από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
Η ΝΕΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Σήμερα το πρωί ένας φίλος φαρμακοποιός, άνθρωπος εργατικός, ευγενής και ευρυμαθής περί την δεκαπενταετία νεώτερός μου ενόσω απολαμβάναμε τον καφέ που μου είχε προσφέρει με ρώτησε κατά πόσον αν είχα παιδιά θα τα έστελνα στο Κολλέγιο Αθηνών η Ψυχικού. Απήντησα ευθύς αμέσως πως όχι. Ως συνήθως εκλήθην να επιχειρηματολογήσω υπέρ της απόψεώς μου και ιδού τι είπα. Οι κύριοι λόγοι είναι τρεις.
Ο πρώτος τυγχάνει ο σοβαρότερος και αφορά στην ατυχή έως κακή επιρροή που έχει το περιβάλλον του Κολλεγίου στους γόνους απλών αστικών οικογενειών. Η συναναστροφή μετά γόνων οικονομικώς ανωτέρων οικογενειών καλλιεργεί εσφαλμένες εντυπώσεις στα παιδιά που θεωρούν ότι ένας υιός εφοπλιστή θα παραμείνει φίλος με τον υιό ενός ανώτατου ιδιωτικού υπαλλήλου, τραπεζικού η μη. Η ιστορία έχει καταδείξει ότι πέραν των περιπτώσεων όπου ο πτωχότερος συμμαθητής καταλήγει γελωτοποιός, σπιούνος η φερέφωνο του πλουσιοτέρου ο συγχρωτισμός παύει μόλις οι απόγονοι αναλάβουν θέσεις ευθύνης στις οικογενειακές επιχειρήσεις, νυμφευθούν η μετοικήσουν στο εξωτερικό για σπουδές η επαγγελματικές δραστηριότητες. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης η νευρώσεων στους εγκαταλειφθέντες λόγω του ότι δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον τρόπο ζωής των πλουσίων συμμαθητών τους καίτοι θεωρούν εαυτούς ισοτίμους αν μη πνευματικά και ηθικά ανωτέρους. Εξ ου και σταδιακά είτε αποξενώνονται, είτε συμβιβάζονται. Φυσικά η ζωή βρίθει εκπλήξεων και δεν αποκλείεται μετά από έτη σκληρών προσπαθειών, εννόμων η ανόμων ενεργειών, οι πτωχότεροι να δημιουργήσουν περιουσία και να καταστούν εξίσου σημαντικοί η και σημαντικότεροι από τους παλαιούς τους συμμαθητές, ιδίως αν εκείνοι χρεοκοπήσουν, γεγονός που συνήθως χαροποιεί τους άλλοτε φίλους τους ιδιαίτερα, που δεν χάνουν ευκαιρία με πολλούς και ποικίλους τρόπους να το διαλαλούν και να το καθιστούν γνωστό.
Ο δεύτερος λόγος αφορά στις ανυπόστατες προσδοκίες που καλλιεργούνται τόσο στους γόνους όσο και στους γονείς τους. Ιδίως οι δεύτεροι θεωρούν δεδομένο ότι επειδή το τέκνο τους έλαβε απολυτήριο από το Κολλέγιο έχει όλα τα εχέγγυα ώστε να σπουδάσει και να διακριθεί στο Princeton ή στο Cambridge και να ακολουθήσει λαμπρά σταδιοδρομία στο διπλωματικό σώμα, στην πολιτική κ.ά. Ο δε γόνος καταλήγει να πάσχει από σύμπλεγμα ανωτερότητας το οποίο στην περίπτωση που αποτύχει στην επαγγελματική του ζωή τον καθιστά μνησίκακο, κακεντρεχή και ιδιαιτέρως εκδικητικό, καταλήγοντας να θεωρεί ότι απέτυχε εξ αιτίας της διεφθαρμένης αντίληψης που διέπει την ελληνική κοινωνία η κάποια σκευωρία που στρέφεται κατά των ικανών και χαρισματικών ανθρώπων, συνομοταξία στην οποία έχει κατατάξει αυθαίρετα τον εαυτό του.
Ο τρίτος λόγος αφορά στο κοινότοπο, ευτελέστατο και άχρηστο πρόγραμμα σχολικών σπουδών το οποίο ορίζεται, ορθότερα επιβάλλεται, από το Υπουργείο Παιδείας, που διοικείται επί σειρά ετών από συμπλεγματικούς ανθρώπους υπέρμαχους της θεωρίας της ήσσονος προσπάθειας και των μετρίων επιδόσεων. Ένα πρόγραμμα σπουδών που δεν αρμόζει σε ελεύθερους πολίτες αλλά σε πρόβατα που σύρονται επί σφαγή με μόνο στόχο τη μείωση των κινδύνων να εγερθούν και να αντιδράσουν κατά του σαθρού και διεφθαρμένου καθεστώτος το οποίο τους έχει επιβληθεί με την προσφορά φτηνού άρτου και άτεχνου θεάματος. Προς τι λοιπόν να καταβάλει μια οικογένεια τη θυσία της καταβολής υπέρογκων διδάκτρων ώστε το τέκνο τους να λάβει ένα αμφιβόλου αξίας ποιότητας απολυτήριο όταν το ίδιο ευτελές απολυτήριο δύναται να το λάβει δωρεάν από ένα δημόσιο σχολείο. Είναι προτιμότερο λοιπόν να κατατεθούν τα χρήματα σε κάποιο προθεσμιακό λογαριασμό ώστε όταν με το καλό ο γόνος ολοκληρώσει τις σχολικές σπουδές να απέλθει να σπουδάσει σε κάποιο σοβαρό ίδρυμα της Ευρώπης η της Αμερικής που αναμφίβολα θα του αυξήσει τις πιθανότητες να εξεύρει μια σοβαρή δουλειά και να προετοιμάσει μια σημαντική σταδιοδρομία.
Είναι άκρως λυπηρό δε, και το είχε παραδεχθεί δημοσίως κατά την παράδοση του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ο απελθών Υπουργός κύριος Π. Παναγιωτόπουλος, που ο τότε πρωθυπουργός είχε την ατυχή ιδέα να απαξιώσει το Υπουργείο Πολιτισμού θέτοντάς το υπό το Υπουργείο Παιδείας. Διερωτώμεθα δε τι είδος νου διαθέτει ο οιοσδήποτε είχε τη φαεινή αυτή ιδέα, να θέσει το μοναδικό, ανεπανάληπτο ελληνικό πολιτισμό, υπό την ανύπαρκτη ελληνική παιδεία η οποία κατατάσσεται σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμα και υπανάπτυκτων ξένων χωρών. Τι αισθήματα πρέπει να τρέφει η τι άποψη πρέπει να έχει, ο εισηγητής αυτού του σχεδίου, για τον ελληνικό πολιτισμό ώστε να εισηγείται την κατάργηση του Υπουργείου Πολιτισμού.
Και για μια ακόμα φορά αισθάνομαι υποχρεωμένος να επαναλάβω, ενοχλώντας ίσως κάποιους γηγενείς, ότι είθε τα αξιολογότερα και ικανότερα πνεύματα της Ελλάδος να απέλθουν οριστικά της χώρας μας και να διασκορπισθούν ανά την υφήλιο, ως διαπρύσιοι κήρυκες του ελληνικού πολιτισμού, όλων των εποχών, ώστε, όπως έγινε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Μωαμεθανούς, να διασωθεί χάρις σε αυτούς, για μια ακόμα φορά, η απαράμιλλη ομορφιά και σοφία του ελληνικού πολιτισμού και αφού ριζώσει στη νέα Δύση να συμβάλει στην ανανέωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ίσως και του παγκόσμιου.
Τότε ίσως μόνον έτσι καταφέρουμε, χάρις στη συμβολή τους και την αρωγή τους, να ανασυνταχθούμε πρώτα ως έθνος, και εν συνεχεία ως χώρα και να διεκδικήσουμε επιτυχώς τη θέση που κατείχαμε προ χιλιάδων ετών στην παγκόσμια σκηνή. Δόξα και ήθος ανεπανάληπτα, που οι σύγχρονοι πολιτικοί ταγοί αντί να τα προβάλουν και να τα προτείνουν ως παράδειγμα προς μίμηση, τα αποσιωπούν. Δόξα και ήθος που συνεχίζουν να εμπνέουν πλήθη λαών χάρις στην προβολή που τυγχάνουν, παρά τις όποιες ατέλειες και παραποιήσεις από όλους, ανεξαιρέτως, τους ξένους, ακόμα και τους προαιώνιους εχθρούς μας. Κατά την ίδια χρονική στιγμή που η κυρία Γλυκάτζη-Άρβελερ μείωνε, σχεδόν απαξίωνε, – με ισχυρά φυσικά επιχειρήματα – τη σημασία της «Κερκόπορτας», του μοιραίου εκείνου στοιχείου, κατά τη λαική ρήση, της πτώσης της Βασιλίδας, οι Αμερικανοί διά σκηνοθεσίας Ζακ Σνάιντερ καθιστούσαν γνωστή στην οικουμένη, κατά τρόπο πρωτότυπο και εντυπωσιακό την υπέρτατη θυσία του βασιλέως Λεωνίδα και των 300 του στις Θερμοπύλες. Και καίτοι έχω παρακολουθήσει το έργο δις, ακόμα και αυτήν την Τρίτη, πρόσφατη, φορά ένιωσα έναν κόμπο στο λαιμό και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου όσο με συνέπαιρνε η εξέλιξη της ιστορίας, μιας ιστορίας με προδικασμένο τέλος που όμως δεν εννοείς να μην την παρακολουθήσεις μέχρι τέλους όπου εκείνο το περίφημο «ω ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα των κείνων ρήμασι πειθόμενοι» του Λεωνίδα προς τους Σπαρτιάτες (και τους κακώς μη μνημονευόμενους) Θεσπιείς μάς κάνει ακόμα να ριγούμε από συγκίνηση.
Σε πείσμα ενός γελοίου, φαιδρού ελληνικού κράτους που με ιδιαίτερη σπουδή φρόντισε να απομακρύνει τον ανδριάντα του που ευρισκόταν επί της Εθνικής οδού και όλοι οι διερχόμενοι τον ατένιζαν, πολλοί δε με θαυμασμό νοιώθοντας υπερήφανοι που είναι απόγονοί του.
Έλληνες.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ (BEHOLD THE MAN)
1974 Freshman στο Κολλέγιο Αθηνών. Αστειευόμενος ο Μπάμπης Συμεωνίδης, εν ώρα μαθήματος, με κλώτσησεδυνατά και το θρανίο μετατοπίστηκε προκαλώντας θόρυβο. Ο Π. Βασιλαράς, καθηγητής των μαθηματικών στραφείς προς εμένα και βλέποντας το σημάδι του παπουτσιού πάνω στο πανταλόνι μου με ρώτησε ποιός το έκανε. Φυσικά, απήντησα πως δεν γνώριζα. Μου ζήτησε να παρουσιασθώ αμέσως στον διευθυντή. Παρενέβη τότε ο Μπάμπης και ομολόγησε. Και συ μαζί, είπε ο καθηγητής. Διαμαρτυρήθηκε ο Μπάμπης ότι εγώ δεν έφταιγα. Ο καθηγητής είπε πως έφταιγα επειδή είχα καλύψει τον ένοχο. Έλαβε τότε το λόγο ο πρόεδρος του τμήματος, Δημήτρης Πόρτολος. Θεωρούσε ότι έπρεπε να επιβραβευθούμε και οι δύο για την θαρραλέα και ανδρική στάση μας. Αποτέλεσμα: Και οι τρεις οδεύσαμε στον διευθυντή. Αν δεν απατώμαι ο Μπάμπης και εγώ λάβαμε από 4 στίγματα, στα 5 ελάμβανες προειδοποίηση αποβολής και αμφότεροι είμαστε μαθητές με βεβαρημένο μητρώο διαγωγής! Κινδυνεύαμε να αποβληθούμε. Όμως ο υποδιευθυντής του ανωτάτου τμήματος, κ. Τσαγκαράκης, στάθηκε ανένδοτος.
Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, αιρετός γενικός γραμματέας, δεύτερος τη τάξει σε ψήφους, κατηγορήθηκα και διασύρθηκα από έναν πρόεδρο, τον οποίο, παρά τις επί μέρους διαφωνίες μου σε θέματα διαφάνειας και διαχείρισης του οργανισμού στον οποίον μετέχουμε, στηρίζω απόλυτα επί 14 συναπτά έτη. Με ενόχλησε δε σφόδρα το εξής.
Με χαρακτήρισε χαφιέ η ρουφιάνο επειδή αρνήθηκα να αποκαλύψω τα ονόματα των μελών του οργανισμού με τα οποία έχω συνομιλήσει, ώστε να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε, τίνι τρόπω δεν γνωρίζω, τον η τους συγγραφείς μιας ανώνυμης επιστολής που εστάλη, σημειωτέον, μόνον σε έξι από τα επτά μέλη του Δ.Σ. και σε κανένα άλλο, από τα 500 περίπου, μέλη του οργανισμού. Αυτό το πρόσφατο περιστατικό στον οργανισμό επανέφερε στη μνήμη μου το μαθητικό περιστατικό του 1974 και με έκανε να αναρωτηθώ κατά πόσον άλλαξε κάτι στην ελληνική κοινωνία, η μήπως οι κρατούντες την εξουσία συνεχίζουν να επιβραβεύουν την δουλοπρέπεια και την υποτέλεια αντί να τιμούν την ελευθεροφροσύνη και την παρρησία.
Δύο Έλληνες, με σαράντα έτη διαφοράς, αμφότεροι μη προσκείμενοι στους Ιακωβίνους, πρεσβεύουν ότι υψίστη αρχή οφείλει να είναι η άκριτη υπακοή στα κελεύσματα και τις επιταγές της όποιας εξουσίας. Μια σχέση υποτέλειας που ουδόλως αρμόζει σε ελεύθερους πολίτες χώρας με δημοκρατικό, έστω κατ’ επίφαση, πολίτευμα. Διερωτώμαι λοιπόν κατά πόσον υφίστανται, μικρές έστω, πιθανότητες να επέλθει οιαδήποτε αλλαγή στην αντίληψη που διέπει το μέσο Έλληνα. Το μέσο Έλληνα που, απ’ ότι φαίνεται, δεν άλλαξε καθόλου κατά τα τελευταία 40 έτη παρά τα συγκλονιστικά γεγονότα που βίωσε, όπως η εγκληματική απώλεια της Κύπρου, που στοιχειώνει τον ύπνο πολλών εντίμων και αγνών πατριωτών, η ηθική και οικονομική κατάρρευση του κράτους λόγω της άφρονος πολιτικής κυρίως των κατ’ ευφημισμόν σοσιαλιστών και των ΜΜΕ που τους στηρίζουν, η έντεχνη διαστρέβλωση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας όπου οι Έλληνες διαχωρίστηκαν σε κακούς και καλούς ανάλογα με τα συμφέροντα που εξυπηρετούσαν, και χωρίς να θέλω να φανώ μελοδραματικός, τολμώ να υποστηρίξω ότι οι άγνωστοι στρατιώτες που σκοτώθηκαν για να διαφυλάξουν την ελευθερία της πατρίδος και που τη θυσία τους ουδείς τιμά σήμερα, κακώς έπραξαν. Όπως και οι φονευθέντες στην Κύπρο και εκείνοι που θα χαθούν στον επόμενο πόλεμο.
Όλοι μας ανεξαιρέτως έχουμε σφάλλει αν παρά τις θυσίες μας η αντίληψη του μέσου Έλληνα παραμένει ίδια και απαράλλακτη από την απελευθέρωση η ορθότερα από τη σύσταση, από τις ξένες δυνάμεις, του νεωτέρου ελληνικού κράτους. Αντί για υψιπετείς πολίτες προετοιμάζουμε χαμερπή ανθρωπάρια, με άχρηστα πτυχία και στείρα γνώση, άτομα προορισμένα να υπακούν τυφλά για ένα ξεροκόμματο, ανθρώπους διατεθειμένους να πουλήσουν τη ψυχή τους σε ένα σαθρό και διεφθαρμένο κράτος, όχι φυσικά για την ομορφιά της Μαργαρίτας, αλλά για την αρρωστημένη αίσθηση εξουσίας, ασήμαντης και πρόσκαιρης, πάνω στους συμπολίτες μας, που προσφέρεται αφειδώς σε οιονδήποτε υπηρέτη της εξουσίας.
Κι αν επί των οφθαλμών ελαχίστων υπηρετών της εξουσίας αντανακλάται η εικόνα του καρατομηθέντος Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ηρνήθη να σταματήσει να ασκεί κριτική στα αίσχη της Ηρωδιάδος, στους περισσότερους, το σκοτεινό, άχρωμο βλέμμα τους προδίδει μόνον τη βλακεία και τη δουλοπρέπεια των Φαρισαίων, και τα άφιλα χείλη τους αποζητούν μόνον την ηδονή του ασπασμού της παρειάς του αγνώστου Ιησού που περιφέρεται ανάμεσά μας.
Μέχρις ότου όπως έγραψε και ο Moorcock στο βιβλίο του Behold the Man (Ίδε ο άνθρωπος) εμφανισθεί σήμερα κάποιος από το μέλλον και επαναληφθεί η ιστορία εκείνου του μοναδικού ανδρός, υιού θεού, πού ήρε τις αμαρτίες του κόσμου και δίδαξε τους ανθρώπους την αγάπη και τη φιλευσπλαχνία και απέθανε, δι’ ημάς, μαρτυρικά, επί του σταυρού.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΤΟ «ΣΙΝΙΕ» ΣΑΒΑΝΟ
Μην κρίνεις ίνα μην κριθείς, διάβαζε ο καθηγητής των θρησκευτικών, στο καλύτερο ελληνικό ιδιωτικό σχολείο της εφηβείας μου και εγώ διερωτόμουν γιατί είχα επιστρέψει στην Ελλάδα, ενόσω απoλάμβανα τόσο πολύ τη ζωή στην τότε πτωχότερη Αγγλία. Μια Αγγλία όπου ο μαθητής, ήδη από την Τρίτη γυμνασίου, είχε το δικαίωμα της επιλογής των μαθημάτων που επιθυμούσε να παρακολουθήσει, με Αγγλικά και μαθηματικά μόνον υποχρεωτικά, και δεν θυμούμαι στον κατάλογο να περιλαμβάνονταν τα θρησκευτικά. Άλλη μια ιδιαιτερότητα της αγγλικής αντίληψης, το αναφαίρετο δικαίωμα ενός εκάστου να κρίνει όλους και τα πάντα, όμως με το γνωστό αγγλικό χιούμορ, που συνήθως ήταν πιο κοφτερό από δωδεκάιντση κάμα μαχαιριού.
Όμως εδώ ζούσαμε, συγγνώμη ζούμε, το μεσαίωνά μας χωρίς φυσικά οι περισσότεροι, ως ομφαλοσκοπούντες και αδαείς να δύνανται να το αντιληφθούν. Πίστευαν ότι μια λέξη, ας επιλέξουμε τυχαία τη λέξη δημοκρατία, αρκούσε προκειμένου ο Έλλην να μετατραπεί σε Παριζιάνο και η Ελλάς σε Παρίσι. Και άνευ παρεξηγήσεως ούτε οι τροτέζες μας δεν ξέφυγαν από αυτό τον κανόνα καίτοι διατηρούσαν εξαίρετη φήμη στα αραβικά boudoirs.
38 έτη παρήλθαν και το νυφικό της παρθένας, έστω με νέα παρθενορραφή το 1974, Ελλάδος, έχει μετατραπεί σε δεύτερο δέρμα και τείνει να μετατραπεί σε σάβανο για εκατομμύρια Ελλήνων χωρίς πιθανότητα μάλιστα να διασωθεί σε κάποια βιτρίνα θεάτρου, του παραλόγου κατά προτίμηση, είδος που καίτοι δεν κατανοεί ο απαίδευτος ελληνικός όχλος, δείχνει, εκ των πολιτικών, και ουχί μόνον, επιλογών του να το λατρεύει. 38 έτη λοιπόν έχουν παρέλθει, η δημοκρατία μας οδεύει πλέον προς τη θέση που της αρμόζει στο Α’ νεκροταφείο ανάμεσα σε εκείνους που άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο συνέβαλαν στη σημερινή της κατάντια. Υφίστανται και μερικές εξαιρέσεις θαμμένοι σε λαικότερα νεκροταφεία, αλλά εκείνους ουδείς τους ενθυμείται.
Ως γνωστόν το Α’ νεκροταφείο κοσμείται από υπέροχα γλυπτά που πάνω τους επικάθεται η ανθρώπινη ματαιοδοξία των ζώντων η οποία υπερέχει κατά πολύ των τεθνεώτων για έναν μόνον λόγο. Συνήθως οι ζώντες είναι κατώτεροι των προγόνων τους και τούτο είναι κύριο χαρακτηριστικό της φυλής μας. Ανατρέχοντας στο παρελθόν εντυπωσιαζόμαστε από τα πλήθη ηρώων και σοφών που είτε γεννήθηκαν Έλληνες, είτε μετήλθαν της ελληνικής παιδείας, αλλά θωρώντας προς το μέλλον ουδέ σκιά μεγάλου ανδρός διακρίνουμε, ίσως φυσικά λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου.
Όλοι αυτοί οι υπέροχοι, εκπληκτικοί πρόγονοί μας ενταφιασμένοι σε τόπους χλοερούς και συνήθως στην απόλυτη αφάνεια των κενών νοών των σημερινών Ελλήνων, προβάλλουν αναπάντεχα, περιστασιακά, χάρις σε κάποια αποφθέγματα που οι δάσκαλοι, δημοσιογράφοι και ταγοί του έθνους έχουν καταγραμμένα σε «σκονάκια» και ευκαιρίας δοθείσης τα χρησιμοποιούν προκειμένου να θαμπώσουν τον αποσκελετωμένο νοητικά συνομιλητή η ακροατή τους.
Έτσι έχουν διασωθεί κάποια τρανά ονόματα όπως Περικλής, Μέγας Αλέξανδρος, Κολοκοτρώνης, Ιουστινιανός (αν και για πολλούς δεν θεωρείται Έλλην) Μακρυγιάννης, Βενιζέλος, Μακάριος, Καραμανλής, Παπανδρέου κ.ά. Τώρα αν συμπτωματικώς όλοι αυτοί οι μεγάλοι Έλληνες έχουν συνδέσει το όνομά τους με τις πλέον δυσάρεστες, αν μη ολέθριες περιόδους, της ιστορίας του Έθνους μας λίγη σημασία έχει επειδή όπως αναφέραμε ανωτέρω σημασία έχει πόσο ασήμαντοι και γελοίοι είναι οι σημερινοί αντίστοιχοί τους. Φυσικά η ιστορία γράφεται από τους νικητές εξ ού και διατηρούμε μια κάποια, μικρή ελπίδα, ότι κάποτε θα αναπαυθούν εν ηρεμία οι ανωτέρω άνδρες και άλλα ονόματα ίσως αναφανούν στο προσκήνιο, όπως Λεωνίδας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Μάρκος Μπότσαρης, Γεώργιος Καραισκάκης, Ιωάννης Καποδίστριας, Ίων Δραγούμης, Χρυσόστομος Σμύρνης, Ιωάννης Μεταξάς, Αλέξανδρος Κορυζής, Εμμανουήλ Τσουδερός, Καραολής και Δημητρίου. Άλλοι ηρωικότεροι, άλλοι σοφότεροι, πάντως εκ διαμέτρου διάφοροι από τα ινδάλματα που κατά τα τελευταία 38 έτη φυτεύτηκαν, ευτυχώς χωρίς να έχουν ριζώσει, στη μνήμη των ελλήνων πολιτών.
Προς τι όμως όλος αυτός ο ορυμαγδός για τις σαβανωμένες μορφές του Α’ νεκροταφείου, γιατί ασχολούμεθα με τους απελθόντας και δεν περιορίζουμε το ενδιαφέρον μας στους συγχρόνους. Όπως έγραφε ο Κώστας Ταχτσής, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Προς τι λοιπόν τόση εμμονή; Μήπως, διερωτώμεθα αφελώς, συγχέουμε τους εν ζωή με τους τεθνεώτες κι αυτό γιατί καθώς είναι ενδεδυμένοι τα σινιέ σάβανά τους ομοιάζουν πολύ προς εκείνους.
Και το κυριότερο, εκείνοι οι νεκροί δεν έχουν λαλιά πλέον, ευτυχώς δι’ημάς, οπότε είναι εύκολο να τους κρίνει τις ακόμα και όταν δεν διαθέτει δωδεκάιντσο καλά ακονισμένο χιούμορ. Οι νεκροζώντανοι όμως που τείνουν να εξελιχθούν σε γυναίκες (ή άνδρες ώστε να είμεθα politically correct) του πρωτομάστορα που θυσιάζονται τα τελευταία 38 έτη προκειμένου να στεριώσει αυτό το άχρηστο ελληνικό κράτος, που όμως όπως το γεφύρι της Άρτης, κάθε νέα διοίκηση το βρίσκει διαλυμένο, περιφέρουν το σαρκίο τους στους διαδρόμους των υπουργείων μέχρις ότου ικανοποιηθεί η ανάγκη τους. Η απλούστατη ανάγκη τους να τους χαριστεί ένα σινιέ σάβανο που συνήθως συνοδεύεται από μια δημόσια, σχεδόν ισόβια, θέση και μια επιτύμβια στήλη στην είσοδο των ευαγών ιδρυμάτων που επί σειρά ετών διαχειρίστηκαν, κατά το ήττον η μάλλον, ατυχώς.
Δεν μεμφόμεθα την ορμέμφυτη επιθυμία των ανθρώπων αυτών να μην επιθυμούν να λησμονηθούν εξ ου και όπως τα φαντάσματα περιφέρονται μέσα στους δημοσίους λαβυρίνθους εκλιπαρώντας για μια μικρή παράταση ζωής, μερικά ακόμα έτη επί του ταλαιπωρημένου σαρκίου τους γιατί όπως και να το κάνουμε είμαστε έθνος γεροντολατρών. Πώς να στερηθούμε όλες αυτές τις ζαρωμένες, καχεκτικές, ακαλαίσθητες δημόσιες μορφές που επί σειρά ετών διοικούν οργανισμούς, φορείς και ιδρύματα όταν οι πολιτικοί μας διακατέχονται από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο; Πώς να ζητήσει ένας υπουργός από έναν νέο 80 ετών να απέλθει της θέσεως που κατέχει ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες να παραχθεί ρηξικέλευθο έργο, να επέλθει κοινωνική δικαιοσύνη, να φανεί ότι όντως ενδιαφέρεται για οικονομική ανόρθωση, όταν ο ίδιος διοικεί το υπουργείο του με έναν μόνον στόχο. Ουδέποτε να το εγκαταλείψει, η ορθότερα να το εγκαταλείψει μόνον όταν εγκαταλείψει τον μάταιο αυτόν κόσμο.
Αυτοί οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι δάσκαλοι είναι που έφεραν τη χώρα μας στη σημερινή κατάντια της και από κοντά αυτός ο συρφετός των σινιέ σαβανωμένων που είναι ικανοί να προδώσουν ακόμα και την ίδια τη σκιά τους προκειμένου να μη φύγουν ποτέ από μια θέση στη οποία φυσικά διορίστηκαν με μόνον γνώμονα τις προσωπικές τους σχέσεις. Επειδή ουδείς εχέφρων πιστεύει φυσικά, ότι δεν υφίστανται πολλοί αξιολογότεροι, κατά πολύ νεώτεροι, με σημαντικό έργο Έλληνες πολίτες, που αν μη τι άλλο για λόγους ευνομίας και ηθικής τάξης έχουν κάθε δικαίωμα να δοκιμασθούν σε αυτές τις θέσεις, που δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και κακώς οι υπουργοί τις χειρίζονται ως τσιφλίκια τους.
Όσον αφορά εκείνους που πιστεύουν ότι θα μνημονεύονται εις το μέλλον επειδή παρέμειναν επί μακρόν σε μια δημόσια θέση, συνήθως παράγοντας έργο αμφιβόλου κοινωνικής αξίας, σπανιότατα δε οικονομικής, πλανώνται πλάνη οικτρά, καθώς η ιστορία έχει καταδείξει ότι προκειμένου να διεκδικήσει τις θέση στην παγκόσμια ιστορία οφείλει να προβεί σε σημαντικές καταστροφές και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως οι κομμουνιστές υπό το Στάλιν, οι Γερμανοί υπό τον Χίτλερ, κ.ά.
Άλλως πως η μεταθανάτια παρουσία του σινιέ σαβανωμένου δημόσιου λειτουργού στον μικρό, αυτό μέγα ελληνικό κόσμο, θα περιορισθεί σε κάποιο ζωγραφικό πίνακα, η σε μια απομίμηση αρχαικής επιτύμβιας στήλης, αμφότερα έργα συγχρόνων πλην όμως μετρίων εικαστικών δημιουργών που θα κοσμήσουν για ελάχιστο χρονικό διάστημα τις προθήκες κάποιου μουσείου η πινακοθήκης προτού στοιβαχτούν όπως άλλωστε συμβαίνει και με αξιολογότερα έργα σε κάποια ανήλια αποθήκη και σιγά σιγά θα ενσωματωθούν με το απόλυτο, αιώνιο σκότος της ανυπαρξίας.
Ευτυχώς δια παντός διά την ιστορία της χώρας μας, δυστυχώς πολύ αργά δι’ημάς.
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΠΤΩΞ = ΛΑΓΩΟ’Σ Η Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού παραμένει η, πλέον διαστρεβλωμένη, ελληνική γλώσσα. Σε μια προσπάθεια αφελληνισμού του λαού, προς όφελος της κομμουνιστικής διεθνούς, η αριστερά διανόηση επέτυχε πιέζοντας, με τη συμπαράσταση κάποιων εκδοτών, τους αμβλύοπες και αμβλύνοες δεξιούς πολιτικούς της μεταδικτατορικής περιόδου να καταφέρει καίριο πλήγμα στην ελληνική γλώσσα. Ο δε Α. Παπανδρέου, ζηλώσας το έργον των αριστερών, μόλις ανέλαβε πρωθυπουργός της κατέφερε τη χαριστική βολή.
Η χειραγώγηση των λαών βασίζεται σε δύο στοιχεία. Την έλλειψη παιδείας, βάση της οποίας αποτελεί η γλώσσα, και τον εύκολο, ήτοι ανέντιμο, πλουτισμό. Η ευτελής παιδεία μετατρέπει τους ανθρώπους σε άκριτους πολίτες κινούμενους υπακούοντας στο θυμικό, ήτοι στα αρχέγονα, πρωτόγονα ένστικτα, ο δε εύκολος πλουτισμός τους εθίζει στη τρυφηλή ζωή και τη φυγοπονία.
Η διαδικασία μετατροπής σε πειθήνια όργανα, πτωχά τω πνεύματι, των πολιτών απαιτεί χρόνο και μέθοδο. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών φρόντισαν για αυτό. Οι περί τον Ανδρέα Παπανδρέου έστησαν το σκηνικό και εφήρμοσαν τους κανόνες επιτυχώς, μετατρέποντας μια μεγάλη μερίδα του λαού σε πτώκες, οι δε κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας συνέβαλαν τα μάλα στη διατήρηση και ενίσχυση εκείνου του συστήματος. Άδικα σήμερα διαμαρτύρονται ότι είναι ανεύθυνοι. Τουναντίον είναι περισσότερο ένοχοι επειδή όχι απλώς υπηρέτησαν ένα καθεστώς που δεν δημιούργησαν, αλλά το διεφύλαξαν και το παρέδωσαν εκ νέου, άθικτο, στους αρχικούς εμπνευστές του. Τους κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενους σοσιαλιστές.
Σήμερα τριάντα έτη αργότερα ο στρατός των πραιτοριανών των σοσιαλιστών παραμένει ανέπαφος εντός των τειχών του δημοσίου, ελαφρά ενοχλημένος από τις περικοπές των μισθών και των ποικίλων οικονομικών ενισχύσεων, όμως πάντα ετοιμοπόλεμοι να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα, ακόμα και να εμποδίσουν οιαδήποτε προσπάθεια διακυβέρνησης της χώρας από άλλους κομματικούς σχηματισμούς.
Ατυχώς η αχαριστία παραμένει το κύριο ελαττώματα της ελληνικής φυλής, μεταξύ πολλών άλλων, κάποια εκ των οποίων περιγράφονται από λέξεις με δεύτερο συνθετικό το –πρέπεια, όπως απρέπεια, μικροπρέπεια η δουλοπρέπεια που ατυχώς χαρακτηρίζουν εύστοχα το σημερινό πολιτικό σκηνικό, ανεξαρτήτως επίφασης ιδεολογίας. Το μέγιστο κακό άρχεται λοιπόν από την πενία της σημερινής γλώσσας. Η αποφυγή έκφρασης της αληθείας, η έντεχνη διαστρέβλωση των γεγονότων, η άρνηση της πραγματικότητας και η εμμονή στη χρήση μιας, στερημένης του στοιχείου ευ, γλώσσας οδήγησε τους έλληνες στην κοινωνική και πολιτική ανυποληψία, από την οποία δυο μόνον τρόποι διαφυγής υφίστανται, ένας πόλεμος, πιθανότατα με τους καραδοκούντες Τούρκους, που όμως θα αφανίσει, άδικα, τις αθώες ηλικίες, ή μια δυναμική αντίδραση μιας μερίδας του ελληνικού λαού που θα απαλλάξει τον τόπο από τους δειλούς, τρυφηλούς και διεφθαρμένους δημόσιους λειτουργούς που μας οδήγησαν στην σημερινή οικτρή κατάσταση.
Δύναται όμως ο πεπτοκώς ελληνικός λαός να αντιδράσει, η ευρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια μεθοδευμένη αδιέξοδη κατάσταση όπου ο φόβος της ανεργίας και της αναδουλειάς εγκαθίσταται στη καρδιά, σκοτεινιάζοντας το νου και καθιστώντας τους έρμαια της σκληρής και αδίστακτης εξουσίας.
Ίσως λοιπόν τελικά δεν είναι τυχαίο που στην ελληνική γλώσσα ο λαγός ονομάζεται πτώξ*, (πτωχός). Γιατί άραγε όμως ο πτωχός ταυτίζεται με τον λαγό; Επειδή όπως λαγός είναι το πιο φοβισμένο ον του ζωικού βασιλείου, έτσι και ο πτωχός είναι το πλέον φοβισμένο άτομο της ανθρώπινης κοινωνίας. Επειδή χωρίς χρήματα, ήτοι χωρίς δουλειά, ιδιαίτατα σήμερα, τρέμει στην ιδέα του ζοφερού και ανασφαλούς μέλλοντος που καραδοκεί.
Ενός μέλλοντος όπου πλέον μόνη άλλη, πλην των ανωτέρω, ελπίδα διαφυγής, φαντάζει μόνον η ελεημοσύνη λαών που αντί να ευγνωμονούμε, απειλούμε, λοιδορούμε και προσβάλλουμε.
Υ.Γ.* πτο(ι)έω «πτοώ, καταπτοώ, εμποιώ τρόμον, εκφοβίζω
Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης
από Αλέξανδρος Κακαβάς | Ιαν 23, 2025 | άρθρα
ΣΤΟ ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ
Συνήθως αποφεύγω να γράφω για δημοσίους υπαλλήλους τους οποίους γνωρίζω, και δη με κολακευτικά λόγια, καθώς το πιο πιθανό είναι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο κινδυνεύουν να μπουν στο στόχαστρο των εχθρών μου, και έχω ουκ ολίγους, και των αντιπάλων μου, για να μην πω και των συναδέλφων τους. Όσο για εμένα κινδυνεύω να εξοστρακισθώ δια παντός από τα υπουργεία στα οποία αναφέρομαι η ορθότερα να μου απαγορευθεί μέχρι τέλους του βίου μου ακόμα και η εμφάνισή μου στην κεντρική είσοδο. Όμως καθώς συμπλήρωσα μισό αιώνα ζωής θεωρώ ότι έχω υποχρέωση να μνημονεύω μερικούς ανθρώπους, όχι φίλους απαραίτητα, με τους οποίους είχα τη χαρά να συνεργασθώ και επομένως να κρίνω επαρκέστερα τις αρετές τους και τις ικανότητές τους. Και χωρίς καμία διάθεση υπεκφυγής δηλώνω ότι σίγουρα υπήρξαν, και συνεχίζουν να υπάρχουν και άλλοι εξίσου ικανοί και φιλότιμοι, πέραν όσων επιλεκτικά αναφέρω, όχι μόνον στο 5ο αλλά και σε χαμηλότερους ορόφους, για τους οποίους είναι πιθανόν να γράψω σε εύθετο χρόνο. Όμως αυτοί τους οποίους αναφέρω είναι εκείνοι που με βοήθησαν, ο καθένας με τον τρόπο τους, να αντέξω, πιθανώς, μία από τις αχρειότερες περιόδους της ζωής μου. Την παραμονή μου στο κολαστήριο του πέμπτου ορόφου ενός υπουργείου.
Πρώτη θα αναφέρω μια υπεράνθρωπο, εκείνη την υπάλληλο του πέμπτου ορόφου, που φεύγοντας, σχεδόν πάντα τελευταία, έσβηνε τα φώτα και έκλεινε την πόρτα του υπουργείου, στο οποίο λόγω προχωρημένης ώρας τα μόνα που κυκλοφορούσαν ήταν τα φαντάσματα των ψυχών που είχαν περάσει είτε ως βασανιστές, είτε ως βασανισμένοι από κει μέσα. Παρόλο που έχει σπουδάσει αρχαιολογία κατέληξε λόγω μιας σειράς συμπτώσεων να αναλάβει την απόρρητη αλληλογραφία του υπουργού. Και έχασε τον ύπνο της. Όχι όμως το ζήλο της. Είναι απίστευτο με πόση διακριτικότητα υπηρέτησε τη θέση αυτή ανεχόμενη καταστάσεις απάνθρωπες και ενοχλητικές επιθυμώντας να προσφέρει, και όντως προσέφερε, αγγίζοντας το όριο της αυτοθυσίας, ανεκτίμητες υπηρεσίες στον υπουργό και το επιτελείο του. Χωρίς να βαρυγκομά, επαναλαμβάνοντας μόνον ως προσευχή, άμα φύγω από εδώ θα επιστρέψω στην αρχαιολογία, στην αρχαιολογία, ζώσα υποδειγματική περίπτωση, εξαίρεση στον κανόνα που ορίζει ότι στο Δημόσιο δεν υπάρχουν πια προσηνείς, φιλότιμοι και αποτελεσματικοί υπάλληλοι.
Ένας ακόμα, κάπως ιδιόρρυθμος, πλησίστιος του συνταξιοδοτικού ορίου, ανώτατος υπάλληλος, ο οποίος για άγνωστους σε εμένα λόγους, ίσως επειδή με συμπαθούσε, αν και θα ήθελα να είμαι βέβαιος ότι το έπραττε επειδή με εκτιμούσε, άνοιγε πάντα την πόρτα του γραφείου του διάπλατα όποτε εμφανιζόμουν και εφ’ όσον φυσικά δεν ευρισκόταν εν μέσω υπηρεσιακού συμβουλίου. Στον προθάλαμο του, τρεις Χάριτες, πάντα χαμογελαστές και αεικίνητες, ακόμη και όταν εκείνος ως μιμητής του Διός εξαπέλυε αστροπελέκια οργίλων εκφράσεων κατά πάντων των υπευθύνων. Και οι υπεύθυνοι ήσαν πολλοί και αδιόρθωτοι. Και εκείνος προσπαθούσε με τους δύο Ηρακλείς του ακάνθινου στέμματος του να περιορίσει τη ζημιά που προξενούσαν στο ελληνικό δημόσιο. «Μόνο να μην ανοίξω το στόμα μου, επαναλάμβανε συνεχώς – οι Ηρακλείς του έκαναν δεύτερη φωνή-, γιατί θα κατακρημνισθεί το υπουργείο». Μα γλυκύς άνθρωπος κατά βάθος, παρά την ηπειρώτικη τραχύτητά του, ποτέ δεν πραγματοποίησε τις απειλές του, απλώς σαν ηθοποιός του Αγγελόπουλου, επαναλάμβανε, την ίδια ρήση, ως επωδό.
Ένας ακόμα ευχάριστος και ευγενής άνθρωπος επί της υποδοχής, ο σαρωτής παντός είδους βιβλίων και αναγνωσμάτων, από μια ζωή σε διαρκή κίνηση κλήθηκε να ζει σε μια καρέκλα, ακίνητος επί οκτάωρο, εκτεθειμένος σε πλήθη επισκεπτών, απαιτητικών και ανυπόμονων, χωρίς δυνατότητα διαφυγής παρά μόνον μέσα στα δαιδαλώδη μονοπάτια της φαντασίας του την οποία τροφοδοτούσε αδιάλειπτα με άπειρες εικόνες εξωφρενικών περιπετειών και απίστευτων ανδραγαθημάτων. Η βάσανος μιας ολόκληρης ημέρας σε ένα ήκιστα φιλόξενο και δημιουργικό περιβάλλον που σε κάθε άλλο άνθρωπο θα είχε σβήσει το χαμόγελο από τα χείλη σε εκείνον κατάφερνε να ανθίζει. Με τη βοήθεια, ίσως, κάποιου σύντομου διαλείμματος για ένα, αδήριτης ανάγκης, τσιγάρο.
Ο ευτραφής και ευσταλής κύριος, ο μονίμως επαναλαμβάνοντας «Εγώ δεν είμαι τίποτα εδώ πέρα» που εργαζόταν ως πιστός σκύλος προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις και ανάγκες του αφεντικού του, παρ’ όλο που διαφωνούσε σε πολλά από αυτά συνέβαιναν και απεχθανόταν αρκετούς από εκείνους που το περιέβαλαν. Άνθρωπος οξύνους και διορατικός, επέλεγε κατά τρόπο αξιοζήλευτο, εξαιρετικά poulains, τα οποία αποδεικνύονταν εκ των υστέρων αστεράκια πρώτου μεγέθους, θήλεα τε και άρρενα. Άνθρωπος του καθήκοντος ανεχόταν καθημερινά πλήθη ανθρώπων που είχαν μόνον ένα αίτημα. Της αποκατάστασης και φυσικά δεν εννοούσαν το γάμο, αλλά την εύρεση μιας δουλειάς. Και εκείνος αγωνιζόταν, προσπαθούσε, έχων συναίσθηση της ευθύνης του και του ρόλου στο παρασκήνιο της σκηνής, που χωρίς εκείνον όμως θα κρημνιζόταν όλο το προσκήνιο εν μια νυκτί. Άνθρωπος ευσεβής, τηρών τη νηστεία του σώματος, αλλά όχι απαραιτήτως του πνεύματος, με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, παρά τη λαϊκή καταγωγή του, ανήκει στην κατηγορία των υγιών και ικανών που το σύστημα τους περιόρισε σε ρόλο dirty work αντί να τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν τις αρετές και τις ικανότητες τους για εποικοδομητικές υπηρεσίες.
Ένα από τα poulains του, Αιτωλοακαρνάν, βραχύσωμος και λιπόσαρκος, ένα είδος κωμικού της εποχής του βωβού, όπου κινείτο, από γραφείο εις γραφείο, ως εκλεπτυσμένος Βέγγος με απολογητικό ύφος «Όλοι θα πάρετε» η «Έχει για όλους» με μια «παντόφλα» κινητό στο αυτί, και μια λυμένη έγχρωμη γραβάτα πάνω σε εμπριμέ πουκάμισο και έπειτα ερχόταν να κρυφτεί στο κρυφό μπαλκονάκι για να καπνίσει ένα τσιγάρο και να μονολογήσει για τη μοίρα που του έλαχε τέτοιο κακό. Πέντε λεπτά ξαπόσταινε και επανερχόταν στην προσφιλή του διαδρομή, νύχτα-μέρα, πάνω-κάτω, μπες-βγες, ασταμάτητα, ακούραστα, με το κινητό στο αυτί, σωρούς χαρτιών ενώπιόν του, μερικούς υπολογιστές σε λειτουργία, να προσπαθεί να εξηγήσει σε κάθε καταφρονεμένο της γης τι θα έπρεπε να κάνει προκειμένου να τύχει της αρωγής του υπουργού.
Μια ακόμα εμβληματική μορφή του πέμπτου ορόφου, ένας βαθύτατα πικραμένος άνθρωπος, παρεξηγημένος και αδικημένος, εξ όσων διηγείτο, που όμως εμένα με έπεισαν καθώς συνοδεύονταν από μία διακριτική πλην αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια. Ένας άνθρωπος που καίτοι το κράτος του φέρθηκε, ένεκα της εφαρμογής των πρόσφατων νόμων, σκληρά και του προξένησε ζημία, και το κόμμα εποίησε τη νήσσα, εκείνος ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το νου του να ανταποδώσει τα χείρα. Τουναντίον, με ιδιαίτερη μεθοδικότητα και πειθαρχία, φρόντιζε να διεκπεραιώνει όλε στις οικονομικές υποθέσεις όχι μόνον του υπουργού και της κομπανίας του αλλά και των συναδέλφων του, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ζέση στο θέμα των κυριολεκτικά πενιχρών υπερωριών τους. Ένας άνθρωπος οξύνους και οξυδερκής, κάτοχος πολλών σημαντικών πληροφοριών που θα μπορούσαν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμες αν και εφ’ όσον η πολιτική ηγεσία αποφάσιζε επιτέλους να πατάξει τη διαφθορά στο δημόσιο. Άνθρωπος για όλες τις λύσεις και το κυριότερο προθυμότατος να εξυπηρετήσει τους πάντες, εμένα δε, καίτοι ουδέν είχε να αναμένει από εμένα, υπέρ το δέον.
Μια ακόμα ξεχωριστή μορφή του πέμπτου, φαντασμαγορική οπτασία που ξεπήδησε από τη Φαντασία του Disney, με ένα χαμόγελο, μισό ειρωνικό, μισό φιλάρεσκο, που αγωνιζόταν να εξοικονομήσει μερικά λεπτά ανάπαυλας να επικοινωνήσει πνευματικά, κατά προτίμηση με εμένα, ίσως και με άλλους. Πληθωρική και διαχυτική, με παροδικές εξάρσεις απόγνωσης και δυσφορίας που της προσέδιδαν μια ξεχωριστή γοητεία και την καθιστούσαν, προσωρινά, απρόσιτη. Επανερχόταν όμως αργότερα, με ένα στραβό χαμόγελο όλο σκέρτσο, να εξηγήσει το λόγο της έκρηξής της και να ζητήσει, με το πανέξυπνο και συνάμα περιπαιχτικό βλέμμα της, σιωπηλά, την αποδοχή της δικαιολογίας της, κι όχι φυσικά μιας συγγνώμης που ούτε καν διενοείτο ότι πιθανώς θα έπρεπε να προφέρει.
Τέλος ο παντογνώστης του 5ου, μικρή το δέμας, αν και επί εννέα μήνες το δέμας διευρύνετο συνεχώς καθώς έφερε εντός του, μορφή ζώσα, μιας γλυκύτατης κορασίδας. Όσο της έλειπε εις ύψος αναπληρωνόταν από υπερχειλίζουσα φαιά ουσία εξωτικής κατηγορίας. Αυστηρότατη, ως λοχίας σε λόχο νεοσυλλέκτων, επιτιμητική ως δασκάλα προς πρωτάκια, επικριτική ως πεπειραμένη προς νεοαφιχθέντες, ψύχραιμη ως ισορροπιστής διασχίζων επί ιστού κενόν μεταξύ δύο ουρανοξυστών, πειθαρχημένη ως βούδας σε κατάσταση περισυλλογής, πάντα με ένα ελαφρώς ειρωνικό βλέμμα και ένα αδιόρατο χαμόγελο να συνοδεύουν την σιωπή με την οποία αντιμετώπιζε τους παρείσακτους, τους ενοχλητικούς και τους επηρμένους. Καίτοι ιδίως κατά τις πρώτες μέρες της αφίξεώς μου με κατακεραύνωσε ουκ ολίγες φορές κυρίως λόγω της υπέροχης στεντόρειας, πλην θορυβώδους, φωνής μου και αρκετές ακόμα φορές με επέπληξε επειδή έδινα περισσότερη σημασία, λόγω αγνοίας της αντίληψης που διέπει το δημόσιο, μέσο, νου, στα λεγόμενα υπό των συνομιλητών μου που παρουσιάζονταν ως επαίοντες της Νομικής επιστήμης η ειδήμονες της δημοσίας διοίκησης, ο υποχρεωτικός – αν και εγώ επέλεξα να κατοικοεδρεύσω στο γραφείο της από το να μαραζώσω ολομόναχος σε κάποιο καλύτερο πλην ατομικό γραφείο – συγχρωτισμός μας μου χρησίμευσε ως αναλγητικό για αυτούς τους μάλλον δυσάρεστους, πλην άκρως εποικοδομητικούς μήνες, που πέρασα στο κολαστήριο του πέμπτου ενός Υπουργείου.
Η άμισθη παραμονή μου στον πέμπτο, μια εμπειρία πληκτική και δυσάρεστη, εδραίωσε την πεποίθησή μου ότι δεν διαθέτω τα ελαττώματα ώστε κάποτε να διεκδικήσω μια θέση τόσο ψηλά στην πολιτική ιεραρχία. Όπως συνέβαλε στο να συνειδητοποιήσω ότι παρά τα σοβαρά μειονεκτήματα του δημόσιου τομέα, και ιδίως την αναποτελεσματικότητά του, είναι εφικτό απομακρύνοντας τη φύρα να επιτρέψεις στους υγιείς, έντιμους και ικανούς υπαλλήλους, με την ορθή καθοδήγηση και τα κατάλληλα κίνητρα να επιδείξουν αξιόλογο έργο και να παράσχουν σημαντικές υπηρεσίες στους χειμαζόμενους πολίτες. Όμως προκειμένου να επιτευχθεί τούτο, οι πολιτικοί άρχοντες που επιλέγουν τους ανθρώπους που θα κληθούν να στελεχώσουν τον πέμπτο, αλλά και κάθε άλλο όροφο, πρέπει προτού καταλήξουν, να είναι βέβαιοι ότι επιλέγουν τους καταλληλότερους από πάσης απόψεως. Δηλαδή τους συνδυάζοντες εργατικότητα και ήθος, ευγένεια και επιμέλεια, προθυμία και παραγωγικότητα .
Καθώς η ιστορία έχει αποδείξει πως όσοι ανέρχονται στον πέμπτο χωρίς να έχουν κατοικοεδρεύσει επιτυχώς σε χαμηλότερους ορόφους, χάρις μόνον στη σχέση τους με περιστασιακούς αρχηγίσκους και αμφιλεγόμενα συμφέροντα, κομμάτων και κυβερνήσεων, είναι ανίκανοι να διακρίνουν το καλό, το έντιμο και το αποτελεσματικό καθώς ένα και μόνον παράδειγμα διαθέτουν προς σύγκριση. Το είδωλό τους στον καθρέφτη. Και καθώς, οι περισσότεροι εξ εκείνων, δεν έχουν αναγνώσει το αριστούργημα του Όσκαρ Γουάιλντ «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» δεν γνωρίζουν πιθανώς το κακό, που τελικώς αναμένει εκείνους και εξ αιτίας τους και το δύσμοιρο λαό μας.
Αλέξανδρος Κακαβάς
Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης