμένοι μηχανισμοί συντήρησης μιας κυνικής εξουσίας, που ποσώς διστάζει να τους αφανίσει προκειμένου να διατηρήσει τα οφίκια της. Ο συσχετισμός δυνάμεων αποβαίνει πάντα εις βάρος των θαρραλέων λύκων που στις κατά μέτωπο αντιπαραθέσεις ηττώνται λόγω της υπεροπλίας των σκύλων/φυλάκων της εξουσίας και των μέσων καταστολής που διαθέτουν. Οι αποτυχίες όμως δίδαξαν και συνέτισαν. Σταδιακά οι λύκοι έπαψαν να επιδιώκουν τη σύγκρουση, ανακάλυψαν τη σύμπνοια. Παρακάμπτοντας  τους αμβλύνοες, πειθήνιους υποτακτικούς εξαδέλφους τους, απευθύνονται, ενώπιος ενωπίω, στα αφεντικά τους.

Αρκεί ένα νεύμα εκείνων ώστε τα πλήθη να κλίνουν την κεφαλή και να αποδεχθούν την προσταγή. Τα αφεντικά τότε, χαϊδεύουν τρυφερά τους υπάκουους υπηρέτες τους και σε ένδειξη αγάπης τους προσφέρουν μια υψηλότερη θέση στην ιεραρχία, – αν δεν υπάρχει τη δημιουργούν – και αναλαμβάνουν υπό την προστασία τους τον νεογνό της οικογενείας. Εξαιτίας  τους ψύχους του χειμώνα και της έλλειψη καυσίμων και τροφίμων το έκδηλο ενδιαφέρον των αφεντικών προς εκείνους τους ταπεινούς υπηρέτες τους είναι συγκινητικό. Αν εξέλιπαν όμως οι εξάδελφοι που επισκέπτονται συχνά πυκνά τα αγαπημένα τους αφεντικά θα ήταν καλύτερα.

Οι λύκοι για τους σκύλους είναι προαιώνιοι εχθροί. Μισούν τα πάντα επάνω τους ακόμα και τον αφανή αλλά ηρωικό θάνατό τους. Όμως περισσότερο από όλα μισούν τη φήμη τους που πολλάκις επισκιάζει ακόμα και των αφεντικών. Δεν αντέχουν να βλέπουν το σκληρό, κυνικό αφεντικό τους να υποκλίνεται ενώπιον ενός επιτυχημένου λύκου, να επιδιώκει πάση θυσία τη συντροφιά του, να γυρεύει τις συμβουλές του και μερικές φορές μάλιστα να τον ορίζει αφεντικό του πιστού του υποτακτικού. Τι ευτελισμός προς τον επί 35ετία απόλυτο δούλο του.

Κι ίσως καμιά φορά, μέσα στα όνειρά του, ο εξασφαλισμένος πλην ασήμαντος υποτακτικός να φαντάζεται ότι είναι νέος και ρωμαλέος, διεπόμενος από ανώτερες ιδέες, γαλουχημένος με καθάριες αρχές, προτού η ψυχή του διαφθαρεί από την σαθρή δημόσια πραγματικότητα που επιδιώκει προς συντήρηση της εξουσίας να μετατρέπει τους πένητες αλλά υπερήφανους λύκους σε ευτραφείς αλλά υποτακτικούς σκύλους. Να φαντάζεται ότι δαγκώνει το χέρι που τον τρέφει και ας μην τον ταίσουν ποτέ ξανά. Τέτοια τροφή άλλωστε ποιος τη θέλει;

Μα φυσικά αυτοί που κυβερνούν. Γι’ αυτό αυτή η άγευστη, άνοστη τροφή  προσφέρεται δωρεάν επί μια 35ετία μαζί με μια θέση του δημοσίου. Δεν ευθύνεται το λυκόπουλο που ενδίδει στον πειρασμό, γιατί  είναι γνωστό ότι όλα τα παιδιά έχουν αίμα λύκου, αλλά εκείνοι που τη πρώτη φορά που επιστρέφει άπραγο από το κυνήγι της τροφής αντί να το αφήσουν νηστικό, του δίνουν από το δικό τους. Πως το ταλαιπωρημένο λυκόπουλο να μην νιώσει ευγνωμοσύνη για εκείνους που σίγησαν τον επώδυνο θόρυβο του κενού στομάχου;. Πώς να μην τριφτεί στα πόδια των ευεργετών του; Πώς να μην αρχίσει να σαγηνεύεται από τις ευκολίες της σκυλίσιας ζωής; Έτσι, σταδιακά, αφυπνίζεται το σπέρμα της υποτέλειας και αμβλύνεται το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας της βούλησης.

Αν οι γονείς πρωτίστως, κατά δεύτερον οι δάσκαλοι και καθηγητές και τέλος οι πολιτικοί άνδρες καλλιεργούσαν στα παιδιά το αίσθημα της υπερηφάνειας, της ευγενούς άμιλλας, του απαράμιλλου ήθους και καταδίκαζαν την ήσσονα προσπάθεια σε οιαδήποτε έκφανση της δημόσιας ζωής, ακόμα και αν η οικονομική κρίση ήταν αναπόφευκτη θα την αντιμετωπίζαμε. Και, θέλω να πιστεύω ότι  θα την ξεπερνούσαμε.

Ενώ τώρα…

Αλέξανδρος Κακαβάς,  Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

 

ΝΑΝΟΙ ΚΑΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ

ΝΑΝΟΙ ΚΑΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ

Καταντά κοινότοπο και πληκτικό. Κι όμως επιμένουμε να παριστάνουμε τους γίγαντες καίτοι είμαστε νάνοι. Δεν αφορά την ιστορική συγκυρία των προσφάτων η ανωτέρω διαπίστωση, αφορά την ελληνική ιστορία εξ αρχαιότητας. Από την Ιλιάδα ήδη παρενέβαιναν οι ξένοι προκειμένου να δώσουν λύση στα προβλήματα που είχε προκαλέσει η απληστία μας, η μισαλλοδοξία μας, και ένα σωρό άλλα ελαττώματα που χαρακτηρίζουν την ελληνική φυλή. Τότε τους αποκαλούσαν θεούς, αργότερα Πέρσες, Ρωμαίους, Φράγκους, σήμερα πλέον Δ.Ν.Τ., Ε.Κ.Τ  κ.ά. Όποτε μας έκαναν τα χατίρια ήταν καλοί, όποτε αρνούνταν, κακοί.

Αυτή η σαθρή, ατομιστική, αντίληψη που μας χαρακτηρίζει ως φυλή μας ωθεί να εξανιστάμεθα  όταν μας επικρίνουν για προχωρημένη διαφθορά, αναλγησία, και νωθρότητα. Στην προσπάθειά μας να αμυνθούμε αντί να εξεύρουμε επιχειρήματα, η ακόμα καλύτερα να πατάξουμε τη διαφθορά, έχουμε μάθει να μεταθέτουμε τις ευθύνες στους ξένους. Αυτούς τους στυγνούς εκμεταλλευτές μας τους οποίους αφ’ ενός  εξαπατούμε και απομυζούμε επί σειρά ετών αφ’ ετέρου θεωρούμε υπεύθυνους για τα δεινά μας. Και δεν βρίσκεται ένας πολιτικός να δηλώσει δημόσια basta (φτάνει!). Έχουμε καταντήσει ο τραγέλαφος του ευρωπαικού πολιτικού και οικονομικού κόσμου αλλά συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε ως κακομαθημένα γιουσουφάκια που δεν θέλουν να χάσουν το παιχνίδι τους. Δηλαδή το κράτος.

Γιατί μόνον αυτό απέμεινε στους διάφορους μεγαλόσχημους πολιτικούς μας όλων των φασμάτων – περί ιδεολογιών δε ούτε λόγος πλέον, έχουν προ πολλού καταστεί γράμματα νεκρού αλφαβήτου – και τις στρατιές των διορισμένων ψηφοφόρων, προκειμένου να συνεχίσουν να εξυφαίνουν τον ιστό που επί 38 έτη μας κρατεί δέσμιους αυτής της ανήθικης πολιτικής πραγματικότητας . Ουδείς αμφισβητεί την καλή θέληση κάποιων εκ των πολιτικών και των δημοσίων λειτουργών να συμβάλουν στην αλλαγή αυτής της τελματώδους κατάστασης που μας οδηγεί αργά και βασανιστικά στην εξαθλίωση. Που ουδόλως θα συγκρίνεται με της Αργεντινής που αστόχως έφερε ως παράδειγμα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Διότι ο λαός μας έχει, δυστυχώς, αποδείξει ότι δεν γνωρίζει το μέτρο. Είναι πολύ πιθανόν λοιπόν να οδηγηθούμε σε έναν πρωτοφανή εμφύλιο απ’ όπου θα εξέλθουμε ακόμα πιο διαιρεμένοι. Και τούτο επειδή πλέον δεν θα πρόκειται για μια σύγκρουση προς κατάληψη της εξουσίας, αλλά για έναν αγώνα επιβίωσης.

Όμως το μέλημά μας δεν έπρεπε να είναι το κράτος και τα στίφη των υπαλλήλων του, αλλά ο απλός Έλληνας, ο βιοπαλαιστής, ο μισθωτός, ο βιοτέχνης, ο ιδιώτης εν γένει. Όλοι αυτοί απροστάτευτοι και ακαθοδήγητοι  συνεχίζουν να αγωνίζονται να παραμείνουν όρθιοι στα πόδια τους καίτοι οι πολιτικοί, πλην εξαιρέσεων, τους καταφέρουν κτυπήματα κάτω από την μέση, ύπουλα και βάναυσα, υποχρεώνοντάς στους να γονατίσουν. Και να μη ξανασηκωθούν. Για ένα μοναδικό λόγο. Να μη θιγούν τα συμφέροντα του δημοσίου, δηλαδή των ψηφοφόρων τους, εκείνων που τους ξαναψηφίζουν ώστε να μην απαλλαγούμε ποτέ από αυτούς. Και όπως συμβαίνει με τους περισσότερους δεσμοφύλακες εκείνοι να εξυφαίνουν τον ιστό των νέων μέτρων, εισπράττοντας τους παχυλούς μισθούς τους και χασκογελώντας αφ’ έδρας.

Ο Ελληνικός λαός ευθύνεται, τιμωρείται σήμερα από τους ίδιους εκείνους που εμπιστεύτηκε ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν «σόι», κατά τη λαική έκφραση. Και τώρα καλούνται να υποστούν τις συνέπειες.  Επειδή το τραγούδι των σειρήνων είναι γνωστό στους πάντες εξ αρχαιοτάτων χρόνων, χάρις στον Όμηρο, όπως και ο δρόμος της Αρετής και της Κακίας. Και όμως φέρονται σαν μην τα διδάχτηκαν ποτέ. Τα διέγραψαν από τη μνήμη τους και επέτρεψαν στους μελίρρυτους Καραμανλή και Παπανδρέου να τους παρασύρουν σε θάλασσες μόνιμης γαλήνης και ευδαιμονίας. Ποια θάλασσα όμως παραμένει πάντα γαλήνια, ακυμάτιστη; Οι γοητευτικές φωνές των σειρήνων έσβησαν από τα αυτιά, χάθηκε η γλυκιά μέθη από το κεφάλι και το γαλαζοπράσινο φως μετατράπηκε σε πίσσα μαύρο σκοτάδι. Χωρίς ίχνος φωτός.

Μήπως λοιπόν είναι καιρός, ο Έλληνας, να απαλλαγεί από τους μεγεθυντικούς καθρέφτες και να καθρεφτισθεί σε κανονικούς; Να αποδεχτεί επιτέλους ότι δεν είμαστε καλύτεροι η χειρότεροι από τους άλλους λαούς, είτε καλούνται Τούρκοι, είτε Γερμανοί. Γιατί ειλικρινά δεν δικαιολογείται τόσος ντόρος που ένας μετανάστης, ίσως μη κατανοών επαρκώς τη σημασία της λέξεως, χαρακτήρισε τον πρωθυπουργό ρατσιστή. Είναι εύκολο να υψώνουμε το ανάστημα μας, ως Ελληνάρες -κοινώς γραικύλοι-, να νοιώθουμε δυνατοί όταν στρεφόμαστε κατά του απλού μετανάστη που διετύπωσε μια γνώμη που δεν μας άρεσε.  Και δεν σχολιάζω το γεγονός ότι οι όψιμοι υποστηρικτές του πρωθυπουργού επί μέρες τον κόπτουν σε τεμάχια και τον μοιράζουν ως αντίδωρο στους τηλεθεατές – επειδή ας μη μας διαφεύγει ότι οι πολιτικές εκπομπές της τηλεόρασης έχουν αντικαταστήσει τις αρένες των Ρωμαίων. Πρόκειται για την πλέον σύγχρονη εκδοχή ευτελούς ψυχαγωγίας -. Αλλά για την εν λόγω συμπεριφορά ισχύει η παροιμία έκαστος δύο πήρας φέρει. Για άλλη μια φορά λοιπόν φροντίσαμε να υψώσουμε το ανάστημά μας έναντι ενός μετανάστη, να τον μεμφθούμε δημόσια, να τον υποχρεώσουμε να ανακαλέσει!  Και επιδεικνύουμε τη μικρότητά της σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια αντί να επιδείξουμε τη μεγαλοψυχία μας και να χαρούμε που αυτός ο άνθρωπος είχε το σθένος να επιμείνει, με ήρεμο ύφος και στη γλώσσα μας, να επιμείνει στη γνώμη του. Λυπούμαι που απεδείχθη γίγαντας κι εμείς ακόμα μια φορά νάνοι.

Όμως τέτοια παραδείγματα υφίστανται πολλά απλώς δεν υποπίπτουν στην αντίληψή μας και συνεχίζουμε να τυρβάζουμε περί άλλα.  Ατυχώς για το δύσμοιρο ελληνικό λαό που δεν εννοεί, όπως έθεσε παλαίμαχος δημοσιογράφος, να εξέλθει στους δρόμους και να ανατρέψει μια κατάσταση και το κυριότερο να αποστείλει στην πολυτελή οικία τους  υπεύθυνους της σημερινής οικτρής κατάστασης. Τους αποτυχόντες πολιτικούς, η παραμονή των οποίων στα έδρανα της Βουλής, μόνον καλό δεν προοιωνίζει όταν μάλιστα απαιτούν την παραμονή υποδεεστέρων πολιτικών στην κυβέρνηση με μόνο γνώμονα την μετ’ εκείνων φιλία η συγγένεια.

Η «ραγιάδικη» συμπεριφορά των πολιτικών ταγών, πέραν του ότι δίνουν το κακό παράδειγμα στην κοινωνία, διαιωνίζοντας την αναξιοκρατία, έχει σαν αποτέλεσμα τον ευτελισμό των θεσμών και την απώλεια της πίστης στα πρόσωπα που θα έπρεπε να την εμφυσούν στο λαό. Στους επικεφαλής.  Που αντί να διορίζουν με γνώμονα το ήθος, την προσφορά και τα προσόντα τοποθετούν σε θέσεις  «συντρόφους», συγγενείς, κ.λ.π. που το ήθος τους και οι ικανότητές τους  πόρρω απέχουν από τις απαιτήσεις της θέσης.  Και φυσικά δεν αναφερόμαστε σε αστέρια εθνικής εμβέλειας αλλά για κομπάρσους τοπικών συλλόγων, καθώς ως γνωστόν οι περισσότεροι  Έλληνες πολιτικοί δεν απέχουν πολύ από τον υπουργό της αγγλικής σειράς  “Yes, Mr. Minister”.  Εν τούτοις απαξιώνοντας βασικές αρχές όπως αρετή και δικαιοσύνη και περιφρονώντας το κοινό αίσθημα συνεχίζουν τις ατυχείς επιλογές τους. Πώς να αποτολμήσουν τόσο νάνοι που είναι να περιστοιχισθούν από  κανονικούς ανθρώπους, που στα μάτια τους φαντάζουν ως γίγαντες.  Άλλωστε καθώς μέλημά τους δεν είναι η συμβολή στην επίλυση της κρίσης που μαστίζει τη χώρα, αλλά η διατήρηση της εξουσίας, γιατί να νοιαστούν για ικανούς και έντιμους Έλληνες.

Έτσι λοιπόν, μέχρις ότου εμφανισθεί ένας ήρωας η μια ηρωίδα, χωρίς όνομα, χωρίς πολιτικές καταβολές, χωρίς μεγεθυντικούς καθρέφτες και σταθεί μόνος έναντι εκείνων που καταστρέφουν  την πατρίδα και εμφυσήσει στους Έλληνες την πίστη στις αρχές που ξεχάσαμε, και τους δείξει το αληθινό μέγεθος του εαυτού τους, καταστρέφοντας τις εικόνες της ψευδούς ευδαιμονίας και τους ζητήσει να βουλώσουν τα αυτιά τους στο τραγούδι των Σειρήνων,  ίσως τότε μόνον, οι Έλληνες πάψουν να φέρονται ως νάνοι και ξαναγίνουν γίγαντες.

Γίγαντες που θα εξοβελίσουν δια παντός τους νάνους που μας κυβερνούν.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ;

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ;

Μια Κυριακή σαν όλες τις άλλες. Μόνη διαφορά η ανακοίνωση της καταργήσεως της δημοτικής αστυνομίας. Θα έλθω ευθύς αμέσως στο θέμα. Ως συνήθως όλοι έχουμε άποψη στην Ελλάδα επί παντός μάλιστα επιστητού. Όλοι γνωρίζουμε τα πάντα, είμεθα επαίοντες, και φυσικά εκφέρουμε ανενδοίαστα τη γνώμη μας είτε στον περίγυρό μας, είτε και σε ευρύτερους κύκλους. Ατυχώς εγώ, ίσως επειδή κάθε φορά που αποτολμούσα να παραστήσω τον ειδήμονα, αντιμετώπιζα τη μήνη του πατρός μου, περιορίστηκα σε όσα όντως γνωρίζω. Δηλώνω λοιπόν ότι δεν γνωρίζω κατά πόσον η δημοτική αστυνομία επιτελούσε έργον. Οι αρμόδιοι προφανώς έκριναν πως το έργο που επιτελούσαν οι δημοτικοί αστυνόμοι δεν ήταν σημαντικό εξ ού και τους έπαυσαν. Αυτό που εγώ διαπίστωσα τις όποιες φορές απηύθυνα το λόγο σε δημοτικό αστυνομικό ήταν ότι οι νεαροί, σχεδόν όλοι έδειχναν νέοι, κάτω των 35 ετών, μου φέρθηκαν αγενώς, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις με άμετρο θράσος.

Θα μου υπενθυμίσετε ότι η αγένεια και το θράσος αποτελούν σήματα κατατεθέντα των περισσοτέρων Ελλήνων ιδιαίτερα μάλιστα των εν αδίκω τελούντων. Θα αντικρούσω το επιχείρημα και θα αναφέρω ότι κατά το παρελθόν εξάμηνο με ‘τράκαραν» τρεις φορές, παρακαλώ, τη μία Αλβανός, τις άλλες δύο Έλληνες. Και οι τρεις φέρθηκαν ευγενέστατα όσο περίεργο και αν ακούγεται τούτο. Να υποθέσω ότι τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι και οι τρεις ΔΕΝ ήταν δημόσιοι υπάλληλοι;  Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων μετατρεπόμαστε βαθμηδόν σε «ρατσιστές» παντός είδους, όπως προ 40ετίας που έλεγαν ότι οι πλέον κακοί οδηγοί είναι οι οδηγοί ταξί και οι γιατροί! Τα επιπόλαια μειράκια μετέδιδαν απερίσκεπτα αυτήν την είδηση και ούτω είχε εδραιωθεί η εντύπωση ότι πράγματι έτσι ήταν. Όμως αυτό το αυθαίρετο αξίωμα παραπέμπει στο παίγνιον ότι έτσι είναι αν έτσι θελήσετε. Η άποψη αυτή βασιζόταν σε ένα απλό στοιχείο. Τα ταξί ξεχώριζαν από το χρώμα τους και οι γιατροί από το σήμα που είχαν επικολλημένο στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου τους. Εξ ού και στιγματίζονταν. Επειδή ξεχώριζαν.

Άραγε γινόμαστε ρατσιστές, αδικώντας ίσως τους πολλούς ένεκα των λίγων, όταν δηλώνουμε ότι οι προσωπικές μας εμπειρίες από την όποια συναλλαγή η επαφή με δημοσίους υπαλλήλους ήταν απογοητευτικές; Δεν νομίζω. Τα παραδείγματα άψογης συμπεριφοράς και σωστής εξυπηρέτησης, όχι έναντι εμού μόνον, αλλά όλων ανεξαιρέτως των προσερχόμενων σε δημόσια υπηρεσία, από μέρους των δημοσίων υπαλλήλων είναι ελάχιστα. Επί 35 χρόνια υπήρξα υποχρεωμένος να επισκέπτομαι διάφορες δημόσιες υπηρεσίες και εαν προσπαθήσω να υποδείξω τους εξαίρετους υπαλλήλους θα αρκεσθώ σε μια δράκα μόνον εξ εκείνων όπως ο εξαίρετος προιστάμενος του ΙΚΑ Ζωγράφου κ. Μ..Σ. η η αστυνομικός κα. Θ. Α. (υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα Συντάγματος).  Με μια υποσημείωση. Δεν τους κρίνω ως καλούς επειδή επελήφθησαν επιτυχώς μιας προσωπικής μου υπόθεσης αλλά επειδή επί σειρά ετών φέρονταν προς όλους με τον προσήκοντα σεβασμό. Κάτι που  παλιότερα, δηλαδή προ του 1990 επεδείκνυαν οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι που επιπλέον διέθεταν ένα βασικό χάρισμα, την υπομονή. Σήμερα το χάρισμα αυτό έχει εκλείψει.

Ας επανέλθουμε όμως στην Κυριακή. Μια νεαρά, περί τα 25, με walkman στα αυτιά, «χάιδευε» το δρόμο, νομίζοντας προφανώς ότι τον καθάριζε. Αν δεν κρατούσε τα σύνεργα του οδοκαθαριστή θα μπορούσα να την εκλάβω ως μια απλή γειτονοπούλα καθώς ήταν ντυμένη με κανονικά ρούχα. Την παρακολούθησα επί 10 λεπτά. Πασάλειβε αντί να καθαρίζει και σε υπόδειξη μου, μού απήντησε αυθαδέστατα, μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε. Διερωτώμαι κατά πόσον η συγκεκριμένη, που είμαι βέβαιος ότι εισήλθε πρόσφατα στο Δήμο Αθηναίων, καίτοι ετοιμάζονται να απολύσουν άλλους, αποτελεί ένα νέο είδος γελοίου αλισβερισιού με εξωνημένους πολίτες, σαν την εν λόγω νεαρά η οποία θα παραστήσει την εργαζόμενη επί μια-δυο ώρες και θα αμειφθεί με ένα υπέρογκο μεροκάματο που θα ληφθεί φυσικά από τη φορολόγηση των απολυμένων του ιδιωτικού τομέα. Οι απολύσεις λοιπόν είναι για τα μάτια μόνον, για να ξεγελάσουμε τους «Τροικανούς» και εμείς, όσοι συμμετέχουμε σε αυτή τη συμπαιγνία εις βάρος του ελληνικού λαού, θα συνεχίσουμε να βγάζουμε μόνοι τα μάτια μας. Αλλά πρωτίστως τα μάτια των ιδιωτικών υπαλλήλων και ελευθέρων επαγγελματιών που συνεχίζουν αγόγγυστα να υπομένουν τη σαθρή αυτή διαχείριση ενός διαποτισμένου από τη διαφθορά πολιτικού, πελατειακού, συστήματος.

Ως πότε δεν γνωρίζω, αλλά όπως έγραψα προ ημερών σε κάποιον φίλο, που σχολίαζε επιτιμητικά, ορθώς κατά τη γνώμη μου, την ύβριν που διέπραξε ο κος Σαμαράς διορίζοντας τον κο. Χ. Παπουτσή ως εκπρόσωπο της χώρας μας στην Παγκόσμια Τράπεζα – τούτο λόγω της σχέσεώς του κου Χ. Παπουτσή με τον κο. Καρχιμάκη, ος επειδή αντιπολιτεύεται τον κο Βενιζέλο, έπρεπε να ‘εξαγορασθεί» και τι καλύτερη ευκαιρία από το διορισμό τού, αν δεν απατώμαι, «μπατζανάκη» του.

«Με το διορισμό αυτόν ο κος Σαμαράς δείχνει πόσο κατά βάθος αδιαφορεί για τον ελληνικό λαό και ιδίως για εκείνους που τον ψήφισαν. Καθώς είναι απαράδεκτο να διορίζεται άνθρωπος τον οποίον ο κόσμος ενόσω πολιτεύθηκε έκρινε ανίκανο να διαχειρισθεί τα κοινά και τον καταψήφισε, να τον επιβραβεύει η κυβέρνηση αναθέτοντάς του οιαδήποτε δημόσια η εθνική θέση.» Οπότε εφ’ όσον επιμένουμε να ασπαζόμαστε τη ρήση του Ιησού «όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην» Ματθαίος 5:39 θα συνεχίσουμε να υφιστάμεθα και τοιούτου είδους προσβολές εις τον αιώνα τον άπαντα.

Όμως ουδέν κακόν αμιγές καλού. Αποδεικνύεται ότι κακώς ενίστανται οι όποιοι δημόσιοι υπάλληλοι απολυθούν. Δεν απολύονται παρά για να επαναπροσληφθούν, κατά προτίμηση δε οι μη διαθέτοντες προσόντα όπως ακριβώς ο ισόβια ανεπάγγελτος κος. Χ. Παπουτσής . Εκείνοι δε έχουν και μερικά έτη προυπηρεσίας! Έστω στο δημόσιο. Ας βιασθούν λοιπόν να εγγραφούν στις κλαδικές, αν υφίστανται ακόμα, των κομμάτων, κατά προτίμηση της αριστεράς, – ώστε να έχουν σίγουρη την πρόσληψη καθώς αριστερούς παραδέχτηκε ο κος Σαμαράς ότι διόριζε στην ΕΡΤ, και Μεσσηνίους, δεν  το είπε, στο Μουσείο της Ακροπόλεως – η να προσεγγίσουν όποιον νεοσσό η μορμολύκειο – όχι μέσης ηλικίας, δεν τους έχει ανάγκη- πολιτικό η κομματικό στέλεχος γνωρίζουν και να φροντίσουν να συγγενέψουν μαζί του πάραυτα. Γιατί αν το θράσος των δημοσίων υπαλλήλων ονομασθεί Χ το θράσος της πολιτικής, κομματικής και μη ξεχνούμε και τη συνδικαλιστική, ηγεσίας είναι Χ εις τη νιοστή.

Κι είναι ακόμα Κυριακή. Κολωνάκι ώρα 9 το πρωί. Άπειρες ελεύθερες θέσεις στάθμευσης. Μεσήλιξ οδηγός, συνοδευόμενος από τη μητέρα του, επιχειρεί να παρκάρει επί διαβάσεως ΑΜΕΑ Του υποδεικνύω ευπρεπώς ότι υφίστανται ελεύθερες θέσεις και ότι στη συγκεκριμένη απαγορεύεται η στάθμευση επειδή παρακωλύει τη διέλευση ΑΜΕΑ. Έλαβα την εξής αυθόρμητη απάντηση από τη μητέρα «Κυριακάτικα;»

Τον ευχαριστώ πάντως που δεν εθίγη από την παρατήρησή μου και στάθμευσε αλλού.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

DE PROFUNDIS (ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ)

 

DE PROFUNDIS (ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ)

Προ ημερών συναντηθήκαμε κάποιοι, εξ επαγγέλματος, φίλοι. Όλοι ελεύθεροι επαγγελματίες πλην ενός δημοσίου υπαλλήλου που συνεχίζει να εισπράττει κανονικά το μισθό του – και η σύζυγός του το δικό της και τυγχάνουν ιδιοκτήτες του διαμερίσματός τους – και έχει την τύχη να δημιουργεί με έξοδα του δημοσίου. Ίνα γίνω λοιπόν σαφής η τετραμελής αυτή οικογένεια ζει με 2.000 ευρώ το μήνα και επιπλέον εκείνος επιβαρύνοντας εμάς τους ανέργους συνεχίζει εν μέσω κρίσεως να παράγει αμφιβόλου αξίας καλλιτεχνικό έργο, που μετά βεβαιότητας ούτε οβολό θα φέρει πίσω στο ταμείο, ούτε ουδείς στην Εσπερία θα καταλάβει καν ότι παρήχθη. Και μέχρις εδώ καλώς κακώς αυτή είναι η διεφθαρμένη χώρα μας, τις παθογένειες του κρατισμού υφιστάμεθα, όμως αν μη τι άλλο αναμέναμε ότι ο εν λόγω φίλος θα ήταν πιο φειδωλός στις εκφράσεις δυσαρέσκειάς του αφού περνάει ζωή και κότα όταν εμείς οι υπόλοιποι την ανάγκην φιλοτιμία ποιούμε, εκόντες άκοντες. Τώρα που το ξανασκέπτομαι ομολογώ ότι μας θαυμάζω. Εάν μόλις προ έτους ένας τέτοιος φίλος ενώπιον ανέργων, εμού περιλαμβανομένου,  εξεστόμιζε ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κάποιος με 2.000 ευρώ χωρίς νοίκι, θα είχαμε εκμανεί και πιθανότατα θα τον είχαμε κατακεραυνώσει. Εφέτος είτε λόγω αδυναμίας, η παρατεινόμενη ανεργία απομυζεί όλη μας την ικμάδα και μας καθιστά ράκη, είτε λόγω ωριμότητας, έστω μετά από πάροδο 55 ετών, σιωπήσαμε ανταλλάσοντας απλώς συνένοχα βλέμματα μεταξύ μας.

Η αμετροεπής αυτή συμπεριφορά των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών με αναστατώνει. Δύσκολα συγκρατώ το θυμό μου όταν ακούω ανθρώπους που αμείβονται κανονικότατα χωρίς να παράγουν έργο, απλώς και μόνον επειδή ανήκουν, οι περισσότεροι εξ αυτών, στην κάστα των πραιτοριανών των πολιτικών, που παρασιτούν επί σειρά ετών εις βάρος μας και εξ αιτίας των οποίων μας αναμένουν μέρες πολύ χειρότερες από ό, τι έχουμε ζήσει μέχρι σήμερα. Και παρόλο που αναγνωρίζω ότι η ειλικρίνεια, ιδιαίτερα από ένα διαπρύσιο επικριτή του δημοσίου, δεν είναι αποδεκτή ακόμα και από ανθρώπους που κατ’ αυτήν την περίοδο υποφέρουν χωρίς πιθανότητα ίασης του προβλήματός του διερωτώμαι:

Πόσο ειλικρινής μπορεί να υπάρξει οιοσδήποτε εάν δεν ανήκει σε κάποιο τάγμα μοναχών, αν δεν τυγχάνει πεφωτισμένος η αιμοσταγής τύραννος η τέλος αν δεν έχει επιλέξει να υπηρετεί μέχρι τέλους την προσωπική του άποψη, ην φυσικά θεωρεί, ως τη μόνη αληθινή; Πόσο ένας άνθρωπος που ζει μέσα σε μια κοινωνία, την οιαδήποτε κοινωνία, μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του για κάθε τι, ιδίως δε αν πιστεύει, και εξού γίνεται επικριτικός, ότι η κοινωνίας εντός της οποίας συνέβη να υπάρξει τυγχάνει σαθρή και διεφθαρμένη, μια κοινωνία σαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα, τα οποία όμως αντίθετα από το βιβλίο του Λωτ, στην εποχή μας ανθίζει και μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε μια τέτοια κοινωνία δυσώδη και αηδή τείνει να μετατραπεί η χώρα μας και ακόμα και ο υπέροχος ήλιος μας δεν καταφέρνει να αποδιώξει τη ζοφερή σκιά της σήψης και της διαφθοράς που έρπει ολόγυρά μας, καταπίνοντας τον έναν μετά τον άλλον, μετατρέποντας τους Έλληνες σε ρινόκερους του Ιονέσκο. Τους Έλληνες της Ελλάδος επειδή ευελπιστώ, και μυχίως εύχομαι, να διασωθούν οι Έλληνες της διασποράς, γηγενείς η επήλυδες, που πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δική τους την Ελλάδα θα κάνουν. Πρώτα όμως θα χρειασθεί να δοκιμασθεί από τις επτά πληγές των φαραώ, όχι απαραίτητα τις ίδιες ακριβώς, όμως εξ ίσου οδυνηρές και επώδυνες. Ίσως τότε μόνον οι Έλληνες επανεύρουν τον παλιό χαμένο εαυτό τους, εκείνον που διδαχθήκαμε όταν ήμασταν παιδία στο σχολείο και που σταδιακά από το 1974 κάποιοι επιτήδειοι με την αλόγιστη υποστήριξη μέρους του λαού φρόντισαν να εξαφανίσουν από προσώπου γης. Στη θέση του ανήγειραν ένα τεράστιο είδωλο του Κράτους, στο αδηφάγο στόμα του οποίου θυσίαζαν επί σειρά ετών μυριάδες νεαρών, αγνών ψυχών. Κάτι σαν τους 7 νέους και τις 7 νέες που απέστελε ο Αιγεύς στην Κρήτη ώστε να κορεσθεί η πείνα του Μινώταυρου. Μόνον που εκείνοι οι 14 νέοι, έστω άδικα φονεύονταν μαρτυρικά, ενώ οι σύγχρονοι νέοι που οδηγούνται από τους γονείς τους και τους πολιτικούς καθοδηγητές τους στη πύλη του Κράτους παραμένουν εκεί μέσα εσαεί κάτι σαν νεκροζώντανοι καταδικασμένοι να μην προσφέρουν ποτέ τίποτα στην πατρίδα, στην κοινωνία, στο συνάνθρωπό τους. Δεν είναι τυχαίο που καίτοι η κατάσταση βαίνει προς το χειρότερο και ανά πάσα στιγμή η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί εκτός ευρωζώνης αρκετοί από αυτούς μιλούν και φέρονται αδιαφορώντας παντελώς για την ενδεχόμενη αυτή εξέλιξη. Και παραδέχομαι ότι  ποσώς με πειράζει ενδεχόμενη έξοδος της χώρας από το ευρώ, όποιες και αν είναι οι συνέπειες για την οικονομία της χώρας. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι το έγκλημα απαιτεί τιμωρία και στην Ελλάδα πολλοί επί σειρά ετών εγκληματούν χωρίς ουδείς μέχρι σήμερα να έχει τιμωρηθεί για όλα αυτά τα κατά συρροή εγκλήματα εις βάρος του ελληνικού λαού. Ας επιπέσει λοιπόν στην κεφαλή μας ο κεραυνός του τιμωρού Διός και ας πλημμυρίσει η χώρα μας με τα νερά του Ποσειδώνα. Τέλος ας ανοίξει χάσματα κοχλάζοντα ο Πλούτων και ας παρασύρει στην κόλαση ικανό αριθμό Ελλήνων. Αν είναι γραφτό να πάψουμε να υφιστάμεθα επί προσώπου γης, ας χαθούμε. Δεν θα χάσει ο κόσμος από την απώλεια των συγχρόνων Ελλήνων, η ορθότερα των Ελλαδιτών. Αν πάλι καταφέρουμε να επιβιώσουμε και σταθούμε πάλι στα πόδια μας και ορθώσουμε το ανάστημά μας, ίσως τότε φροντίσουμε να μην επαναλάβουμε τα εγκληματικά σφάλματα των τελευταίων 40 ετών και αποφασίσουμε να καταστρέψουμε συθέμελα το αισχρό αυτό Κράτος που έθρεψαν οι πολιτικοί μας με μόνο στόχο τον πλουτισμό τους εις βάρος του ελληνικού λαού με τη βοήθεια των πραιτοριανών τους δημοσίων υπαλλήλων. Και επειδή δεν θέλω να αδικήσω όλους τους δημοσίους υπαλλήλους θα υπενθυμίσω ότι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατά τη Γερμανική κυριαρχία, την ευθύνη για τους ταλαίπωρους αιχμαλώτους είχαν αιχμάλωτοι. Και ο νοών νοείτω. Ας ευχηθούμε λοιπόν να τελειώσει το μαρτύριο το οποίο βιώνουμε, το συντομότερο δυνατόν, και αφού δεν έχουμε το θάρρος να εγερθούμε κατά της καθεστηκυίας τάξεως και να την ανατρέψουμε αλλά συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε με αθώες ψυχές το Κράτος της Βίας, που απλώς μεταλλάχθηκε χωρίς κάτι να αλλάξει, αφού δεν έχουμε το ψυχικό σθένος να μετατραπούμε σε καμικάζι η τσιχαντιστές, αφού δεν θέλουμε να θυσιάσουμε κάτι δικό μας, αλλά δεν μας πειράζει να μας θυσιάζουν οι άλλοι, αφού τέλος δεν είμαστε ικανοί να κερδίσουμε έναν πόλεμο, τότε δεν έχουμε κανένα λόγο να συνεχίσουμε να υπάρχουμε.

Εγώ πάντως δεν θα χύσω δάκρυ.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

Υ.Γ. Ο κ. Χ. Γιανναράς έχει πει – όχι πως δεν το γνώριζα- ότι οι Δυτικοί κατέχουν καλύτερα από εμάς ό,τι αφορά την Ελλάδα και ότι θεωρούν ότι εκείνοι είναι συνεχιστές του ελληνικού πολιτισμού. Αν μη τι άλλο λοιπόν ό,τι άξιζε από εμάς (τους Έλληνες), δηλ. ο αρχαίος (κλασικός) και –μερικώς-ο βυζαντινός πολιτισμός θα συνεχίσει να υφίσταται, να μνημονεύεται και να λατρεύεται. Οπότε κοιμώμαι ήσυχος.

  1. Το De profundis είναι έργο του Όσκαρ Ουάιλντ

ANTE PORTAS (ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ)*

ANTE PORTAS (ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ)*

Είναι απίστευτη η επιπολαιότητα και έλλειψη θάρρους που χαρακτηρίζει μεγάλη μερίδα των Ελλήνων πολιτικών. Πλην των δύο πολιτικών κομμάτων, κατά το κόκκινο και το μαύρο του Stendhal**,  που εμμένουν στις ίδιες, αδιάλλακτες θέσεις τους επί σειρά ετών καθώς οιαδήποτε αλλαγή θα τους στερούσε το ποσοστό ψηφοφόρων που αντιπροσωπεύουν – συμπτωματικώς δε ανήκουν στα άκρα και οι οπαδοί αμφοτέρων αυτών των κομμάτων μέχρι σήμερα διώκονται απηνώς, συνήθως αδίκως, για πολλούς και ποικίλους λόγους τους οποίους θα αναλύσω σε επόμενο άρθρο μου – τα υπόλοιπα κόμματα, με τον κ. Τζήμερο και το Ποτάμι να έχουν μια έφεση προς πλέον ευθαρσείς απόψεις και επιδεικνύοντες κάποια κλίση προς φυσικά χαρίσματα όπως ο κοινός νους, οι στυλοβάτες των μεγάλων κομμάτων ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε φληναφήματα, ανοησίες και καταφανή ψεύδη.

Ο συνεχής αναμηρυκασμός της λέξεως «μεταρρυθμίσεις» τείνει πλέον να χάσει την αξία της, καθώς τα χείλη που την προφέρουν ως μόνιμη επωδό, τρέμουν μη τυχόν και εφαρμοσθεί οπότε θα χαθεί το πελατειακό κράτος, οπότε, με απλά λόγια, θα απομείνουν χωρίς δουλειά οι επαγγελματίες πολιτικοί, ιδιαίτερα οι προερχόμενοι από τα συνδικαλιστικά φυτώρια η τις αυλές των πολιτικών αρχηγών, που ως γνωστόν στην Ελλάδα έχουν επιτύχει να καταστούν βασιλικότεροι των βασιλέων, διασπαθίζοντας και επιδαψιλεύοντας το δημόσιο χρήμα προς όφελος εκείνων και των οικογενειών τους, με μικρά η ασήμαντα οφέλη για τον χειμαζόμενο λαό.

Εξ ου, μετά από 5 έτη, όπου όλοι, ιδιαιτέρως όμως οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, επλήγησαν από την εφαρμογή σκληρών και αδίκων φορολογικών μέτρων, πλην φυσικά των πολιτικών και της κομπανίας των δημοσίων υπαλλήλων που τους στηρίζουν, οι ίδιοι εκείνοι πολιτικοί που μας κυβερνούν έκτοτε, παραδέχονται με περισσό στόμφο ότι, πράγματι, ουδεμία από τις υπογραφείσες μεταρρυθμίσεις εφαρμόσθηκε και αντί να κύπτουν την κεφαλή συναισθανόμενοι την ενοχή τους, φουσκώνουν ως γάλοι τα στήθη τους, επιβεβαιώνοντας έτσι, τη μωρία και την αβελτηρία τους.

Ο δε ελληνικός λαός ως μαζοχιστής, φαιδρός και ρέπων προς την βλακεία (ίδε εξαίρετη πραγματεία  του Ευάγγελου Λεμπέση***) – αντίθετα απ’ ότι μας αρέσει να πιστεύουμε δι’ ημάς, δηλαδή ότι είμαστε έξυπνοι, θαρραλέοι και τσίφτες –   συνεχίζει να αναθέτει τη διαχείριση της δόλιας τύχης του στους αναποτελεσματικούς, ανίκανους και αλαζόνες πολιτικούς που τον έφεραν σε αυτή την άθλια κατάσταση, αντί να τους εξαποστείλει στον αγύριστο ίνα απαλλαγούμε οριστικώς από αυτούς. Μέχρις ότου όμως ο ελληνικός λαός αποφασίσει ότι δεν αντέχει άλλο, και τούτο θα συμβεί αφού δούμε τη χώρα να καταρρέει καταπλακώνοντας υπό τα ερείπιά της τα τέκνα μας, και επαναστατήσει κατά του σαθρού αυτού καθεστώτος, που ακόμα και πολιτικοί ταγοί, εν τη ρύμη του λόγου, το χαρακτηρίζουν ως εκτροπή, αν ερμήνευσα ορθώς τις αναφορές στις εκφρασμένες απόψεις της Προέδρου της Βουλής, εμείς θα υφιστάμεθα όχι το μαρτύριο της ασφυξίας των εταίρων μας, που απλώς συμβαίνει να σέβονται και να τηρούν τους νόμους και τους κανόνες της Ε.Ε., αλλά και τον ρύπο των φληναφημάτων των πολιτικών, των φερέφωνων τους, κάποιων ασήμαντων δημοσιογράφων και λοιπών μαϊντανών, συνήθως καθηγητών πανεπιστημίων που ως επαίοντες επαναλαμβάνουν κατά τρόπο πληκτικό και μονότονο, τις ίδιες κούφες απόψεις περί μέτρων και μεταρρυθμίσεων, αποφεύγοντας επιμελώς να θέσουν τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων.

Και φυσικά δεν αναφέρομαι στους νοτισμένους με την αριστερή ιδεοληψία καθώς από εκείνους ουδέν αναμένω αλλά στον υπόλοιπο κόσμο που συνεχίζει να ψηφίζει την αριστερά, εκτός αν το 40% του ελληνικού λαού θεωρεί αλλόφυλους τους υπόλοιπους Έλληνες και επιθυμεί ως άλλος Σαμψών να τους παρασύρει μαζί στο θάνατο. Άλλωστε αν ακόμα υφίσταται τέτοιο ισχυρό αριστερό ρεύμα στη χώρα μας, όταν σε όλη την Ευρώπη έχει εξαφανισθεί, δεν οφείλεται φυσικά στον ασπασμό της μαρξιστικής-λενινιστικής φιλολογίας, αλλά στο έμφυτο ελάττωμα του μέσου Έλληνα, να επιδεικνύει φθόνο, αντί για θαυμασμό, προς οιονδήποτε επιτυχημένο, και δη πλουσιότερο – εξαιρουμένων φυσικά των λαϊκών αγωνιστών του συνδικαλισμού και της πολιτικής που επί σαράντα έτη καταληστεύουν τα δημόσια ταμεία δημιουργώντας αμύθητες περιουσίες χωρίς φυσικά να εργασθούν. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που οι συγκεκριμένες ομάδες αρνούνται επισταμένα να επιτρέψουν να εφαρμοσθούν οι συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις που θα βοηθούσαν τη χώρα μας να ανανήψει και σταδιακά να επανέλθει σε μια κατάσταση ευημερίας και ευδαιμονίας για τους γηγενείς και επήλυδες κατοίκους της.

Οι μεταρρυθμίσεις, λοιπόν, που θα άρουν τη δυσάρεστη κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει εξαιτίας της άφρονος και άτολμης πολιτικής των ταγών μας είναι πολλές και σίγουρα θα θίξουν μερίδα του ελληνικού λαού, όμως αν δεν εφαρμοσθούν η Ελλάς μπορεί να αρχίσει να ετοιμάζει το σάβανό της. Οι βασικότερες δε είναι οι ιδιωτικοποιήσεις των πάντων, (αεροδρομίων, λιμένων, Ξενία, κρατικών εργοστασίων κ.λπ.). Όσο ενοχλητικό και αν ακούγεται τούτο, πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουμε ότι είμαστε ανίκανοι να διαχειρισθούμε τα κοινά, και να παράγουμε πλούτο, καθώς μέλημα της πλειοψηφίας των Ελλήνων υπήρξε ανέκαθεν ο εύκολος πλουτισμός με ήσσονα προσπάθεια, εξ ου και η υπερβολική διεύρυνση του δημοσίου και η καταστροφή της παραγωγικής τάξεως των αγροτών.  Ουδέποτε διδαχθήκαμε να υπηρετούμε με συνέπεια και αφοσίωση τον Σκοπό, τον όποιο ανιδιοτελή σκοπό που αφορά όλους μας, δεν μυηθήκαμε να τον υπηρετούμε με αυταπάρνηση και στερήσεις, δεν γαλουχηθήκαμε να ασκούμε τα καθήκοντα μας εν τιμή, χωρίς να απαιτούμε ευτελή, υλική, ανταμοιβή για τις υπηρεσίες μας προς την πατρίδα και τον συμπολίτη μας.

(Τούτο έχει καταστεί πασιφανές ιδίως από την στρατιωτική ηγεσία και τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται έναντι των πολιτικών. Οι άνθρωποι από τους οποίους αναμένουμε, σε περίπτωση εξωτερικού κινδύνου, τη σωτηρία μας, κατά τα τελευταία έτη πράττουν ο,τιδήποτε ώστε να αποδείξουν ότι έχουν μετατραπεί σε υπηρέτες αφεντάδων).Το αυτό διαπιστώνουμε για πλείστες όσες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων (εξαιρώ τους ιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό, τους δασκάλους, όχι όμως τους καθηγητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και τα σώματα ασφαλείας)  που ενώ συνεχίζουν να σιτίζονται εις βάρος του ελληνικού λαού, ουδέν απολύτως προσφέρουν εις ανταπόδοση.

Οι απολύσεις λοιπόν, όπως τουλάχιστον αναφέρονταν στο πρώτο μνημόνιο ουδέποτε εφαρμόσθηκαν από το ΠΑΣΟΚ υπό τον Γ. Παπανδρέου, και τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη αλλά ακόμα και σήμερα όλοι σχεδόν οι συνομιλητές στις πολιτικές τηλεοπτικές εκπομπές που φυτρώνουν ως μανιτάρια, θα αποτολμήσω να πω δηλητηριώδη για τους εχέφρονες νόες, στους τηλεοπτικούς σταθμούς, αντιδρούν στο άκουσμα της λέξεως απόλυση στο δημόσιο, αν και επισημαίνουν, κρυπτόμενοι όπισθεν του δακτύλου τους, την ανάγκη εξυγίανσης και  εξορθολογισμού (sic!) του δημοσίου τομέα.

Ιδιωτικοποιήσεις λοιπόν, απολύσεις, μάλιστα απολύσεις από το δημόσιο τομέα, λύση όλων των δημόσιων και δημοτικών επιχειρήσεων, διακοπή της χρηματοδότησης των ΜΚΟ και κάθε αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, αναθεώρηση του συντάγματος με αρκετές βασικές αλλαγές, όπως την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και την μείωση των βουλευτών, κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, παραδειγματική τιμωρία υπουργών και θεσμικών που έχουν παρανομήσει, καθώς και  θέσπιση δικλείδων ασφαλείας ώστε να αποφευχθούν παραδείγματα νεποτισμού και συνέχισης της καταδυνάστευσης του τόπου από μια νομενκλατούρα που επί 100 έτη εσκεμμένα διατηρεί διχασμένο τον ελληνικό λαό ώστε να τον εκμεταλλεύεται καλλίτερα.

Χωρίς φυσικά τούτο να απαλλάσσει τον ελληνικό λαό από τις ευθύνες του και τις επαναλαμβανόμενες ατυχείς, πολιτικές, επιλογές του. Όμως η καταστροφή η κοινώς Grexit, ως έτερος Αννίβας, ευρίσκεται ante portas, ήτοι προ των πυλών και ίσως ήρθε η στιγμή να το αντιμετωπίσουμε, δια παντός, αν προσπαθήσουμε είτε να συμφιλιωθούμε και να αποδεχθούμε ότι δεν είναι σωστό μια μερίδα του ελληνικού λαού να ζει εις βάρος του υπολοίπου χωρίς μάλιστα να προσφέρει πολλά για αυτό, η αν αποφασίσουμε να συγκρουσθούμε, όπως το 16, η το 46-49 και ό,τι μέλλει γενέσθαι.

Αλλά ας κάνουμε επιτέλους κάτι.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

*Οι νίκες του Αννίβα κατά των Ρωμαίων έλαβαν χώρα στον ποταμό Τρέβια το 218 π.Χ. στη λίμνη Τρασιμένη το 217 π.Χ. και στις Κάννες το 216 π.Χ.. Ο Αννίβας μπορούσε, μετά από αυτές τις νίκες, να στραφεί κατά της Ρώμης – εξ ου η φράση «ο Αννίβας προ των πυλών (Hannibal ante portas Roma)» – και να την καταλάβει. Αντ’ αυτού κινήθηκε προς τη Νότιο Ιταλία.

**Επιτομή του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, έργο σταθμός στην ιστορία της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. το Κόκκινο και το Μαύρο (1830) του Stendhal είναι η ιστορία του Ζυλιέν Σορέλ, ενός νεαρού ονειροπόλου από την επαρχία, που γεμάτος θαυμασμό για τα ιδεώδη του Ναπολέοντα θέτει στόχο του να ξεφύγει από τα δεσμά της φτωχής του καταγωγής και να κατακτήσει την καταξίωση και τον πλούτο στην παρακμιακή γαλλική κοινωνία της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων.

***Εὐάγγελου Λεμπέση – Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ (1941)