ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ

 

ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ

Η επέτειος της ονομαστικής εορτής αποτελεί το σημαντικότερο πιθανώς προσωπικό, κοινωνικής υφής, γεγονός. Και αυτό επειδή πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που αφορούν σε τοπικά ήθη και έθιμα οι άνθρωποι εορτάζουν μαζί με τον άγιο η τον όσιο το όνομα του οποίου φέρουν. Άλλοι ακολουθώντας την παράδοση, – οι πρωτότοκοι άρρενες λαμβάνουν το όνομα του πατρός του πατρός τους, δηλαδή του παππού τους, οι δε θυγατέρες της μητρός του πατρός τους κ.ο.κ. – άλλοι λαμβάνοντας το όνομα ενός προσφιλούς προσώπου που εξέλιπε νωρίς κ.ά.. Πολλοί γονείς, κατά τα πρόσφατα έτη, δίδουν αρχαιοελληνικά ονόματα στα τέκνα τους επιθυμώντας προφανώς να τα κάνουν να ξεχωρίσουν από τους Γιάννηδες και τους Γιώργηδες,  σαν να είναι δυνατόν να ξεχωρίσεις κάποιος επειδή απλώς τον βάπτισαν Ηρόδοτο, Περικλή η Αριστοτέλη. Συνηθέστερο δε όλων είναι το Αλέξανδρος. Ευελπιστώντας, προφανώς, ότι ο γόνος που θα μεγαλώσει φέρων το όνομα Αλέξανδρος θα καταστεί εξίσου διάσημος με τον μεγάλο μακεδόνα στρατηλάτη. Η σύγχρονη ελληνική ιστορία μέχρις στιγμής πάντως δεν έχει αναδείξει κανένα Αλέξανδρο. Φυσικά όσο ζει ο άνθρωπος ελπίζει. Και ας διατείνεται άλλως ο Καζαντζάκης.

Αλέξανδροι λοιπόν υφίστανται και μάλιστα σήμερα, που γράφω, εορτάζουν, ασχέτως αν έλαβαν το όνομά τους από τον παππού τους, όπως εγώ, η το επέλεξαν για εκείνους, ως ωραίο, οι γονείς τους – οι νονοί πλέον το μόνο που πράττουν σε σχέση με το βαφτισιμιό τους είναι να επωμίζονται τα έξοδα της βαπτίσεως η και κάποια δωράκια στις επετείους και εορτές έτσι τουλάχιστον πιστεύω -. Εορτάζουμε δε τη μνήμη του Αλεξάνδρου, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως  (ιδέτε υστερόγραφον) και ουχί του βασιλέως της Μακεδονίας .

Όμως καίτοι σήμερα εορτάζω η ψυχή μου δεν αγαλλιά όπως συνέβαινε παλαιότερα όταν ακόμα στο διαμέρισμά μου συνέρρεαν φίλοι και γνωστοί προκειμένου να απολαύσουν τα υπέροχα εδέσματα που παρασκεύαζε η Ευαγγελία, η αγαπημένη μου τροφός (νταντά κατά το λαικότερο) και στυλοβάτης της οικογενείας Κακαβά επί 70 περίπου έτη η τρείς γενιές. Υποθέτω φυσικά ότι ένα άλλο κίνητρο προσέλευσης τους ήταν η παρουσία αρκετών ιδιαζόντων προσωπικοτήτων, ενός πλήθους ετεροκλήτων ανθρώπων, που κατά τη γνώμη μου παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πάσης απόψεως.

Η δυσθυμία μου οφείλεται στην οικτρή οικονομική κατάσταση που ευρίσκεται μεγάλο πλήθος των συμπολιτών μας. Δεν θα μπορούσα, δεν μπορώ, να χαρώ όταν γνωρίζω ότι φίλοι  και γνωστοί υπομένουν καρτερικά και αδιαμαρτύρητα τις επιπτώσεις μιας άδικης και ανέντιμης οικονομικής πολιτικής χωρίς μάλιστα να φέρουν ευθύνη για τα αίτιά της.

Πέραν όμως της ανεπαίσθητης λύπης που περιβάλλει τη ψυχή μου για τα όσα υπομένει ο λαός μας εξ αιτίας της άφρονος και επιπόλαιης πολιτικής ομάδων των πολιτικών των τελευταίων 38 ετών, ένα ακόμα γεγονός, ίσως λόγω ηλικίας, επηρεάζει τη ψυχολογική μου κατάσταση. Η απώλεια αρκετών φίλων και συνεργατών οι οποίοι, επί σειρά ετών, με τίμησαν με τη φιλία τους και μου προσέφεραν ανιδιοτελώς την αγάπη τους, κάποιες φορές δε και  τη συμπαράστασή τους. Με θλίβει λοιπόν  αφάνταστα η σκέψη ότι δεν θα ξανακούσω τη φωνή τους, δεν θα ξανανιώσω τον ασπασμό τους, τη χειραψία και το θερμό, ειλικρινή, εναγκαλισμό, αλλά περισσότερο από όλα θα μου λείψει το βλέμμα τους. Το παράθυρο της ψυχής τους.

Μερικοί όπως ο Ηρακλής Κ., έφυγαν νωρίς, ο πανδαμάτωρ χρόνος απάλυνε τον πόνο εκείνης της πρώτης σοβαρής απώλειας, είμαστε νέοι, η ζωή πειρασμός μυστηριώδης, δεν πτοηθήκαμε. Ακολούθησαν άλλες απώλειες. Ο Έρμπερτ Χ., ο Κωστής Ο., ο Μιχάλης Κ. και ο Ισίδωρος Ο. . Έσπειρε το θάνατο το AIDS. Τα ναρκωτικά. Ακόμα και τα δυστυχήματα με αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Χάθηκαν πολλοί φίλοι. Χάνονται ακόμα, πλέον λόγω ασθενειών και παθήσεων. Και προχωρημένης ηλικίας.

Θανάσης Α., Νίκος Κ., Σωτήρης Α., Χρήστος Τ., Φρίντα Μ., Μπόμπυ Σ.,  Άντζη Κ., Νίκος Κ., Λιάνα Κ., Διαγόρας Χ., Σωσώ Μ., Μηνάς Τ., Παύλος Τ., Γιώργος Κ., Λουκία Ρ., Γιάννης Χ., Κωστής Τ. και πολλοί άλλοι  αγαπημένοι.  Και πολλοί άλλοι.

Όλοι έχουμε τους νεκρούς μας, όμως περιέργως πως νιώθω πως εγώ έχω πολλούς νεκρούς. Ίσως για αυτό επιμένω να γράφω, δεν θέλω να σταματήσω να θυμούμαι και να υπενθυμίζω. Για αυτό τρέμω μην προσβληθώ από Altzheimer. Πιθανώς μάλιστα,  εν ευθέτω χρόνω, να παρακινηθώ, ένεκα του φόβου της απώλειας η εξασθένησης της μνήμης,  να γράψω ένα βιβλίο για τους ανθρώπους, τους ανθρώπους μου, φίλους και γνωστούς, έτσι όπως τους έζησα, όπως τους ένοιωσα, όπως τους διατηρώ στη μνήμη.

Μέχρι τότε όμως, κατά καιρούς θα επιτρέπω στον εαυτό μου, να αναπολεί εκείνους που πλέον ευρίσκονται στα Ηλύσια Πεδία  η στον Παράδεισο και με αναμένουν, υπό την προυπόθεση ότι δεν θα ριφθώ στον Άδη η την Κόλαση, να συνεχίσουμε σαν να μη συνέβη κάτι, σαν να μη πέρασε ούτε μια ημέρα από τότε που χωριστήκαμε, από τότε που διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας, από τότε που αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε.

Και θα «παραμυθιάζω» τον εαυτό μου πως είμαι καλά και χωρίς εκείνους.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

Υ.Γ. Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ήταν όπως λέγουν, “άποστολικοίς χαρίσμασι λαμπρυνόμενος”. Καταγόταν από την Καλαβρία της Ιταλίας. Διαδέχθηκε τον πατριάρχη Μητροφάνη, όταν εκείνος πέθανε το 314 μ.Χ.. Επί των ημερών του συνεκλήθη, το 325, εν Νικαία της Βιθυνίας, η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, που κατεδίκασε τον Αρειανισμό και ετελέσθησαν τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, στις 11 Μαΐου του 330. Ο Αλέξανδρος πέθανε το 337, την ίδια χρονιά με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ανακηρύχθηκε άγιος και η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία στις 30 Αυγούστου.

ΟΙ ΜΠΟΥΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

ΟΙ ΜΠΟΥΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Άθελά μου παρηκολούθησα ειδήσεις, η μάλλον απόσπασμα από ένα δελτίο ειδήσεων όπου δυο υπουργοί, με τεράστια χαμόγελα στα πρόσωπά τους, ανεκοίνωναν  ότι επαναπροσλαμβάνονται όλοι οι απολυμένοι του δημοσίου και μερικοί παραπάνω, ίνα μη χάσουμε την ευκαιρία, να θάψουμε ταχύτερα το ψυχορραγούν ελληνικό κράτος. Άλλωστε  ποιος μπούλης της συμφοράς ενδιαφέρεται να πράξει ο,τιδήποτε, ας παραβλέψουμε ότι είναι εκ γενετής ανίκανοι λόγω νοητικής στερήσεως όχι να πράξουν, αλλά ακόμα και να αντιληφθούν τη σημασία του ρήματος δρω, όμως, όπως γινόταν και στα εφηβικά μας χρόνια,  έτρεχαν να περιληφθούν στη φωτογραφία της ομάδος, των φίλων, των ικανών και μοιραίων, ώστε να έχουν απτές αποδείξεις ότι και εκείνοι υπήρξαν μέλη των «εκλεκτών». Έτσι φέρονται οι μπούληδες της συμφοράς, όλων ανεξαιρέτως των εποχών, όλο πόζα και χαμόγελο και άποψη επί παντός επιστητού, άνθρωποι χαμερπείς και ασήμαντοι, ανίκανοι και εξ ου συνήθως ανέντιμοι. Μόνο τους μέλημα ο μαλθακός βίος και η με κάθε μέσον προβολή τους. Και φυσικά μια ισόβια δημόσια θέση, κατά προτίμηση συνδικαλιστή ώστε να μην λερώσουν τα χεράκια τους με χώμα η με γράσο, ένδειξη απαξιωμένης αγροτικής η εργατικής καταγωγής, η θέση καθηγητή πανεπιστημίου, ώστε να δύνανται να περιφέρονται ως μονόφθαλμοι και να κηρύττουν το λόγο του θεού, ήτοι του εαυτού τους, ως άλλοι παπαγάλοι του Ζ. Παπαντωνίου.

Να πω την αλήθεια, ασυναίσθητα, έφριξα. Ένοιωσα θλίψη και αηδία συνάμα. Αλλά όταν έκλεισα την τηλεόραση με συνεπήρε η απόγνωση. Όχι για εμένα. Μόνος, άνευ συζύγου και τέκνων, όσο διατηρώ την υγεία μου, ακόμα και ως άνεργος θα επιβιώσω, χάρις στην σπαρτιατική αγωγή που έλαβα από τον πατέρα μου, μισό Σπαρτιάτη, μισό Ευρυτάνα και την καταγωγή εκ της τραχείας Αρκαδίας και της αδάμαστης Σάμου, μητρός μου. Ξέρουν τα βουνά από χιόνια. Οπότε και εκεί αν χρειασθεί να βγω, θα βγω, – παρά το προκεχωρημένον της ηλικίας μου – αν μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εκδιώξουμε τους μπούληδες της συμφοράς που επί 40 έτη καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να διαλύσουν τη χώρα.

Δημόσιοι υπάλληλοι αμφότεροι οι μπούληδες, όπως και οι περισσότεροι εκ των πολιτικών ταγών που προετοιμάζουν τον ενταφιασμό της πατρίδος μας, όλοι τους, ιδίως της νυν κυβέρνησης, σιτιζόμενοι επί σειρά ετών από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Ν.Δ., με παχυλά αμειβόμενες θέσεις, όχι απλώς μια θεσούλα, και επιπλέον σημαντική περιουσία, οι διαπρύσιοι κήρυκες της κοινοκτημοσύνης και της ασυδοσίας, επιλέγουν να εφαρμόζουν τις κομμουνιστικές αρχές τους, στο δημόσιο, με χρήματα, που δεν τους ανήκουν, χρήματα του ελληνικού λαού. Χρήματα κερδισμένα με άγχος και με κόπο από τους πολίτες, που βλέπουν το μόχθο τους να συλείται από τους μηχανισμούς απομύζησης και καταστολής του κράτους  και να σπαταλάται από τους φωστήρες της νυν κυβέρνησης προς όφελος των χιλιάδων αντιπαραγωγικών συντρόφων η ψευδο-συντρόφων του δημοσίου. Αυτή δε η σύληση  γίνεται με έκδηλη περιφρόνηση προς τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα που έχουν μετατραπεί σε είλωτες για να ικανοποιούν τα καμώματα των μπούληδων και των παρεών τους.

Είναι γνωστό, τοις πάσι, ότι οι μπούληδες δεν γνωρίζουν τι σημαίνει εργασία, τι σημαίνει βιοπάλη, τι σημαίνει για έναν εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα να διερωτάται κατά πόσον δικαίως το «αφεντικό» τον έχει περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του και ότι η επένδυση στο πρόσωπό του άξιζε τον κόπο επειδή το έργο του η οι υπηρεσίες του αποφέρουν περισσότερα απ’ όσο στοιχίζει, ο ίδιος, στην επιχείρηση.

Ουδείς εκ των μπούληδων της συμφοράς έχει μάθει να εκτιμά τα χρήματα αυτά, τον μισθό η την αμοιβή που με τόσο κόπο, με αίμα και με ιδρώτα, κερδίζουν οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα.

Δεν γνωρίζουν τι σημαίνει να έχει επενδύσει κάποιος τις οικονομίες του, σε μια επιχείρηση, σε ένα προϊόν (ή υπηρεσίες) που αν δεν γνωρίσει ζήτηση η απήχηση θα του δημιουργήσει  σοβαρό οικονομικό, αλλά και ηθικό πρόβλημα, καθώς η υγιής λειτουργία της αγοράς βασίζεται στην πίστη, στην εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν αλλήλοις οι συνδιαλεγόμενοι. Συνέπεια και εντιμότητα αποτελούν δυο κύρια χαρακτηριστικά της ομαλής εξέλιξης κάθε συνεργασίας και τη βάση, μαζί με την σταθερή ποιότητα και την πρωτοτυπία, για την εξασφάλιση της επιτυχίας – πέραν της  τιμής και του κόστους φυσικά.

Δεν γνωρίζουν, η δεν τους ενδιαφέρει, ότι ο επιχειρηματίας κινδυνεύει να να υποστεί ζημία, ένεκεν πολλών απρόβλεπτων λόγων,  και αντί να έχει το ελληνικό κράτος σύμμαχό του στην προσπάθειά του, το έχει εχθρό του, καθώς μόνη του έννοια είναι η ικανοποίηση των ευτελών ενστίκτων των λεφουσιών των κρατικοδίαιτων στρατών του, γεγονός που επιτυγχάνει με τη συνεχή αύξηση των φόρων που καθιστούν κάθε επένδυση στη χώρα μας επισφαλή, και άρα ασύμφορη.

Τούτο  επειδή ως γνωστόν τη διαχείριση του κράτους έχουν αναλάβει άνθρωποι που βρέχει, χιονίσει, ήτοι ισοβίως, ακόμα και αν κατακτηθούμε, ω ναι, θα συνεχίσουν να εισπράττουν το μισθό τους και προκειμένου να μη διακοπεί αυτό θυσιάζουν στυγνά στο βωμό της ανεργίας 1.500.000 ανθρώπους του ιδιωτικού τομέα.

Οι περισσότεροι δε από τους πολιτικούς που εκλέγονται ώστε να προστατεύσουν όλους τους πολίτες αυτής της δύσμοιρης χώρας ακόμα και όταν δεν τυγχάνουν μπούληδες της συμφοράς στερούνται παντελώς εργασιακής πείρας,  κοινού νου και αρκετοί εξ αυτών και ήθους. Και καταλήγουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα επιφέρει τα ισχυρότερα, τα πλέον θανατηφόρα κτυπήματα επί του ψυχορραγούντος ιδιωτικού τομέα και των άμοιρων εργαζομένων του που πλέον δεν έχουν κανένα μέσον προφυλάξεως καθώς το δικαστικό σώμα, το μόνο το οποίο θα μπορούσε να περιορίσει και να μετριάσει τις άφρονες, σχεδόν εγκληματικές ενέργειες των πολιτικών, ενδιαφερόμενο μόνον να διαφυλάξει τα κεκτημένα του κλάδου του ακόμα και εις βάρος της πατρίδος, τάσσεται αναφανδόν υπέρ όλων των αποφάσεων που ευεργετούν, καταχρηστικά, το δημόσιο. Όταν όλο λοιπόν το δημόσιο τίθεται έναντι του ιδιωτικού τομέα και, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, κρατεί και το μαχαίρι και το καρπούζι, τι πιθανότητες έχουν οι μικροί ήρωες της καθημερινότητας να επιβιώσουν, πόσω μάλλον να κερδίσουν τον ηρωικό αγώνα τους και να συστήσουν, εν ευθέτω χρόνω, ένα κράτος δικαίου;

Μικρές, ελάχιστες πιθανότητες οπότε όσοι από αυτούς δεν θέλουν να οδηγηθούν σε έναν αργό, επώδυνο θάνατο από το δημόσιο, δια της μεθόδου της ηθικής και οικονομικής ασφυξίας, πρέπει να αποφασίσουν να κινηθούν κατά τρόπο δραστικό και αποτελεσματικό και είτε να διακόψουν κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στην Ελλάδα και να απέλθουν σε άλλες χώρες, πιο φίλα διακείμενες προς τους Έλληνες και τις επενδύσεις, είτε να στραφούν κατά των μπούληδων της συμφοράς, να φροντίσουν να μην τους ξαναψηφίσουν, ούτε φυσικά τους κομματικούς σχηματισμούς στους οποίους εκείνοι μετέχουν, μήπως κάποια στιγμή καταφέρουμε  να τους «εξαφανίσουμε» από τις φωτογραφίες – όπως «εξαφάνιζε» το Κ.Κ.Σ.Ε. επί Στάλιν από τις φωτογραφίες όλους όσοι υπέπιπταν σε κομματική δυσμένεια –

Και ίσως έτσι, επιτέλους, να προσέξουμε τους ικανούς.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ

Πριν από 20 χρόνια η «νταντά» μου, γυναίκα βιοπαλαίστρια που σταμάτησε το σχολείο στο νησί της στα 15 για να σταλεί στην Αθήνα να εργασθεί ως υπηρέτρια, προσέφερε φιλοξενία σε έναν άγνωστό μας Αλβανό, ας τον βαπτίσουμε Αντώνη, έναν από τους πολλούς που άρχισαν κατ’ εκείνη την περίοδο να μετοικούν στη χώρα μας επιδιώκοντας ένα καλύτερο αύριο. Για κάποιο λόγο, ποσώς απρεπή, εκείνος ο νεαρός της είχε αφυπνίσει το μητρικό ένστικτο και αποφάσισε να τον βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του. Μια γενναιόδωρη χειρονομία από μια πτωχή ηλικιωμένη γυναίκα προς έναν άμοιρο «ξένο» και δη Αλβανό.

Ας μην ξεχνούμε ότι επί σειρά ετών για πολλούς οι Αλβανοί όπως και οι περισσότεροι βαλκάνιοι γείτονες μας εθεωρούντο από τους Έλληνες ως εχθροί, ιδιαίτερα δε από τους μη κομμουνιστές καθώς ως γνωστόν, κατά τον αποκαλούμενο εμφύλιο, οι «σύντροφοι’ Αλβανοί είχαν υποστηρίξει τους αντάρτες στον πόλεμό τους κατά του εθνικού στρατού. Μετά δε την ήττα των ανταρτών, τους βοήθησαν να διαφύγουν μέσω της Αλβανίας και να βρουν καταφύγιο στις υπόλοιπες χώρες του Σοβιετικού μπλοκ.

Εν τούτοις η γυναίκα αυτή δεν δίστασε. Επί αρκετό διάστημα φιλοξένησε τον Αλβανό ο οποίος πολύ σύντομα χάρις στην εργατικότητά του, την ευγένειά του και προπάντων την εντιμότητά του πέτυχε να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά και να μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα που νοίκιασε για εκείνον και τη σύζυγό του που μόλις αισθάνθηκε ασφαλής έφερε από την Αλβανία. Προτού όμως η ιστορία λάβει αυτή τη χαρμόσυνη τροπή για τη συγκεκριμένη οικογένεια των Αλβανών εκλήθην να διαδραματίσω έναν απλό αλλά καίριο ρόλο. Να εγγυηθώ στην ασφάλεια της περιοχής μας, καθώς η οικογένειά μου κατοικεί εδώ προπολεμικώς (εννοούμε τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο) και στην Αθήνα ήδη από τον 19ο αιώνα, για τον εν λόγω άγνωστό μου Αλβανό. Παρά τους ενδοιασμούς μου το έπραξα προκειμένου να ευχαριστήσω την εν λόγω γυναίκα. Είκοσι χρόνια αργότερα, ήτοι σήμερα, αισθάνομαι δικαιωμένος και ιδιαίτερα χαρούμενος που συνέβαλα έστω κατ’ αυτό το ελάχιστο στην ευδαιμονία του εν λόγω Αλβανού. Ενός ανθρώπου που καίτοι επέστρεψε στη χώρα του παρέμεινε στην Ελλάδα επί 20ετία, δούλεψε σκληρά, έφερε στον κόσμο τρία παιδιά τα οποία έθρεψε και ανέθρεψε με τα χρήματα των κόπων του, έμαθε τη γλώσσα μας την οποία μιλούσε ορθότερα από πολλούς εγγράμματους Έλληνες και το κυριότερο, δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα σε κανέναν να αμφισβητήσει το ήθος και την εντιμότητά του. Τα παιδιά του αποκαλούσαν τη γυναίκα που άνοιξε την πόρτα της στον πατέρα τους γιαγιά και ακόμα και σήμερα την αγαπούν ως γιαγιά τους.

Όπως συμβαίνει σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις η πρώτη οικογένεια μόλις εδραιωθεί σε μια πόλη προσκαλεί και άλλους συγγενείς η φίλους. Έτσι πολύ σύντομα στην περιοχή μας, στο δρόμο μας, κατέφθασαν και άλλοι «Αλβανοί». Όλοι, μα όλοι ανεξαιρέτως, διαθέτουν τις ίδιες αρετές με εκείνον τον πρώτον, τις ίδιες αρχές, απλώς ταλαιπωρούνται περισσότερο καθώς τους πρόλαβε η ελληνική κρίση και δεν θέλουν να επιστρέψουν στην Αλβανία. Ό, τι έχουμε είναι εδώ, μου είπε κάποτε ο δεύτερος τη τάξει και από τη μια αισθάνθηκα υπερήφανος που κάποιοι, έκριναν ότι η χώρα μας προσεφέρετο ώστε να αναθρέψουν αισίως τα παιδιά τους και να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, από την άλλη εθλίβην για όλα όσα τους έχουμε καταμαρτυρήσει επί σειρά ετών, εξ αιτίας κάποιων μεμονωμένων περιστατικών με δράστες ομοεθνείς τους, ως να μην διεπράχθησαν ποτέ εγκλήματα από Έλληνες προς Έλληνες, και μοναδικοί υπαίτιοι για την αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα μας τυγχάνουν οι Αλβανοί. Είναι τόσο εύκολο να επιρρίπτουμε ευθύνες γενικώς και αορίστως σε οιονδήποτε αλλόφυλο η αλλοεθνή ακόμα και αν γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που εγκλημάτησαν κατά του ελληνικού λαού παραμένουν ελεύθεροι χωρίς καμία προοπτική, έστω, να λογοδοτήσουν για τη διασπάθιση του δημοσίου η υπεξαίρεση του δημοσίου χρήματος. Εγκληματική ενέργεια που έφερε τη χώρα στο χείλους του γκρεμού απ’ όπου ακόμα και με νέο κούρεμα, πιθανώς μετά τις επικείμενες γερμανικές εκλογές, θα δυσκολευθεί να επανέλθει σε ρυθμό ανάπτυξης.

Αντιλαμβανόμαστε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλοί κλάδοι εργαζομένων εξ αιτίας της συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία πολλών μεταναστών – οι λαθρομετανάστες παραμένουν στη χώρα μας επειδή οι αρμόδιοι φορείς αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, όπως άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος του κρατικού μηχανισμού.

Εν τούτοις  έχοντας φοιτήσει σε δημόσιο σχολείο, στην Ουαλία, κατά τις αρχές της δεκαετίας του 70  και αργότερα έχοντας εργασθεί ως ελεύθερος επαγγελματίας στην δυτικοευρωπαική αγορά, βίωσα περιστασιακές εκδηλώσεις απέχθειας και περιφρόνησης από τους ντόπιους που κάποιοι, πιθανώς πλέον μορφωμένοι από εμένα η ίσως πιο ιδιοτελείς ψευδο-προοδευτικοί, «βαπτίζουν» αυθαιρέτως ως ρατσιστικές, προκειμένου να εκμεταλλευθούν πολιτικά τις επιπόλαιες και άκριτες εκδηλώσεις βίας που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, εις βάρος κάποιων μεταναστών.

Οι εν λόγω κύριοι που παρουσιάζονται ως όψιμοι κήρυκες κατά της βίας, ρατσιστικής η μη, προφανώς έχουν ξεχάσει τη βία που ασκούσαν οι ίδιοι η μέλη των κλαδικών και των κομματικών νεολαίων του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης αριστεράς σε οιονδήποτε είχε αντίθετη άποψη από εκείνους. Είναι γνωστή τοις πάσι η τρομοκρατία που ασκήθηκε επί των πολιτών που δεν προσχωρούσαν στους πραιτοριανούς του ΠΑΣΟΚ, τόσο εντός των φοιτητικών συλλόγων, όσο και αργότερα όπου αν δεν ήσουν εγγεγραμμένος στο ΠΑΣΟΚ  ουδεμία ελπίδα να διορισθείς στο δημόσιο η να τύχεις  ανάθεσης έργου υφίστατο.

Και εν ευθέτω χρόνω ίσως αναφέρω συγκεκριμένα περιστατικά βίας κατά ανύποπτων φοιτητών που απλώς διέπραξαν το λάθος να πρεσβεύουν διαφορετικές από τους κρατούντες απόψεις. Ας περιορίσουν λοιπόν οι όψιμοι επικριτές της βίας τις φάλτσες κορώνες και ας φροντίσουν να αναγνωρίσουν τα λάθη στα οποία οι ίδιοι έχουν υποπέσει, ας ζητήσουν συγγνώμη από τα πλήθη του κόσμου που έβλαψαν και μετά, με το θράσος που τους διακρίνει, ας εμφανισθούν δημόσια, χωρίς αστυνομικούς και κάθε είδους φρουρούς, να διαλαλήσουν την απέχθειά τους, προς κάθε μορφή βίας. Όχι μόνον κατά της βίας που τους βολεύει, αλλά και κατά της ιδεολογικής βίας την οποία χρησιμοποιούν επί σειρά ετών προκειμένου να βολεύονται εκείνοι και οι δικοί τους

Και επαναλαμβάνω ότι απεχθάνομαι τη βία, οιαδήποτε μορφή βίας, σωματικής, ψυχολογικής, σωματικής, έμμεσης η άμεσης, την οποία αναγνωρίζω εύκολα καθώς  πολλάκις ασκήθηκε πάνω μου, κατά κύριο λόγο δε από Έλληνες, προσφάτως δε από όψιμους νεοδημοκράτες.

Επαναλαμβάνω ότι έζησα πολλά χρόνια σε διάφορες ευρωπαικές χώρες, χωρίς σοβαρές οχλήσεις, πέραν ίσως ελαχίστων μεμονωμένων περιστατικών, ίσως για αυτό δεν δίστασα να εγγυηθώ για τους Αλβανούς φίλους μου όταν μου ζητήθηκε. Επειδή επιμένω να πρεσβεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, αντίθετα από ότι γράφεται στη παλαιά Διαθήκη ότι «…ο λογισμός της καρδίας του ανθρώπου είναι κακός εκ νηπιότητος αυτού…», είναι, κατά βάθος, καλοί και επιθυμούν το καλό και μόνον.

Αν μάλιστα ήταν στο χέρι μου θα προτιμούσα να κρατήσω στην Ελλάδα τον Αντώνη και τους άλλους Αλβανούς φίλους μου και να απελάσω όλους εκείνους τους Έλληνες, ιδίως τους καθεστωτικούς πολιτικούς και τους δημόσιους λειτουργούς , που με την ανέντιμη και ανήθικη συμπεριφορά τους, έναντι τόσο των αλλοδαπών όσο και των γηγενών, βλάπτουν τους συμπολίτες μας και αμαυρώνουν την τιμή της Ελλάδος.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

Ο ΚΥΩΝ (ΣΚΥΛΟΣ) και ο ΛΥΚΟΣ

Ο ΚΥΩΝ (ΣΚΥΛΟΣ) και ο ΛΥΚΟΣ

Είναι εύκολο να επιρρίπτουμε την ευθύνη της κακοδαιμονίας του τόπου μας στην επιθυμία μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού να αποκατασταθεί επαγγελματικώς σε μια θέση του δημοσίου προκειμένου να διασφαλισθεί μέχρι τέλους του βίου του. Ελάχιστη δουλειά στις περισσότερες εκ των θέσεων, εξασφαλισμένη μονιμότητα, ασχέτως αν αποδίδουμε η όχι , και το κυριότερο το καταχρηστικό δικαίωμα να αντιμετωπίζουμε τους πολίτες ως υποδεεστέρους με επακόλουθο την επίδειξη αγενούς, σχεδόν βάναυσης, συμπεριφοράς προς εκείνους. Επιπλέον, πολλά τα έμμεσα οφέλη της δημοσίας θέσης, επιδόματα, υπερωρίες, αυτόματες αυξήσεις, ταξίδια αναψυχής με έξοδα του δημοσίου, μια ονειρική ζωή που φέρνει στο νου μας το μύθο του Αισώπου με το σκύλο και το λύκο.

Σκλάβος ο σκύλος, αλλά χορτάτος, ελεύθερος ο εξάδελφός του λύκος, αλλά νήστις.  Αν ερευνήσουμε όμως πως ο ανθρώπινος πολιτισμός εξελίχθηκε στο βαθμό που γνωρίζουμε σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι τα μέγιστα καλά προήλθαν από τους λύκους που στις ατέρμονες προσπάθειές τους να επιβιώσουν,  γυρεύοντας  διεξόδους,  ανακάλυπταν νέες μεθόδους,  εφεύρισκαν νέα μέσα. Μέσα στην αφιλόξενη κοιτίδα της κοινωνίας οι λύκοι, αν και κινούνται ως αγέλες είναι πλάσματα, κατά τον Έσσε, μοναχικά, και  ανεβαίνουν τον Γολγοθά τους με μόνο εφόδιο τα πρωτόγονα χαρίσματά τους και τη θέλησή τους να υπάρξουν, να ξεχωρίσουν και να διεκδικήσουν μια θέση στο πάνθεον της ιστορίας. Γεγονός για το οποίο καλείσαι να παρουσιάσεις έργον. Λέξη άγνωστη η ξεχασμένη στο δημόσιο τομέα της χώρας μας, όπου οι περισσότεροι αμείβονται για έργο που δεν παράγουν και δη με δανεικά χρήματα, ούτε καν δικά μας. Οποία παγκόσμια πρωτοτυπία.

Είναι αποδεδειγμένο πως λίγοι λύκοι επιτυγχάνουν,  μερικοί εξαντλούνται και καταρρέουν, άλλοι χάνονται, κάποιοι θυσιάζονται εκούσια, οι περισσότεροι όμως εξοντώνονται από τους «βολεμένους» κύνες. Τα ξαδέλφια τους, τους σκύλους,  που ξεχωρίζουν από τρία χαρακτηριστικά. Το γαύγισμα προς οιονδήποτε ανήμπορο, ευγενή, ηλικιωμένο, ξένο, διαφορετικό άνθρωπο που πλησιάζει το «χώρο» του, την αντιαισθητική και ηθική ανεμελιά τους που προσβάλλει ακόμα και τον καθρέφτη εντός του οποίου καθρεφτίζονται, και φυσικά το μίσος τους για τους υπερήφανους, αγωνιστές, μονήρεις λύκους. Θα αποφύγουμε το ολίσθημα να χαρακτηρίσουμε τους λύκους εντίμους, καθώς η άγρια, άδικη κοινωνία εντός της οποίας κινούνται δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιους  συναισθηματισμούς. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι ανελέητος, ιδίως όταν ενώπιόν τους  ορθώνονται παγιωμένοι μηχανισμοί συντήρησης μιας κυνικής εξουσίας, που ποσώς διστάζει να τους αφανίσει προκειμένου να διατηρήσει τα οφίκια της. Ο συσχετισμός δυνάμεων αποβαίνει πάντα εις βάρος των θαρραλέων λύκων που στις κατά μέτωπο αντιπαραθέσεις ηττώνται λόγω της υπεροπλίας των σκύλων/φυλάκων της εξουσίας και των μέσων καταστολής που διαθέτουν. Οι αποτυχίες όμως δίδαξαν και συνέτισαν. Σταδιακά οι λύκοι έπαψαν να επιδιώκουν τη σύγκρουση, ανακάλυψαν τη σύμπνοια. Παρακάμπτοντας  τους αμβλύνοες, πειθήνιους υποτακτικούς εξαδέλφους τους, απευθύνονται, ενώπιος ενωπίω, στα αφεντικά τους.

Αρκεί ένα νεύμα εκείνων ώστε τα πλήθη να κλίνουν την κεφαλή και να αποδεχθούν την προσταγή. Τα αφεντικά τότε, χαϊδεύουν τρυφερά τους υπάκουους υπηρέτες τους και σε ένδειξη αγάπης τους προσφέρουν μια υψηλότερη θέση στην ιεραρχία, – αν δεν υπάρχει τη δημιουργούν – και αναλαμβάνουν υπό την προστασία τους τον νεογνό της οικογενείας. Εξαιτίας  τους ψύχους του χειμώνα και της έλλειψη καυσίμων και τροφίμων το έκδηλο ενδιαφέρον των αφεντικών προς εκείνους τους ταπεινούς υπηρέτες τους είναι συγκινητικό. Αν εξέλιπαν όμως οι εξάδελφοι που επισκέπτονται συχνά πυκνά τα αγαπημένα τους αφεντικά θα ήταν καλύτερα.

Οι λύκοι για τους σκύλους είναι προαιώνιοι εχθροί. Μισούν τα πάντα επάνω τους ακόμα και τον αφανή αλλά ηρωικό θάνατό τους. Όμως περισσότερο από όλα μισούν τη φήμη τους που πολλάκις επισκιάζει ακόμα και των αφεντικών. Δεν αντέχουν να βλέπουν το σκληρό, κυνικό αφεντικό τους να υποκλίνεται ενώπιον ενός επιτυχημένου λύκου, να επιδιώκει πάση θυσία τη συντροφιά του, να γυρεύει τις συμβουλές του και μερικές φορές μάλιστα να τον ορίζει αφεντικό του πιστού του υποτακτικού. Τι ευτελισμός προς τον επί 35ετία απόλυτο δούλο του.

Κι ίσως καμιά φορά, μέσα στα όνειρά του, ο εξασφαλισμένος πλην ασήμαντος υποτακτικός να φαντάζεται ότι είναι νέος και ρωμαλέος, διεπόμενος από ανώτερες ιδέες, γαλουχημένος με καθάριες αρχές, προτού η ψυχή του διαφθαρεί από την σαθρή δημόσια πραγματικότητα που επιδιώκει προς συντήρηση της εξουσίας να μετατρέπει τους πένητες αλλά υπερήφανους λύκους σε ευτραφείς αλλά υποτακτικούς σκύλους. Να φαντάζεται ότι δαγκώνει το χέρι που τον τρέφει και ας μην τον ταίσουν ποτέ ξανά. Τέτοια τροφή άλλωστε ποιος τη θέλει;

Μα φυσικά αυτοί που κυβερνούν. Γι’ αυτό αυτή η άγευστη, άνοστη τροφή  προσφέρεται δωρεάν επί μια 35ετία μαζί με μια θέση του δημοσίου. Δεν ευθύνεται το λυκόπουλο που ενδίδει στον πειρασμό, γιατί  είναι γνωστό ότι όλα τα παιδιά έχουν αίμα λύκου, αλλά εκείνοι που τη πρώτη φορά που επιστρέφει άπραγο από το κυνήγι της τροφής αντί να το αφήσουν νηστικό, του δίνουν από το δικό τους. Πως το ταλαιπωρημένο λυκόπουλο να μην νιώσει ευγνωμοσύνη για εκείνους που σίγησαν τον επώδυνο θόρυβο του κενού στομάχου;. Πώς να μην τριφτεί στα πόδια των ευεργετών του; Πώς να μην αρχίσει να σαγηνεύεται από τις ευκολίες της σκυλίσιας ζωής; Έτσι, σταδιακά, αφυπνίζεται το σπέρμα της υποτέλειας και αμβλύνεται το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας της βούλησης.

Αν οι γονείς πρωτίστως, κατά δεύτερον οι δάσκαλοι και καθηγητές και τέλος οι πολιτικοί άνδρες καλλιεργούσαν στα παιδιά το αίσθημα της υπερηφάνειας, της ευγενούς άμιλλας, του απαράμιλλου ήθους και καταδίκαζαν την ήσσονα προσπάθεια σε οιαδήποτε έκφανση της δημόσιας ζωής, ακόμα και αν η οικονομική κρίση ήταν αναπόφευκτη θα την αντιμετωπίζαμε. Και, θέλω να πιστεύω ότι  θα την ξεπερνούσαμε.

Ενώ τώρα…

Αλέξανδρος Κακαβάς,  Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

 

ΝΑΝΟΙ ΚΑΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ

ΝΑΝΟΙ ΚΑΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ

Καταντά κοινότοπο και πληκτικό. Κι όμως επιμένουμε να παριστάνουμε τους γίγαντες καίτοι είμαστε νάνοι. Δεν αφορά την ιστορική συγκυρία των προσφάτων η ανωτέρω διαπίστωση, αφορά την ελληνική ιστορία εξ αρχαιότητας. Από την Ιλιάδα ήδη παρενέβαιναν οι ξένοι προκειμένου να δώσουν λύση στα προβλήματα που είχε προκαλέσει η απληστία μας, η μισαλλοδοξία μας, και ένα σωρό άλλα ελαττώματα που χαρακτηρίζουν την ελληνική φυλή. Τότε τους αποκαλούσαν θεούς, αργότερα Πέρσες, Ρωμαίους, Φράγκους, σήμερα πλέον Δ.Ν.Τ., Ε.Κ.Τ  κ.ά. Όποτε μας έκαναν τα χατίρια ήταν καλοί, όποτε αρνούνταν, κακοί.

Αυτή η σαθρή, ατομιστική, αντίληψη που μας χαρακτηρίζει ως φυλή μας ωθεί να εξανιστάμεθα  όταν μας επικρίνουν για προχωρημένη διαφθορά, αναλγησία, και νωθρότητα. Στην προσπάθειά μας να αμυνθούμε αντί να εξεύρουμε επιχειρήματα, η ακόμα καλύτερα να πατάξουμε τη διαφθορά, έχουμε μάθει να μεταθέτουμε τις ευθύνες στους ξένους. Αυτούς τους στυγνούς εκμεταλλευτές μας τους οποίους αφ’ ενός  εξαπατούμε και απομυζούμε επί σειρά ετών αφ’ ετέρου θεωρούμε υπεύθυνους για τα δεινά μας. Και δεν βρίσκεται ένας πολιτικός να δηλώσει δημόσια basta (φτάνει!). Έχουμε καταντήσει ο τραγέλαφος του ευρωπαικού πολιτικού και οικονομικού κόσμου αλλά συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε ως κακομαθημένα γιουσουφάκια που δεν θέλουν να χάσουν το παιχνίδι τους. Δηλαδή το κράτος.

Γιατί μόνον αυτό απέμεινε στους διάφορους μεγαλόσχημους πολιτικούς μας όλων των φασμάτων – περί ιδεολογιών δε ούτε λόγος πλέον, έχουν προ πολλού καταστεί γράμματα νεκρού αλφαβήτου – και τις στρατιές των διορισμένων ψηφοφόρων, προκειμένου να συνεχίσουν να εξυφαίνουν τον ιστό που επί 38 έτη μας κρατεί δέσμιους αυτής της ανήθικης πολιτικής πραγματικότητας . Ουδείς αμφισβητεί την καλή θέληση κάποιων εκ των πολιτικών και των δημοσίων λειτουργών να συμβάλουν στην αλλαγή αυτής της τελματώδους κατάστασης που μας οδηγεί αργά και βασανιστικά στην εξαθλίωση. Που ουδόλως θα συγκρίνεται με της Αργεντινής που αστόχως έφερε ως παράδειγμα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Διότι ο λαός μας έχει, δυστυχώς, αποδείξει ότι δεν γνωρίζει το μέτρο. Είναι πολύ πιθανόν λοιπόν να οδηγηθούμε σε έναν πρωτοφανή εμφύλιο απ’ όπου θα εξέλθουμε ακόμα πιο διαιρεμένοι. Και τούτο επειδή πλέον δεν θα πρόκειται για μια σύγκρουση προς κατάληψη της εξουσίας, αλλά για έναν αγώνα επιβίωσης.

Όμως το μέλημά μας δεν έπρεπε να είναι το κράτος και τα στίφη των υπαλλήλων του, αλλά ο απλός Έλληνας, ο βιοπαλαιστής, ο μισθωτός, ο βιοτέχνης, ο ιδιώτης εν γένει. Όλοι αυτοί απροστάτευτοι και ακαθοδήγητοι  συνεχίζουν να αγωνίζονται να παραμείνουν όρθιοι στα πόδια τους καίτοι οι πολιτικοί, πλην εξαιρέσεων, τους καταφέρουν κτυπήματα κάτω από την μέση, ύπουλα και βάναυσα, υποχρεώνοντάς στους να γονατίσουν. Και να μη ξανασηκωθούν. Για ένα μοναδικό λόγο. Να μη θιγούν τα συμφέροντα του δημοσίου, δηλαδή των ψηφοφόρων τους, εκείνων που τους ξαναψηφίζουν ώστε να μην απαλλαγούμε ποτέ από αυτούς. Και όπως συμβαίνει με τους περισσότερους δεσμοφύλακες εκείνοι να εξυφαίνουν τον ιστό των νέων μέτρων, εισπράττοντας τους παχυλούς μισθούς τους και χασκογελώντας αφ’ έδρας.

Ο Ελληνικός λαός ευθύνεται, τιμωρείται σήμερα από τους ίδιους εκείνους που εμπιστεύτηκε ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν «σόι», κατά τη λαική έκφραση. Και τώρα καλούνται να υποστούν τις συνέπειες.  Επειδή το τραγούδι των σειρήνων είναι γνωστό στους πάντες εξ αρχαιοτάτων χρόνων, χάρις στον Όμηρο, όπως και ο δρόμος της Αρετής και της Κακίας. Και όμως φέρονται σαν μην τα διδάχτηκαν ποτέ. Τα διέγραψαν από τη μνήμη τους και επέτρεψαν στους μελίρρυτους Καραμανλή και Παπανδρέου να τους παρασύρουν σε θάλασσες μόνιμης γαλήνης και ευδαιμονίας. Ποια θάλασσα όμως παραμένει πάντα γαλήνια, ακυμάτιστη; Οι γοητευτικές φωνές των σειρήνων έσβησαν από τα αυτιά, χάθηκε η γλυκιά μέθη από το κεφάλι και το γαλαζοπράσινο φως μετατράπηκε σε πίσσα μαύρο σκοτάδι. Χωρίς ίχνος φωτός.

Μήπως λοιπόν είναι καιρός, ο Έλληνας, να απαλλαγεί από τους μεγεθυντικούς καθρέφτες και να καθρεφτισθεί σε κανονικούς; Να αποδεχτεί επιτέλους ότι δεν είμαστε καλύτεροι η χειρότεροι από τους άλλους λαούς, είτε καλούνται Τούρκοι, είτε Γερμανοί. Γιατί ειλικρινά δεν δικαιολογείται τόσος ντόρος που ένας μετανάστης, ίσως μη κατανοών επαρκώς τη σημασία της λέξεως, χαρακτήρισε τον πρωθυπουργό ρατσιστή. Είναι εύκολο να υψώνουμε το ανάστημα μας, ως Ελληνάρες -κοινώς γραικύλοι-, να νοιώθουμε δυνατοί όταν στρεφόμαστε κατά του απλού μετανάστη που διετύπωσε μια γνώμη που δεν μας άρεσε.  Και δεν σχολιάζω το γεγονός ότι οι όψιμοι υποστηρικτές του πρωθυπουργού επί μέρες τον κόπτουν σε τεμάχια και τον μοιράζουν ως αντίδωρο στους τηλεθεατές – επειδή ας μη μας διαφεύγει ότι οι πολιτικές εκπομπές της τηλεόρασης έχουν αντικαταστήσει τις αρένες των Ρωμαίων. Πρόκειται για την πλέον σύγχρονη εκδοχή ευτελούς ψυχαγωγίας -. Αλλά για την εν λόγω συμπεριφορά ισχύει η παροιμία έκαστος δύο πήρας φέρει. Για άλλη μια φορά λοιπόν φροντίσαμε να υψώσουμε το ανάστημά μας έναντι ενός μετανάστη, να τον μεμφθούμε δημόσια, να τον υποχρεώσουμε να ανακαλέσει!  Και επιδεικνύουμε τη μικρότητά της σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια αντί να επιδείξουμε τη μεγαλοψυχία μας και να χαρούμε που αυτός ο άνθρωπος είχε το σθένος να επιμείνει, με ήρεμο ύφος και στη γλώσσα μας, να επιμείνει στη γνώμη του. Λυπούμαι που απεδείχθη γίγαντας κι εμείς ακόμα μια φορά νάνοι.

Όμως τέτοια παραδείγματα υφίστανται πολλά απλώς δεν υποπίπτουν στην αντίληψή μας και συνεχίζουμε να τυρβάζουμε περί άλλα.  Ατυχώς για το δύσμοιρο ελληνικό λαό που δεν εννοεί, όπως έθεσε παλαίμαχος δημοσιογράφος, να εξέλθει στους δρόμους και να ανατρέψει μια κατάσταση και το κυριότερο να αποστείλει στην πολυτελή οικία τους  υπεύθυνους της σημερινής οικτρής κατάστασης. Τους αποτυχόντες πολιτικούς, η παραμονή των οποίων στα έδρανα της Βουλής, μόνον καλό δεν προοιωνίζει όταν μάλιστα απαιτούν την παραμονή υποδεεστέρων πολιτικών στην κυβέρνηση με μόνο γνώμονα την μετ’ εκείνων φιλία η συγγένεια.

Η «ραγιάδικη» συμπεριφορά των πολιτικών ταγών, πέραν του ότι δίνουν το κακό παράδειγμα στην κοινωνία, διαιωνίζοντας την αναξιοκρατία, έχει σαν αποτέλεσμα τον ευτελισμό των θεσμών και την απώλεια της πίστης στα πρόσωπα που θα έπρεπε να την εμφυσούν στο λαό. Στους επικεφαλής.  Που αντί να διορίζουν με γνώμονα το ήθος, την προσφορά και τα προσόντα τοποθετούν σε θέσεις  «συντρόφους», συγγενείς, κ.λ.π. που το ήθος τους και οι ικανότητές τους  πόρρω απέχουν από τις απαιτήσεις της θέσης.  Και φυσικά δεν αναφερόμαστε σε αστέρια εθνικής εμβέλειας αλλά για κομπάρσους τοπικών συλλόγων, καθώς ως γνωστόν οι περισσότεροι  Έλληνες πολιτικοί δεν απέχουν πολύ από τον υπουργό της αγγλικής σειράς  “Yes, Mr. Minister”.  Εν τούτοις απαξιώνοντας βασικές αρχές όπως αρετή και δικαιοσύνη και περιφρονώντας το κοινό αίσθημα συνεχίζουν τις ατυχείς επιλογές τους. Πώς να αποτολμήσουν τόσο νάνοι που είναι να περιστοιχισθούν από  κανονικούς ανθρώπους, που στα μάτια τους φαντάζουν ως γίγαντες.  Άλλωστε καθώς μέλημά τους δεν είναι η συμβολή στην επίλυση της κρίσης που μαστίζει τη χώρα, αλλά η διατήρηση της εξουσίας, γιατί να νοιαστούν για ικανούς και έντιμους Έλληνες.

Έτσι λοιπόν, μέχρις ότου εμφανισθεί ένας ήρωας η μια ηρωίδα, χωρίς όνομα, χωρίς πολιτικές καταβολές, χωρίς μεγεθυντικούς καθρέφτες και σταθεί μόνος έναντι εκείνων που καταστρέφουν  την πατρίδα και εμφυσήσει στους Έλληνες την πίστη στις αρχές που ξεχάσαμε, και τους δείξει το αληθινό μέγεθος του εαυτού τους, καταστρέφοντας τις εικόνες της ψευδούς ευδαιμονίας και τους ζητήσει να βουλώσουν τα αυτιά τους στο τραγούδι των Σειρήνων,  ίσως τότε μόνον, οι Έλληνες πάψουν να φέρονται ως νάνοι και ξαναγίνουν γίγαντες.

Γίγαντες που θα εξοβελίσουν δια παντός τους νάνους που μας κυβερνούν.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ;

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ;

Μια Κυριακή σαν όλες τις άλλες. Μόνη διαφορά η ανακοίνωση της καταργήσεως της δημοτικής αστυνομίας. Θα έλθω ευθύς αμέσως στο θέμα. Ως συνήθως όλοι έχουμε άποψη στην Ελλάδα επί παντός μάλιστα επιστητού. Όλοι γνωρίζουμε τα πάντα, είμεθα επαίοντες, και φυσικά εκφέρουμε ανενδοίαστα τη γνώμη μας είτε στον περίγυρό μας, είτε και σε ευρύτερους κύκλους. Ατυχώς εγώ, ίσως επειδή κάθε φορά που αποτολμούσα να παραστήσω τον ειδήμονα, αντιμετώπιζα τη μήνη του πατρός μου, περιορίστηκα σε όσα όντως γνωρίζω. Δηλώνω λοιπόν ότι δεν γνωρίζω κατά πόσον η δημοτική αστυνομία επιτελούσε έργον. Οι αρμόδιοι προφανώς έκριναν πως το έργο που επιτελούσαν οι δημοτικοί αστυνόμοι δεν ήταν σημαντικό εξ ού και τους έπαυσαν. Αυτό που εγώ διαπίστωσα τις όποιες φορές απηύθυνα το λόγο σε δημοτικό αστυνομικό ήταν ότι οι νεαροί, σχεδόν όλοι έδειχναν νέοι, κάτω των 35 ετών, μου φέρθηκαν αγενώς, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις με άμετρο θράσος.

Θα μου υπενθυμίσετε ότι η αγένεια και το θράσος αποτελούν σήματα κατατεθέντα των περισσοτέρων Ελλήνων ιδιαίτερα μάλιστα των εν αδίκω τελούντων. Θα αντικρούσω το επιχείρημα και θα αναφέρω ότι κατά το παρελθόν εξάμηνο με ‘τράκαραν» τρεις φορές, παρακαλώ, τη μία Αλβανός, τις άλλες δύο Έλληνες. Και οι τρεις φέρθηκαν ευγενέστατα όσο περίεργο και αν ακούγεται τούτο. Να υποθέσω ότι τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι και οι τρεις ΔΕΝ ήταν δημόσιοι υπάλληλοι;  Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων μετατρεπόμαστε βαθμηδόν σε «ρατσιστές» παντός είδους, όπως προ 40ετίας που έλεγαν ότι οι πλέον κακοί οδηγοί είναι οι οδηγοί ταξί και οι γιατροί! Τα επιπόλαια μειράκια μετέδιδαν απερίσκεπτα αυτήν την είδηση και ούτω είχε εδραιωθεί η εντύπωση ότι πράγματι έτσι ήταν. Όμως αυτό το αυθαίρετο αξίωμα παραπέμπει στο παίγνιον ότι έτσι είναι αν έτσι θελήσετε. Η άποψη αυτή βασιζόταν σε ένα απλό στοιχείο. Τα ταξί ξεχώριζαν από το χρώμα τους και οι γιατροί από το σήμα που είχαν επικολλημένο στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου τους. Εξ ού και στιγματίζονταν. Επειδή ξεχώριζαν.

Άραγε γινόμαστε ρατσιστές, αδικώντας ίσως τους πολλούς ένεκα των λίγων, όταν δηλώνουμε ότι οι προσωπικές μας εμπειρίες από την όποια συναλλαγή η επαφή με δημοσίους υπαλλήλους ήταν απογοητευτικές; Δεν νομίζω. Τα παραδείγματα άψογης συμπεριφοράς και σωστής εξυπηρέτησης, όχι έναντι εμού μόνον, αλλά όλων ανεξαιρέτως των προσερχόμενων σε δημόσια υπηρεσία, από μέρους των δημοσίων υπαλλήλων είναι ελάχιστα. Επί 35 χρόνια υπήρξα υποχρεωμένος να επισκέπτομαι διάφορες δημόσιες υπηρεσίες και εαν προσπαθήσω να υποδείξω τους εξαίρετους υπαλλήλους θα αρκεσθώ σε μια δράκα μόνον εξ εκείνων όπως ο εξαίρετος προιστάμενος του ΙΚΑ Ζωγράφου κ. Μ..Σ. η η αστυνομικός κα. Θ. Α. (υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα Συντάγματος).  Με μια υποσημείωση. Δεν τους κρίνω ως καλούς επειδή επελήφθησαν επιτυχώς μιας προσωπικής μου υπόθεσης αλλά επειδή επί σειρά ετών φέρονταν προς όλους με τον προσήκοντα σεβασμό. Κάτι που  παλιότερα, δηλαδή προ του 1990 επεδείκνυαν οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι που επιπλέον διέθεταν ένα βασικό χάρισμα, την υπομονή. Σήμερα το χάρισμα αυτό έχει εκλείψει.

Ας επανέλθουμε όμως στην Κυριακή. Μια νεαρά, περί τα 25, με walkman στα αυτιά, «χάιδευε» το δρόμο, νομίζοντας προφανώς ότι τον καθάριζε. Αν δεν κρατούσε τα σύνεργα του οδοκαθαριστή θα μπορούσα να την εκλάβω ως μια απλή γειτονοπούλα καθώς ήταν ντυμένη με κανονικά ρούχα. Την παρακολούθησα επί 10 λεπτά. Πασάλειβε αντί να καθαρίζει και σε υπόδειξη μου, μού απήντησε αυθαδέστατα, μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε. Διερωτώμαι κατά πόσον η συγκεκριμένη, που είμαι βέβαιος ότι εισήλθε πρόσφατα στο Δήμο Αθηναίων, καίτοι ετοιμάζονται να απολύσουν άλλους, αποτελεί ένα νέο είδος γελοίου αλισβερισιού με εξωνημένους πολίτες, σαν την εν λόγω νεαρά η οποία θα παραστήσει την εργαζόμενη επί μια-δυο ώρες και θα αμειφθεί με ένα υπέρογκο μεροκάματο που θα ληφθεί φυσικά από τη φορολόγηση των απολυμένων του ιδιωτικού τομέα. Οι απολύσεις λοιπόν είναι για τα μάτια μόνον, για να ξεγελάσουμε τους «Τροικανούς» και εμείς, όσοι συμμετέχουμε σε αυτή τη συμπαιγνία εις βάρος του ελληνικού λαού, θα συνεχίσουμε να βγάζουμε μόνοι τα μάτια μας. Αλλά πρωτίστως τα μάτια των ιδιωτικών υπαλλήλων και ελευθέρων επαγγελματιών που συνεχίζουν αγόγγυστα να υπομένουν τη σαθρή αυτή διαχείριση ενός διαποτισμένου από τη διαφθορά πολιτικού, πελατειακού, συστήματος.

Ως πότε δεν γνωρίζω, αλλά όπως έγραψα προ ημερών σε κάποιον φίλο, που σχολίαζε επιτιμητικά, ορθώς κατά τη γνώμη μου, την ύβριν που διέπραξε ο κος Σαμαράς διορίζοντας τον κο. Χ. Παπουτσή ως εκπρόσωπο της χώρας μας στην Παγκόσμια Τράπεζα – τούτο λόγω της σχέσεώς του κου Χ. Παπουτσή με τον κο. Καρχιμάκη, ος επειδή αντιπολιτεύεται τον κο Βενιζέλο, έπρεπε να ‘εξαγορασθεί» και τι καλύτερη ευκαιρία από το διορισμό τού, αν δεν απατώμαι, «μπατζανάκη» του.

«Με το διορισμό αυτόν ο κος Σαμαράς δείχνει πόσο κατά βάθος αδιαφορεί για τον ελληνικό λαό και ιδίως για εκείνους που τον ψήφισαν. Καθώς είναι απαράδεκτο να διορίζεται άνθρωπος τον οποίον ο κόσμος ενόσω πολιτεύθηκε έκρινε ανίκανο να διαχειρισθεί τα κοινά και τον καταψήφισε, να τον επιβραβεύει η κυβέρνηση αναθέτοντάς του οιαδήποτε δημόσια η εθνική θέση.» Οπότε εφ’ όσον επιμένουμε να ασπαζόμαστε τη ρήση του Ιησού «όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην» Ματθαίος 5:39 θα συνεχίσουμε να υφιστάμεθα και τοιούτου είδους προσβολές εις τον αιώνα τον άπαντα.

Όμως ουδέν κακόν αμιγές καλού. Αποδεικνύεται ότι κακώς ενίστανται οι όποιοι δημόσιοι υπάλληλοι απολυθούν. Δεν απολύονται παρά για να επαναπροσληφθούν, κατά προτίμηση δε οι μη διαθέτοντες προσόντα όπως ακριβώς ο ισόβια ανεπάγγελτος κος. Χ. Παπουτσής . Εκείνοι δε έχουν και μερικά έτη προυπηρεσίας! Έστω στο δημόσιο. Ας βιασθούν λοιπόν να εγγραφούν στις κλαδικές, αν υφίστανται ακόμα, των κομμάτων, κατά προτίμηση της αριστεράς, – ώστε να έχουν σίγουρη την πρόσληψη καθώς αριστερούς παραδέχτηκε ο κος Σαμαράς ότι διόριζε στην ΕΡΤ, και Μεσσηνίους, δεν  το είπε, στο Μουσείο της Ακροπόλεως – η να προσεγγίσουν όποιον νεοσσό η μορμολύκειο – όχι μέσης ηλικίας, δεν τους έχει ανάγκη- πολιτικό η κομματικό στέλεχος γνωρίζουν και να φροντίσουν να συγγενέψουν μαζί του πάραυτα. Γιατί αν το θράσος των δημοσίων υπαλλήλων ονομασθεί Χ το θράσος της πολιτικής, κομματικής και μη ξεχνούμε και τη συνδικαλιστική, ηγεσίας είναι Χ εις τη νιοστή.

Κι είναι ακόμα Κυριακή. Κολωνάκι ώρα 9 το πρωί. Άπειρες ελεύθερες θέσεις στάθμευσης. Μεσήλιξ οδηγός, συνοδευόμενος από τη μητέρα του, επιχειρεί να παρκάρει επί διαβάσεως ΑΜΕΑ Του υποδεικνύω ευπρεπώς ότι υφίστανται ελεύθερες θέσεις και ότι στη συγκεκριμένη απαγορεύεται η στάθμευση επειδή παρακωλύει τη διέλευση ΑΜΕΑ. Έλαβα την εξής αυθόρμητη απάντηση από τη μητέρα «Κυριακάτικα;»

Τον ευχαριστώ πάντως που δεν εθίγη από την παρατήρησή μου και στάθμευσε αλλού.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης