DE PROFUNDIS (ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ)

 

DE PROFUNDIS (ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ)

Προ ημερών συναντηθήκαμε κάποιοι, εξ επαγγέλματος, φίλοι. Όλοι ελεύθεροι επαγγελματίες πλην ενός δημοσίου υπαλλήλου που συνεχίζει να εισπράττει κανονικά το μισθό του – και η σύζυγός του το δικό της και τυγχάνουν ιδιοκτήτες του διαμερίσματός τους – και έχει την τύχη να δημιουργεί με έξοδα του δημοσίου. Ίνα γίνω λοιπόν σαφής η τετραμελής αυτή οικογένεια ζει με 2.000 ευρώ το μήνα και επιπλέον εκείνος επιβαρύνοντας εμάς τους ανέργους συνεχίζει εν μέσω κρίσεως να παράγει αμφιβόλου αξίας καλλιτεχνικό έργο, που μετά βεβαιότητας ούτε οβολό θα φέρει πίσω στο ταμείο, ούτε ουδείς στην Εσπερία θα καταλάβει καν ότι παρήχθη. Και μέχρις εδώ καλώς κακώς αυτή είναι η διεφθαρμένη χώρα μας, τις παθογένειες του κρατισμού υφιστάμεθα, όμως αν μη τι άλλο αναμέναμε ότι ο εν λόγω φίλος θα ήταν πιο φειδωλός στις εκφράσεις δυσαρέσκειάς του αφού περνάει ζωή και κότα όταν εμείς οι υπόλοιποι την ανάγκην φιλοτιμία ποιούμε, εκόντες άκοντες. Τώρα που το ξανασκέπτομαι ομολογώ ότι μας θαυμάζω. Εάν μόλις προ έτους ένας τέτοιος φίλος ενώπιον ανέργων, εμού περιλαμβανομένου,  εξεστόμιζε ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κάποιος με 2.000 ευρώ χωρίς νοίκι, θα είχαμε εκμανεί και πιθανότατα θα τον είχαμε κατακεραυνώσει. Εφέτος είτε λόγω αδυναμίας, η παρατεινόμενη ανεργία απομυζεί όλη μας την ικμάδα και μας καθιστά ράκη, είτε λόγω ωριμότητας, έστω μετά από πάροδο 55 ετών, σιωπήσαμε ανταλλάσοντας απλώς συνένοχα βλέμματα μεταξύ μας.

Η αμετροεπής αυτή συμπεριφορά των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών με αναστατώνει. Δύσκολα συγκρατώ το θυμό μου όταν ακούω ανθρώπους που αμείβονται κανονικότατα χωρίς να παράγουν έργο, απλώς και μόνον επειδή ανήκουν, οι περισσότεροι εξ αυτών, στην κάστα των πραιτοριανών των πολιτικών, που παρασιτούν επί σειρά ετών εις βάρος μας και εξ αιτίας των οποίων μας αναμένουν μέρες πολύ χειρότερες από ό, τι έχουμε ζήσει μέχρι σήμερα. Και παρόλο που αναγνωρίζω ότι η ειλικρίνεια, ιδιαίτερα από ένα διαπρύσιο επικριτή του δημοσίου, δεν είναι αποδεκτή ακόμα και από ανθρώπους που κατ’ αυτήν την περίοδο υποφέρουν χωρίς πιθανότητα ίασης του προβλήματός του διερωτώμαι:

Πόσο ειλικρινής μπορεί να υπάρξει οιοσδήποτε εάν δεν ανήκει σε κάποιο τάγμα μοναχών, αν δεν τυγχάνει πεφωτισμένος η αιμοσταγής τύραννος η τέλος αν δεν έχει επιλέξει να υπηρετεί μέχρι τέλους την προσωπική του άποψη, ην φυσικά θεωρεί, ως τη μόνη αληθινή; Πόσο ένας άνθρωπος που ζει μέσα σε μια κοινωνία, την οιαδήποτε κοινωνία, μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του για κάθε τι, ιδίως δε αν πιστεύει, και εξού γίνεται επικριτικός, ότι η κοινωνίας εντός της οποίας συνέβη να υπάρξει τυγχάνει σαθρή και διεφθαρμένη, μια κοινωνία σαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα, τα οποία όμως αντίθετα από το βιβλίο του Λωτ, στην εποχή μας ανθίζει και μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε μια τέτοια κοινωνία δυσώδη και αηδή τείνει να μετατραπεί η χώρα μας και ακόμα και ο υπέροχος ήλιος μας δεν καταφέρνει να αποδιώξει τη ζοφερή σκιά της σήψης και της διαφθοράς που έρπει ολόγυρά μας, καταπίνοντας τον έναν μετά τον άλλον, μετατρέποντας τους Έλληνες σε ρινόκερους του Ιονέσκο. Τους Έλληνες της Ελλάδος επειδή ευελπιστώ, και μυχίως εύχομαι, να διασωθούν οι Έλληνες της διασποράς, γηγενείς η επήλυδες, που πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δική τους την Ελλάδα θα κάνουν. Πρώτα όμως θα χρειασθεί να δοκιμασθεί από τις επτά πληγές των φαραώ, όχι απαραίτητα τις ίδιες ακριβώς, όμως εξ ίσου οδυνηρές και επώδυνες. Ίσως τότε μόνον οι Έλληνες επανεύρουν τον παλιό χαμένο εαυτό τους, εκείνον που διδαχθήκαμε όταν ήμασταν παιδία στο σχολείο και που σταδιακά από το 1974 κάποιοι επιτήδειοι με την αλόγιστη υποστήριξη μέρους του λαού φρόντισαν να εξαφανίσουν από προσώπου γης. Στη θέση του ανήγειραν ένα τεράστιο είδωλο του Κράτους, στο αδηφάγο στόμα του οποίου θυσίαζαν επί σειρά ετών μυριάδες νεαρών, αγνών ψυχών. Κάτι σαν τους 7 νέους και τις 7 νέες που απέστελε ο Αιγεύς στην Κρήτη ώστε να κορεσθεί η πείνα του Μινώταυρου. Μόνον που εκείνοι οι 14 νέοι, έστω άδικα φονεύονταν μαρτυρικά, ενώ οι σύγχρονοι νέοι που οδηγούνται από τους γονείς τους και τους πολιτικούς καθοδηγητές τους στη πύλη του Κράτους παραμένουν εκεί μέσα εσαεί κάτι σαν νεκροζώντανοι καταδικασμένοι να μην προσφέρουν ποτέ τίποτα στην πατρίδα, στην κοινωνία, στο συνάνθρωπό τους. Δεν είναι τυχαίο που καίτοι η κατάσταση βαίνει προς το χειρότερο και ανά πάσα στιγμή η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί εκτός ευρωζώνης αρκετοί από αυτούς μιλούν και φέρονται αδιαφορώντας παντελώς για την ενδεχόμενη αυτή εξέλιξη. Και παραδέχομαι ότι  ποσώς με πειράζει ενδεχόμενη έξοδος της χώρας από το ευρώ, όποιες και αν είναι οι συνέπειες για την οικονομία της χώρας. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι το έγκλημα απαιτεί τιμωρία και στην Ελλάδα πολλοί επί σειρά ετών εγκληματούν χωρίς ουδείς μέχρι σήμερα να έχει τιμωρηθεί για όλα αυτά τα κατά συρροή εγκλήματα εις βάρος του ελληνικού λαού. Ας επιπέσει λοιπόν στην κεφαλή μας ο κεραυνός του τιμωρού Διός και ας πλημμυρίσει η χώρα μας με τα νερά του Ποσειδώνα. Τέλος ας ανοίξει χάσματα κοχλάζοντα ο Πλούτων και ας παρασύρει στην κόλαση ικανό αριθμό Ελλήνων. Αν είναι γραφτό να πάψουμε να υφιστάμεθα επί προσώπου γης, ας χαθούμε. Δεν θα χάσει ο κόσμος από την απώλεια των συγχρόνων Ελλήνων, η ορθότερα των Ελλαδιτών. Αν πάλι καταφέρουμε να επιβιώσουμε και σταθούμε πάλι στα πόδια μας και ορθώσουμε το ανάστημά μας, ίσως τότε φροντίσουμε να μην επαναλάβουμε τα εγκληματικά σφάλματα των τελευταίων 40 ετών και αποφασίσουμε να καταστρέψουμε συθέμελα το αισχρό αυτό Κράτος που έθρεψαν οι πολιτικοί μας με μόνο στόχο τον πλουτισμό τους εις βάρος του ελληνικού λαού με τη βοήθεια των πραιτοριανών τους δημοσίων υπαλλήλων. Και επειδή δεν θέλω να αδικήσω όλους τους δημοσίους υπαλλήλους θα υπενθυμίσω ότι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατά τη Γερμανική κυριαρχία, την ευθύνη για τους ταλαίπωρους αιχμαλώτους είχαν αιχμάλωτοι. Και ο νοών νοείτω. Ας ευχηθούμε λοιπόν να τελειώσει το μαρτύριο το οποίο βιώνουμε, το συντομότερο δυνατόν, και αφού δεν έχουμε το θάρρος να εγερθούμε κατά της καθεστηκυίας τάξεως και να την ανατρέψουμε αλλά συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε με αθώες ψυχές το Κράτος της Βίας, που απλώς μεταλλάχθηκε χωρίς κάτι να αλλάξει, αφού δεν έχουμε το ψυχικό σθένος να μετατραπούμε σε καμικάζι η τσιχαντιστές, αφού δεν θέλουμε να θυσιάσουμε κάτι δικό μας, αλλά δεν μας πειράζει να μας θυσιάζουν οι άλλοι, αφού τέλος δεν είμαστε ικανοί να κερδίσουμε έναν πόλεμο, τότε δεν έχουμε κανένα λόγο να συνεχίσουμε να υπάρχουμε.

Εγώ πάντως δεν θα χύσω δάκρυ.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

Υ.Γ. Ο κ. Χ. Γιανναράς έχει πει – όχι πως δεν το γνώριζα- ότι οι Δυτικοί κατέχουν καλύτερα από εμάς ό,τι αφορά την Ελλάδα και ότι θεωρούν ότι εκείνοι είναι συνεχιστές του ελληνικού πολιτισμού. Αν μη τι άλλο λοιπόν ό,τι άξιζε από εμάς (τους Έλληνες), δηλ. ο αρχαίος (κλασικός) και –μερικώς-ο βυζαντινός πολιτισμός θα συνεχίσει να υφίσταται, να μνημονεύεται και να λατρεύεται. Οπότε κοιμώμαι ήσυχος.

  1. Το De profundis είναι έργο του Όσκαρ Ουάιλντ

ANTE PORTAS (ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ)*

ANTE PORTAS (ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ)*

Είναι απίστευτη η επιπολαιότητα και έλλειψη θάρρους που χαρακτηρίζει μεγάλη μερίδα των Ελλήνων πολιτικών. Πλην των δύο πολιτικών κομμάτων, κατά το κόκκινο και το μαύρο του Stendhal**,  που εμμένουν στις ίδιες, αδιάλλακτες θέσεις τους επί σειρά ετών καθώς οιαδήποτε αλλαγή θα τους στερούσε το ποσοστό ψηφοφόρων που αντιπροσωπεύουν – συμπτωματικώς δε ανήκουν στα άκρα και οι οπαδοί αμφοτέρων αυτών των κομμάτων μέχρι σήμερα διώκονται απηνώς, συνήθως αδίκως, για πολλούς και ποικίλους λόγους τους οποίους θα αναλύσω σε επόμενο άρθρο μου – τα υπόλοιπα κόμματα, με τον κ. Τζήμερο και το Ποτάμι να έχουν μια έφεση προς πλέον ευθαρσείς απόψεις και επιδεικνύοντες κάποια κλίση προς φυσικά χαρίσματα όπως ο κοινός νους, οι στυλοβάτες των μεγάλων κομμάτων ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε φληναφήματα, ανοησίες και καταφανή ψεύδη.

Ο συνεχής αναμηρυκασμός της λέξεως «μεταρρυθμίσεις» τείνει πλέον να χάσει την αξία της, καθώς τα χείλη που την προφέρουν ως μόνιμη επωδό, τρέμουν μη τυχόν και εφαρμοσθεί οπότε θα χαθεί το πελατειακό κράτος, οπότε, με απλά λόγια, θα απομείνουν χωρίς δουλειά οι επαγγελματίες πολιτικοί, ιδιαίτερα οι προερχόμενοι από τα συνδικαλιστικά φυτώρια η τις αυλές των πολιτικών αρχηγών, που ως γνωστόν στην Ελλάδα έχουν επιτύχει να καταστούν βασιλικότεροι των βασιλέων, διασπαθίζοντας και επιδαψιλεύοντας το δημόσιο χρήμα προς όφελος εκείνων και των οικογενειών τους, με μικρά η ασήμαντα οφέλη για τον χειμαζόμενο λαό.

Εξ ου, μετά από 5 έτη, όπου όλοι, ιδιαιτέρως όμως οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, επλήγησαν από την εφαρμογή σκληρών και αδίκων φορολογικών μέτρων, πλην φυσικά των πολιτικών και της κομπανίας των δημοσίων υπαλλήλων που τους στηρίζουν, οι ίδιοι εκείνοι πολιτικοί που μας κυβερνούν έκτοτε, παραδέχονται με περισσό στόμφο ότι, πράγματι, ουδεμία από τις υπογραφείσες μεταρρυθμίσεις εφαρμόσθηκε και αντί να κύπτουν την κεφαλή συναισθανόμενοι την ενοχή τους, φουσκώνουν ως γάλοι τα στήθη τους, επιβεβαιώνοντας έτσι, τη μωρία και την αβελτηρία τους.

Ο δε ελληνικός λαός ως μαζοχιστής, φαιδρός και ρέπων προς την βλακεία (ίδε εξαίρετη πραγματεία  του Ευάγγελου Λεμπέση***) – αντίθετα απ’ ότι μας αρέσει να πιστεύουμε δι’ ημάς, δηλαδή ότι είμαστε έξυπνοι, θαρραλέοι και τσίφτες –   συνεχίζει να αναθέτει τη διαχείριση της δόλιας τύχης του στους αναποτελεσματικούς, ανίκανους και αλαζόνες πολιτικούς που τον έφεραν σε αυτή την άθλια κατάσταση, αντί να τους εξαποστείλει στον αγύριστο ίνα απαλλαγούμε οριστικώς από αυτούς. Μέχρις ότου όμως ο ελληνικός λαός αποφασίσει ότι δεν αντέχει άλλο, και τούτο θα συμβεί αφού δούμε τη χώρα να καταρρέει καταπλακώνοντας υπό τα ερείπιά της τα τέκνα μας, και επαναστατήσει κατά του σαθρού αυτού καθεστώτος, που ακόμα και πολιτικοί ταγοί, εν τη ρύμη του λόγου, το χαρακτηρίζουν ως εκτροπή, αν ερμήνευσα ορθώς τις αναφορές στις εκφρασμένες απόψεις της Προέδρου της Βουλής, εμείς θα υφιστάμεθα όχι το μαρτύριο της ασφυξίας των εταίρων μας, που απλώς συμβαίνει να σέβονται και να τηρούν τους νόμους και τους κανόνες της Ε.Ε., αλλά και τον ρύπο των φληναφημάτων των πολιτικών, των φερέφωνων τους, κάποιων ασήμαντων δημοσιογράφων και λοιπών μαϊντανών, συνήθως καθηγητών πανεπιστημίων που ως επαίοντες επαναλαμβάνουν κατά τρόπο πληκτικό και μονότονο, τις ίδιες κούφες απόψεις περί μέτρων και μεταρρυθμίσεων, αποφεύγοντας επιμελώς να θέσουν τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων.

Και φυσικά δεν αναφέρομαι στους νοτισμένους με την αριστερή ιδεοληψία καθώς από εκείνους ουδέν αναμένω αλλά στον υπόλοιπο κόσμο που συνεχίζει να ψηφίζει την αριστερά, εκτός αν το 40% του ελληνικού λαού θεωρεί αλλόφυλους τους υπόλοιπους Έλληνες και επιθυμεί ως άλλος Σαμψών να τους παρασύρει μαζί στο θάνατο. Άλλωστε αν ακόμα υφίσταται τέτοιο ισχυρό αριστερό ρεύμα στη χώρα μας, όταν σε όλη την Ευρώπη έχει εξαφανισθεί, δεν οφείλεται φυσικά στον ασπασμό της μαρξιστικής-λενινιστικής φιλολογίας, αλλά στο έμφυτο ελάττωμα του μέσου Έλληνα, να επιδεικνύει φθόνο, αντί για θαυμασμό, προς οιονδήποτε επιτυχημένο, και δη πλουσιότερο – εξαιρουμένων φυσικά των λαϊκών αγωνιστών του συνδικαλισμού και της πολιτικής που επί σαράντα έτη καταληστεύουν τα δημόσια ταμεία δημιουργώντας αμύθητες περιουσίες χωρίς φυσικά να εργασθούν. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που οι συγκεκριμένες ομάδες αρνούνται επισταμένα να επιτρέψουν να εφαρμοσθούν οι συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις που θα βοηθούσαν τη χώρα μας να ανανήψει και σταδιακά να επανέλθει σε μια κατάσταση ευημερίας και ευδαιμονίας για τους γηγενείς και επήλυδες κατοίκους της.

Οι μεταρρυθμίσεις, λοιπόν, που θα άρουν τη δυσάρεστη κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει εξαιτίας της άφρονος και άτολμης πολιτικής των ταγών μας είναι πολλές και σίγουρα θα θίξουν μερίδα του ελληνικού λαού, όμως αν δεν εφαρμοσθούν η Ελλάς μπορεί να αρχίσει να ετοιμάζει το σάβανό της. Οι βασικότερες δε είναι οι ιδιωτικοποιήσεις των πάντων, (αεροδρομίων, λιμένων, Ξενία, κρατικών εργοστασίων κ.λπ.). Όσο ενοχλητικό και αν ακούγεται τούτο, πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουμε ότι είμαστε ανίκανοι να διαχειρισθούμε τα κοινά, και να παράγουμε πλούτο, καθώς μέλημα της πλειοψηφίας των Ελλήνων υπήρξε ανέκαθεν ο εύκολος πλουτισμός με ήσσονα προσπάθεια, εξ ου και η υπερβολική διεύρυνση του δημοσίου και η καταστροφή της παραγωγικής τάξεως των αγροτών.  Ουδέποτε διδαχθήκαμε να υπηρετούμε με συνέπεια και αφοσίωση τον Σκοπό, τον όποιο ανιδιοτελή σκοπό που αφορά όλους μας, δεν μυηθήκαμε να τον υπηρετούμε με αυταπάρνηση και στερήσεις, δεν γαλουχηθήκαμε να ασκούμε τα καθήκοντα μας εν τιμή, χωρίς να απαιτούμε ευτελή, υλική, ανταμοιβή για τις υπηρεσίες μας προς την πατρίδα και τον συμπολίτη μας.

(Τούτο έχει καταστεί πασιφανές ιδίως από την στρατιωτική ηγεσία και τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται έναντι των πολιτικών. Οι άνθρωποι από τους οποίους αναμένουμε, σε περίπτωση εξωτερικού κινδύνου, τη σωτηρία μας, κατά τα τελευταία έτη πράττουν ο,τιδήποτε ώστε να αποδείξουν ότι έχουν μετατραπεί σε υπηρέτες αφεντάδων).Το αυτό διαπιστώνουμε για πλείστες όσες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων (εξαιρώ τους ιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό, τους δασκάλους, όχι όμως τους καθηγητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και τα σώματα ασφαλείας)  που ενώ συνεχίζουν να σιτίζονται εις βάρος του ελληνικού λαού, ουδέν απολύτως προσφέρουν εις ανταπόδοση.

Οι απολύσεις λοιπόν, όπως τουλάχιστον αναφέρονταν στο πρώτο μνημόνιο ουδέποτε εφαρμόσθηκαν από το ΠΑΣΟΚ υπό τον Γ. Παπανδρέου, και τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη αλλά ακόμα και σήμερα όλοι σχεδόν οι συνομιλητές στις πολιτικές τηλεοπτικές εκπομπές που φυτρώνουν ως μανιτάρια, θα αποτολμήσω να πω δηλητηριώδη για τους εχέφρονες νόες, στους τηλεοπτικούς σταθμούς, αντιδρούν στο άκουσμα της λέξεως απόλυση στο δημόσιο, αν και επισημαίνουν, κρυπτόμενοι όπισθεν του δακτύλου τους, την ανάγκη εξυγίανσης και  εξορθολογισμού (sic!) του δημοσίου τομέα.

Ιδιωτικοποιήσεις λοιπόν, απολύσεις, μάλιστα απολύσεις από το δημόσιο τομέα, λύση όλων των δημόσιων και δημοτικών επιχειρήσεων, διακοπή της χρηματοδότησης των ΜΚΟ και κάθε αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, αναθεώρηση του συντάγματος με αρκετές βασικές αλλαγές, όπως την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και την μείωση των βουλευτών, κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, παραδειγματική τιμωρία υπουργών και θεσμικών που έχουν παρανομήσει, καθώς και  θέσπιση δικλείδων ασφαλείας ώστε να αποφευχθούν παραδείγματα νεποτισμού και συνέχισης της καταδυνάστευσης του τόπου από μια νομενκλατούρα που επί 100 έτη εσκεμμένα διατηρεί διχασμένο τον ελληνικό λαό ώστε να τον εκμεταλλεύεται καλλίτερα.

Χωρίς φυσικά τούτο να απαλλάσσει τον ελληνικό λαό από τις ευθύνες του και τις επαναλαμβανόμενες ατυχείς, πολιτικές, επιλογές του. Όμως η καταστροφή η κοινώς Grexit, ως έτερος Αννίβας, ευρίσκεται ante portas, ήτοι προ των πυλών και ίσως ήρθε η στιγμή να το αντιμετωπίσουμε, δια παντός, αν προσπαθήσουμε είτε να συμφιλιωθούμε και να αποδεχθούμε ότι δεν είναι σωστό μια μερίδα του ελληνικού λαού να ζει εις βάρος του υπολοίπου χωρίς μάλιστα να προσφέρει πολλά για αυτό, η αν αποφασίσουμε να συγκρουσθούμε, όπως το 16, η το 46-49 και ό,τι μέλλει γενέσθαι.

Αλλά ας κάνουμε επιτέλους κάτι.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

*Οι νίκες του Αννίβα κατά των Ρωμαίων έλαβαν χώρα στον ποταμό Τρέβια το 218 π.Χ. στη λίμνη Τρασιμένη το 217 π.Χ. και στις Κάννες το 216 π.Χ.. Ο Αννίβας μπορούσε, μετά από αυτές τις νίκες, να στραφεί κατά της Ρώμης – εξ ου η φράση «ο Αννίβας προ των πυλών (Hannibal ante portas Roma)» – και να την καταλάβει. Αντ’ αυτού κινήθηκε προς τη Νότιο Ιταλία.

**Επιτομή του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, έργο σταθμός στην ιστορία της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. το Κόκκινο και το Μαύρο (1830) του Stendhal είναι η ιστορία του Ζυλιέν Σορέλ, ενός νεαρού ονειροπόλου από την επαρχία, που γεμάτος θαυμασμό για τα ιδεώδη του Ναπολέοντα θέτει στόχο του να ξεφύγει από τα δεσμά της φτωχής του καταγωγής και να κατακτήσει την καταξίωση και τον πλούτο στην παρακμιακή γαλλική κοινωνία της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων.

***Εὐάγγελου Λεμπέση – Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ (1941)

Η ΝΕΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Η ΝΕΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Σήμερα το πρωί ένας φίλος φαρμακοποιός, άνθρωπος εργατικός, ευγενής και ευρυμαθής περί την δεκαπενταετία νεώτερός μου ενόσω απολαμβάναμε τον καφέ που μου είχε προσφέρει με ρώτησε κατά πόσον αν είχα παιδιά θα τα έστελνα στο Κολλέγιο Αθηνών η Ψυχικού. Απήντησα ευθύς αμέσως πως όχι. Ως συνήθως εκλήθην να επιχειρηματολογήσω υπέρ της απόψεώς μου και ιδού τι είπα. Οι κύριοι λόγοι είναι τρεις.

Ο πρώτος τυγχάνει ο σοβαρότερος και αφορά στην ατυχή έως κακή επιρροή που έχει το περιβάλλον του Κολλεγίου στους γόνους απλών αστικών οικογενειών. Η συναναστροφή μετά γόνων οικονομικώς ανωτέρων οικογενειών καλλιεργεί εσφαλμένες εντυπώσεις στα παιδιά που θεωρούν ότι ένας υιός εφοπλιστή θα παραμείνει φίλος με τον υιό ενός ανώτατου ιδιωτικού υπαλλήλου, τραπεζικού η μη. Η ιστορία έχει καταδείξει ότι πέραν των περιπτώσεων όπου ο πτωχότερος συμμαθητής καταλήγει γελωτοποιός, σπιούνος η φερέφωνο του πλουσιοτέρου ο συγχρωτισμός παύει μόλις οι απόγονοι αναλάβουν θέσεις ευθύνης στις οικογενειακές επιχειρήσεις, νυμφευθούν η μετοικήσουν στο εξωτερικό για σπουδές η επαγγελματικές δραστηριότητες. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης η νευρώσεων στους εγκαταλειφθέντες λόγω του ότι δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον τρόπο ζωής των πλουσίων συμμαθητών τους καίτοι θεωρούν εαυτούς ισοτίμους αν μη πνευματικά και ηθικά ανωτέρους. Εξ ου και σταδιακά είτε αποξενώνονται, είτε συμβιβάζονται. Φυσικά η ζωή βρίθει εκπλήξεων και δεν αποκλείεται μετά από έτη σκληρών προσπαθειών, εννόμων η ανόμων ενεργειών, οι πτωχότεροι να δημιουργήσουν περιουσία και να καταστούν εξίσου σημαντικοί η και σημαντικότεροι από τους παλαιούς τους συμμαθητές, ιδίως αν εκείνοι χρεοκοπήσουν, γεγονός που συνήθως χαροποιεί τους άλλοτε φίλους τους ιδιαίτερα, που δεν χάνουν ευκαιρία με πολλούς και ποικίλους τρόπους να το διαλαλούν και να το καθιστούν γνωστό.

Ο δεύτερος λόγος αφορά στις ανυπόστατες προσδοκίες που καλλιεργούνται τόσο στους γόνους όσο και στους γονείς τους. Ιδίως οι δεύτεροι θεωρούν δεδομένο ότι επειδή το τέκνο τους έλαβε απολυτήριο από το Κολλέγιο έχει όλα τα εχέγγυα ώστε να σπουδάσει και να διακριθεί στο Princeton ή στο Cambridge και να ακολουθήσει λαμπρά σταδιοδρομία στο διπλωματικό σώμα, στην πολιτική κ.ά. Ο δε γόνος καταλήγει να πάσχει από σύμπλεγμα ανωτερότητας το οποίο στην περίπτωση που αποτύχει στην επαγγελματική του ζωή τον καθιστά μνησίκακο, κακεντρεχή και ιδιαιτέρως εκδικητικό, καταλήγοντας να θεωρεί ότι απέτυχε εξ αιτίας της διεφθαρμένης αντίληψης που διέπει την ελληνική κοινωνία η κάποια σκευωρία που στρέφεται κατά των ικανών και χαρισματικών ανθρώπων, συνομοταξία στην οποία έχει κατατάξει αυθαίρετα τον εαυτό του.

Ο τρίτος λόγος αφορά στο κοινότοπο, ευτελέστατο και άχρηστο πρόγραμμα σχολικών σπουδών το οποίο ορίζεται, ορθότερα επιβάλλεται, από το Υπουργείο Παιδείας, που διοικείται επί σειρά ετών από συμπλεγματικούς ανθρώπους υπέρμαχους της θεωρίας της ήσσονος προσπάθειας και των μετρίων επιδόσεων. Ένα πρόγραμμα σπουδών που δεν αρμόζει σε ελεύθερους πολίτες αλλά σε πρόβατα που σύρονται επί σφαγή με μόνο στόχο τη μείωση των κινδύνων να εγερθούν και να αντιδράσουν κατά του σαθρού και διεφθαρμένου καθεστώτος το οποίο τους έχει επιβληθεί με την προσφορά φτηνού άρτου και άτεχνου θεάματος. Προς τι λοιπόν να καταβάλει μια οικογένεια τη θυσία της καταβολής υπέρογκων διδάκτρων ώστε το τέκνο τους να λάβει ένα αμφιβόλου αξίας ποιότητας απολυτήριο όταν το ίδιο ευτελές απολυτήριο δύναται να το λάβει δωρεάν από ένα δημόσιο σχολείο. Είναι προτιμότερο λοιπόν  να κατατεθούν τα χρήματα σε κάποιο προθεσμιακό λογαριασμό ώστε όταν με το καλό ο γόνος ολοκληρώσει τις σχολικές σπουδές να απέλθει να σπουδάσει σε κάποιο σοβαρό ίδρυμα της Ευρώπης η της Αμερικής που αναμφίβολα θα του αυξήσει τις πιθανότητες να εξεύρει μια σοβαρή δουλειά και να προετοιμάσει μια σημαντική σταδιοδρομία.

Είναι άκρως λυπηρό δε, και το είχε παραδεχθεί δημοσίως κατά την παράδοση του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ο απελθών Υπουργός κύριος Π. Παναγιωτόπουλος, που ο τότε πρωθυπουργός είχε την ατυχή ιδέα να απαξιώσει το Υπουργείο Πολιτισμού θέτοντάς το υπό το Υπουργείο Παιδείας. Διερωτώμεθα δε τι είδος νου διαθέτει ο οιοσδήποτε  είχε τη φαεινή αυτή ιδέα, να θέσει το μοναδικό, ανεπανάληπτο ελληνικό πολιτισμό, υπό την ανύπαρκτη ελληνική παιδεία η οποία κατατάσσεται σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμα και υπανάπτυκτων ξένων χωρών. Τι αισθήματα πρέπει να τρέφει η τι άποψη πρέπει να έχει, ο εισηγητής αυτού του σχεδίου, για τον ελληνικό πολιτισμό ώστε να εισηγείται την κατάργηση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Και για μια ακόμα φορά αισθάνομαι υποχρεωμένος να επαναλάβω, ενοχλώντας ίσως κάποιους γηγενείς, ότι είθε τα αξιολογότερα και ικανότερα πνεύματα της Ελλάδος να απέλθουν οριστικά της χώρας μας και να διασκορπισθούν ανά την υφήλιο, ως διαπρύσιοι κήρυκες του ελληνικού πολιτισμού, όλων των εποχών, ώστε, όπως έγινε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Μωαμεθανούς, να διασωθεί χάρις σε αυτούς, για μια ακόμα φορά, η απαράμιλλη ομορφιά και σοφία του ελληνικού πολιτισμού και αφού ριζώσει στη νέα Δύση να συμβάλει στην ανανέωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ίσως και του παγκόσμιου.

Τότε ίσως μόνον έτσι καταφέρουμε, χάρις στη συμβολή τους και την αρωγή τους, να ανασυνταχθούμε πρώτα ως έθνος, και εν συνεχεία ως χώρα και να διεκδικήσουμε επιτυχώς τη θέση που κατείχαμε προ χιλιάδων ετών στην παγκόσμια σκηνή. Δόξα και ήθος ανεπανάληπτα, που οι σύγχρονοι πολιτικοί ταγοί αντί να τα προβάλουν και να τα προτείνουν ως παράδειγμα προς μίμηση, τα αποσιωπούν. Δόξα και ήθος που συνεχίζουν να εμπνέουν πλήθη λαών χάρις στην προβολή που τυγχάνουν,  παρά τις όποιες ατέλειες και παραποιήσεις από όλους, ανεξαιρέτως, τους ξένους, ακόμα και τους προαιώνιους εχθρούς μας. Κατά την ίδια χρονική στιγμή που η κυρία Γλυκάτζη-Άρβελερ μείωνε, σχεδόν απαξίωνε, – με ισχυρά φυσικά επιχειρήματα –  τη σημασία της  «Κερκόπορτας», του μοιραίου εκείνου στοιχείου, κατά τη λαική ρήση, της πτώσης της Βασιλίδας,  οι Αμερικανοί διά σκηνοθεσίας Ζακ Σνάιντερ καθιστούσαν γνωστή στην οικουμένη, κατά τρόπο πρωτότυπο και εντυπωσιακό την υπέρτατη θυσία του βασιλέως Λεωνίδα και των 300 του στις Θερμοπύλες. Και καίτοι έχω παρακολουθήσει το έργο δις, ακόμα και αυτήν την Τρίτη, πρόσφατη, φορά ένιωσα έναν κόμπο στο λαιμό και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου όσο με συνέπαιρνε η εξέλιξη της ιστορίας, μιας ιστορίας με προδικασμένο τέλος που όμως δεν εννοείς να μην την παρακολουθήσεις μέχρι τέλους όπου εκείνο το περίφημο «ω ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα των κείνων ρήμασι πειθόμενοι» του Λεωνίδα προς τους Σπαρτιάτες (και τους κακώς μη μνημονευόμενους) Θεσπιείς μάς κάνει ακόμα να ριγούμε από συγκίνηση.

Σε πείσμα ενός γελοίου, φαιδρού ελληνικού κράτους που με ιδιαίτερη σπουδή φρόντισε να απομακρύνει τον ανδριάντα του που ευρισκόταν επί της Εθνικής οδού και όλοι οι διερχόμενοι τον ατένιζαν, πολλοί δε με θαυμασμό νοιώθοντας υπερήφανοι που είναι απόγονοί του.

Έλληνες.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

 

 

BEHOLD THE MAN

ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ (BEHOLD THE MAN)

1974 Freshman στο Κολλέγιο Αθηνών. Αστειευόμενος ο Μπάμπης Συμεωνίδης, εν ώρα μαθήματος, με κλώτσησεδυνατά  και το θρανίο μετατοπίστηκε προκαλώντας θόρυβο. Ο Π. Βασιλαράς, καθηγητής των μαθηματικών στραφείς προς εμένα και βλέποντας το σημάδι του παπουτσιού πάνω στο πανταλόνι μου με ρώτησε ποιός το έκανε. Φυσικά, απήντησα πως δεν γνώριζα. Μου ζήτησε να παρουσιασθώ αμέσως στον διευθυντή. Παρενέβη τότε ο Μπάμπης και ομολόγησε. Και συ μαζί, είπε ο καθηγητής. Διαμαρτυρήθηκε ο Μπάμπης ότι εγώ δεν έφταιγα. Ο καθηγητής είπε πως έφταιγα επειδή είχα καλύψει τον ένοχο. Έλαβε τότε το λόγο ο πρόεδρος του τμήματος, Δημήτρης Πόρτολος. Θεωρούσε ότι έπρεπε να επιβραβευθούμε και οι δύο για την θαρραλέα και ανδρική στάση μας. Αποτέλεσμα: Και οι τρεις οδεύσαμε στον διευθυντή. Αν δεν απατώμαι ο Μπάμπης και εγώ λάβαμε από 4 στίγματα, στα 5 ελάμβανες προειδοποίηση αποβολής και αμφότεροι είμαστε μαθητές με βεβαρημένο μητρώο διαγωγής! Κινδυνεύαμε να αποβληθούμε. Όμως ο υποδιευθυντής του ανωτάτου τμήματος, κ. Τσαγκαράκης, στάθηκε ανένδοτος.

Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, αιρετός γενικός γραμματέας, δεύτερος τη τάξει σε ψήφους, κατηγορήθηκα και διασύρθηκα από έναν πρόεδρο, τον οποίο, παρά τις επί μέρους διαφωνίες μου σε θέματα διαφάνειας και διαχείρισης του οργανισμού στον οποίον μετέχουμε, στηρίζω απόλυτα επί 14 συναπτά έτη.  Με ενόχλησε δε σφόδρα το εξής.

Με χαρακτήρισε χαφιέ η ρουφιάνο επειδή αρνήθηκα να αποκαλύψω τα ονόματα των μελών του οργανισμού με τα οποία έχω συνομιλήσει, ώστε να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε, τίνι τρόπω δεν γνωρίζω, τον η τους συγγραφείς μιας ανώνυμης επιστολής που εστάλη, σημειωτέον, μόνον σε έξι από τα επτά μέλη του Δ.Σ. και σε κανένα άλλο, από τα 500 περίπου, μέλη του οργανισμού. Αυτό το πρόσφατο περιστατικό στον οργανισμό επανέφερε στη μνήμη μου το μαθητικό περιστατικό του 1974 και με έκανε να αναρωτηθώ κατά πόσον άλλαξε κάτι στην ελληνική  κοινωνία, η μήπως οι κρατούντες την εξουσία συνεχίζουν να επιβραβεύουν την δουλοπρέπεια και την υποτέλεια αντί να τιμούν την ελευθεροφροσύνη  και την παρρησία.

Δύο Έλληνες, με σαράντα έτη διαφοράς, αμφότεροι μη προσκείμενοι στους Ιακωβίνους, πρεσβεύουν ότι υψίστη αρχή οφείλει να είναι η άκριτη υπακοή στα κελεύσματα και τις επιταγές της όποιας εξουσίας. Μια σχέση υποτέλειας που ουδόλως αρμόζει σε ελεύθερους πολίτες χώρας με δημοκρατικό, έστω κατ’ επίφαση, πολίτευμα. Διερωτώμαι λοιπόν κατά πόσον υφίστανται, μικρές έστω, πιθανότητες να επέλθει οιαδήποτε αλλαγή στην αντίληψη που διέπει το μέσο Έλληνα. Το μέσο Έλληνα που, απ’ ότι φαίνεται, δεν άλλαξε καθόλου κατά τα τελευταία 40 έτη παρά τα συγκλονιστικά γεγονότα που βίωσε, όπως η εγκληματική απώλεια της Κύπρου, που στοιχειώνει τον ύπνο πολλών εντίμων και αγνών πατριωτών, η ηθική και οικονομική κατάρρευση του κράτους λόγω της άφρονος πολιτικής κυρίως των κατ’ ευφημισμόν σοσιαλιστών και των ΜΜΕ που τους στηρίζουν, η έντεχνη διαστρέβλωση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας όπου οι Έλληνες διαχωρίστηκαν σε κακούς και καλούς ανάλογα με τα συμφέροντα που εξυπηρετούσαν, και χωρίς να θέλω να φανώ μελοδραματικός, τολμώ να υποστηρίξω ότι οι άγνωστοι στρατιώτες που σκοτώθηκαν για να διαφυλάξουν την ελευθερία της πατρίδος και που τη θυσία τους ουδείς τιμά σήμερα, κακώς έπραξαν. Όπως και οι φονευθέντες στην Κύπρο και εκείνοι που θα χαθούν στον επόμενο πόλεμο.

Όλοι μας ανεξαιρέτως έχουμε σφάλλει αν παρά τις θυσίες μας η αντίληψη του μέσου Έλληνα παραμένει ίδια και απαράλλακτη από την απελευθέρωση η ορθότερα από τη σύσταση, από τις ξένες δυνάμεις, του νεωτέρου ελληνικού κράτους. Αντί για υψιπετείς πολίτες προετοιμάζουμε χαμερπή ανθρωπάρια, με άχρηστα πτυχία και στείρα γνώση, άτομα προορισμένα να υπακούν τυφλά για ένα ξεροκόμματο, ανθρώπους διατεθειμένους να πουλήσουν τη ψυχή τους σε ένα σαθρό και διεφθαρμένο κράτος, όχι φυσικά για την ομορφιά της Μαργαρίτας, αλλά για την αρρωστημένη αίσθηση εξουσίας, ασήμαντης και πρόσκαιρης, πάνω στους συμπολίτες μας, που προσφέρεται αφειδώς σε οιονδήποτε υπηρέτη της εξουσίας.

Κι αν επί των οφθαλμών ελαχίστων υπηρετών της εξουσίας αντανακλάται η εικόνα του καρατομηθέντος Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ηρνήθη να σταματήσει να ασκεί κριτική στα αίσχη της Ηρωδιάδος, στους περισσότερους, το σκοτεινό, άχρωμο βλέμμα τους προδίδει μόνον τη  βλακεία και τη δουλοπρέπεια των Φαρισαίων, και τα άφιλα χείλη τους αποζητούν μόνον την ηδονή του ασπασμού της παρειάς  του αγνώστου Ιησού που περιφέρεται ανάμεσά μας.

Μέχρις ότου όπως έγραψε και ο Moorcock στο βιβλίο του Behold the Man (Ίδε ο άνθρωπος) εμφανισθεί σήμερα κάποιος από το μέλλον και επαναληφθεί η ιστορία εκείνου του μοναδικού ανδρός, υιού θεού, πού ήρε τις αμαρτίες του κόσμου και δίδαξε τους ανθρώπους την αγάπη και τη φιλευσπλαχνία και απέθανε, δι’ ημάς, μαρτυρικά, επί του σταυρού.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΤΟ «ΣΙΝΙΕ» ΣΑΒΑΝΟ

ΤΟ «ΣΙΝΙΕ» ΣΑΒΑΝΟ

Μην κρίνεις ίνα μην κριθείς, διάβαζε ο καθηγητής των θρησκευτικών, στο καλύτερο ελληνικό ιδιωτικό σχολείο της εφηβείας μου και εγώ διερωτόμουν γιατί είχα επιστρέψει στην Ελλάδα, ενόσω απoλάμβανα τόσο πολύ τη ζωή στην τότε πτωχότερη Αγγλία. Μια Αγγλία όπου ο μαθητής, ήδη από την Τρίτη γυμνασίου, είχε το δικαίωμα της επιλογής των μαθημάτων που επιθυμούσε να παρακολουθήσει, με Αγγλικά και μαθηματικά μόνον υποχρεωτικά, και δεν θυμούμαι στον κατάλογο να περιλαμβάνονταν τα θρησκευτικά. Άλλη μια ιδιαιτερότητα της αγγλικής αντίληψης, το αναφαίρετο δικαίωμα ενός εκάστου να κρίνει όλους και τα πάντα, όμως με το γνωστό αγγλικό χιούμορ, που συνήθως ήταν πιο κοφτερό από δωδεκάιντση κάμα μαχαιριού.

Όμως εδώ ζούσαμε, συγγνώμη ζούμε, το μεσαίωνά μας χωρίς φυσικά οι περισσότεροι, ως ομφαλοσκοπούντες και αδαείς να δύνανται να το αντιληφθούν. Πίστευαν ότι μια λέξη, ας επιλέξουμε τυχαία τη λέξη δημοκρατία, αρκούσε προκειμένου ο Έλλην να μετατραπεί σε Παριζιάνο και η Ελλάς σε Παρίσι. Και άνευ παρεξηγήσεως ούτε οι τροτέζες μας δεν ξέφυγαν από αυτό τον κανόνα καίτοι διατηρούσαν εξαίρετη φήμη στα αραβικά boudoirs.

38 έτη παρήλθαν και το νυφικό της παρθένας, έστω με νέα παρθενορραφή το 1974, Ελλάδος, έχει μετατραπεί σε δεύτερο δέρμα και τείνει να μετατραπεί σε σάβανο για εκατομμύρια Ελλήνων χωρίς πιθανότητα μάλιστα να διασωθεί σε κάποια βιτρίνα θεάτρου, του παραλόγου κατά προτίμηση, είδος που καίτοι δεν κατανοεί ο απαίδευτος ελληνικός όχλος, δείχνει, εκ των πολιτικών, και ουχί μόνον, επιλογών του να το λατρεύει. 38 έτη λοιπόν έχουν παρέλθει, η δημοκρατία μας οδεύει πλέον προς τη θέση που της αρμόζει στο Α’ νεκροταφείο ανάμεσα σε εκείνους που άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο συνέβαλαν στη σημερινή της κατάντια. Υφίστανται και μερικές εξαιρέσεις θαμμένοι σε λαικότερα νεκροταφεία, αλλά εκείνους ουδείς τους ενθυμείται.

Ως γνωστόν το Α’ νεκροταφείο κοσμείται από υπέροχα γλυπτά που πάνω τους επικάθεται η ανθρώπινη ματαιοδοξία των ζώντων η οποία υπερέχει κατά πολύ των τεθνεώτων για έναν μόνον λόγο. Συνήθως οι ζώντες είναι κατώτεροι των προγόνων τους και τούτο είναι κύριο χαρακτηριστικό της φυλής μας. Ανατρέχοντας στο παρελθόν εντυπωσιαζόμαστε από τα πλήθη ηρώων και σοφών που είτε γεννήθηκαν Έλληνες, είτε μετήλθαν της ελληνικής παιδείας, αλλά θωρώντας προς το μέλλον ουδέ σκιά μεγάλου ανδρός διακρίνουμε, ίσως φυσικά λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Όλοι αυτοί οι υπέροχοι, εκπληκτικοί πρόγονοί μας ενταφιασμένοι σε τόπους χλοερούς και συνήθως στην απόλυτη αφάνεια των κενών νοών των σημερινών Ελλήνων, προβάλλουν αναπάντεχα, περιστασιακά, χάρις σε κάποια αποφθέγματα που οι δάσκαλοι, δημοσιογράφοι και ταγοί του έθνους έχουν καταγραμμένα σε «σκονάκια» και ευκαιρίας δοθείσης τα χρησιμοποιούν προκειμένου να θαμπώσουν τον αποσκελετωμένο νοητικά συνομιλητή η ακροατή τους.

Έτσι έχουν διασωθεί κάποια τρανά ονόματα όπως Περικλής, Μέγας Αλέξανδρος, Κολοκοτρώνης, Ιουστινιανός (αν και για πολλούς δεν θεωρείται Έλλην) Μακρυγιάννης,  Βενιζέλος, Μακάριος, Καραμανλής, Παπανδρέου κ.ά.   Τώρα αν συμπτωματικώς όλοι αυτοί οι μεγάλοι Έλληνες έχουν συνδέσει το όνομά τους με τις πλέον δυσάρεστες, αν μη ολέθριες περιόδους, της ιστορίας του Έθνους μας λίγη σημασία έχει επειδή όπως αναφέραμε ανωτέρω σημασία έχει πόσο ασήμαντοι και γελοίοι είναι οι σημερινοί αντίστοιχοί τους. Φυσικά η ιστορία γράφεται από τους νικητές εξ ού και διατηρούμε μια κάποια, μικρή ελπίδα, ότι κάποτε θα αναπαυθούν εν ηρεμία οι ανωτέρω άνδρες και άλλα ονόματα ίσως αναφανούν στο προσκήνιο, όπως Λεωνίδας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Μάρκος Μπότσαρης, Γεώργιος Καραισκάκης, Ιωάννης Καποδίστριας, Ίων Δραγούμης, Χρυσόστομος Σμύρνης, Ιωάννης Μεταξάς, Αλέξανδρος Κορυζής, Εμμανουήλ Τσουδερός, Καραολής και Δημητρίου. Άλλοι ηρωικότεροι, άλλοι σοφότεροι, πάντως εκ διαμέτρου διάφοροι από τα ινδάλματα που κατά τα τελευταία 38 έτη φυτεύτηκαν, ευτυχώς χωρίς να έχουν ριζώσει, στη μνήμη των ελλήνων πολιτών.

Προς τι όμως όλος αυτός ο ορυμαγδός για τις σαβανωμένες μορφές του Α’ νεκροταφείου, γιατί ασχολούμεθα με τους απελθόντας και δεν περιορίζουμε το ενδιαφέρον μας στους συγχρόνους. Όπως έγραφε ο Κώστας Ταχτσής, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Προς τι λοιπόν τόση εμμονή; Μήπως, διερωτώμεθα αφελώς, συγχέουμε τους εν ζωή με τους τεθνεώτες κι αυτό γιατί καθώς είναι ενδεδυμένοι τα σινιέ σάβανά τους ομοιάζουν πολύ προς εκείνους.

Και το κυριότερο, εκείνοι οι νεκροί δεν έχουν λαλιά πλέον, ευτυχώς δι’ημάς, οπότε είναι εύκολο να τους κρίνει τις ακόμα και όταν δεν διαθέτει δωδεκάιντσο καλά ακονισμένο χιούμορ. Οι νεκροζώντανοι όμως που τείνουν να εξελιχθούν σε γυναίκες (ή άνδρες ώστε να είμεθα politically correct) του πρωτομάστορα που θυσιάζονται τα τελευταία 38 έτη προκειμένου να στεριώσει αυτό το άχρηστο ελληνικό κράτος, που όμως όπως το γεφύρι της Άρτης, κάθε νέα διοίκηση το βρίσκει διαλυμένο, περιφέρουν το σαρκίο τους στους διαδρόμους των υπουργείων μέχρις ότου ικανοποιηθεί η ανάγκη τους. Η απλούστατη ανάγκη τους να τους χαριστεί ένα σινιέ σάβανο που συνήθως συνοδεύεται από μια δημόσια, σχεδόν ισόβια, θέση και μια επιτύμβια στήλη στην είσοδο των ευαγών ιδρυμάτων που επί σειρά ετών διαχειρίστηκαν, κατά το ήττον η μάλλον, ατυχώς.

Δεν μεμφόμεθα την ορμέμφυτη επιθυμία των ανθρώπων αυτών να μην επιθυμούν να λησμονηθούν εξ ου και όπως τα φαντάσματα περιφέρονται μέσα στους δημοσίους λαβυρίνθους εκλιπαρώντας για μια μικρή παράταση ζωής, μερικά ακόμα έτη επί του ταλαιπωρημένου σαρκίου τους γιατί όπως και να το κάνουμε είμαστε έθνος γεροντολατρών. Πώς να στερηθούμε όλες αυτές τις ζαρωμένες, καχεκτικές, ακαλαίσθητες δημόσιες μορφές που επί σειρά ετών διοικούν οργανισμούς, φορείς και ιδρύματα όταν οι πολιτικοί μας διακατέχονται από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο; Πώς να ζητήσει ένας υπουργός από έναν νέο 80 ετών να απέλθει της θέσεως που κατέχει ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες να παραχθεί ρηξικέλευθο έργο, να επέλθει κοινωνική δικαιοσύνη, να φανεί ότι όντως ενδιαφέρεται για οικονομική ανόρθωση, όταν ο ίδιος διοικεί το υπουργείο του με έναν μόνον στόχο. Ουδέποτε να το εγκαταλείψει, η ορθότερα να το εγκαταλείψει μόνον όταν εγκαταλείψει τον μάταιο αυτόν κόσμο.

Αυτοί οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι δάσκαλοι είναι που έφεραν τη χώρα μας στη σημερινή κατάντια της και από κοντά αυτός ο συρφετός των σινιέ σαβανωμένων που είναι ικανοί να προδώσουν ακόμα και την ίδια τη σκιά τους προκειμένου να μη φύγουν ποτέ από μια θέση στη οποία φυσικά διορίστηκαν με μόνον γνώμονα τις προσωπικές τους σχέσεις. Επειδή ουδείς εχέφρων πιστεύει φυσικά, ότι δεν υφίστανται πολλοί αξιολογότεροι, κατά πολύ νεώτεροι, με σημαντικό έργο Έλληνες πολίτες, που αν μη τι άλλο για λόγους ευνομίας και ηθικής τάξης έχουν κάθε δικαίωμα να δοκιμασθούν σε αυτές τις θέσεις, που δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και κακώς οι υπουργοί τις χειρίζονται ως τσιφλίκια τους.

Όσον αφορά εκείνους που πιστεύουν ότι θα μνημονεύονται εις το μέλλον επειδή παρέμειναν επί μακρόν σε μια δημόσια θέση, συνήθως παράγοντας έργο αμφιβόλου κοινωνικής αξίας, σπανιότατα δε οικονομικής, πλανώνται πλάνη οικτρά, καθώς η ιστορία έχει καταδείξει ότι προκειμένου να διεκδικήσει τις θέση στην παγκόσμια ιστορία οφείλει να προβεί σε σημαντικές καταστροφές και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως οι κομμουνιστές υπό το Στάλιν, οι Γερμανοί υπό τον Χίτλερ, κ.ά.

Άλλως πως η μεταθανάτια παρουσία του σινιέ σαβανωμένου δημόσιου λειτουργού στον μικρό, αυτό μέγα ελληνικό κόσμο, θα περιορισθεί σε κάποιο ζωγραφικό πίνακα, η σε μια απομίμηση αρχαικής επιτύμβιας στήλης, αμφότερα έργα συγχρόνων πλην όμως μετρίων εικαστικών δημιουργών που θα κοσμήσουν για ελάχιστο χρονικό διάστημα τις προθήκες κάποιου μουσείου η πινακοθήκης προτού στοιβαχτούν όπως άλλωστε συμβαίνει και με αξιολογότερα έργα σε κάποια ανήλια αποθήκη και σιγά σιγά θα ενσωματωθούν με το απόλυτο, αιώνιο σκότος της ανυπαρξίας.

Ευτυχώς δια παντός διά την ιστορία της χώρας μας, δυστυχώς πολύ αργά δι’ημάς.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΠΤΩΞ = ΛΑΓΩΟ’Σ Η Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

ΠΤΩΞ = ΛΑΓΩΟ’Σ Η Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

Αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού παραμένει η, πλέον διαστρεβλωμένη, ελληνική γλώσσα. Σε μια προσπάθεια αφελληνισμού του λαού, προς όφελος της κομμουνιστικής διεθνούς, η αριστερά διανόηση επέτυχε πιέζοντας, με τη συμπαράσταση κάποιων εκδοτών, τους αμβλύοπες και αμβλύνοες δεξιούς πολιτικούς της μεταδικτατορικής περιόδου να καταφέρει καίριο πλήγμα στην ελληνική γλώσσα. Ο δε Α. Παπανδρέου, ζηλώσας το έργον των αριστερών, μόλις ανέλαβε πρωθυπουργός  της κατέφερε τη χαριστική βολή.

Η χειραγώγηση των λαών βασίζεται σε δύο στοιχεία. Την έλλειψη παιδείας, βάση της οποίας αποτελεί η γλώσσα,  και τον εύκολο, ήτοι ανέντιμο, πλουτισμό. Η ευτελής παιδεία μετατρέπει τους ανθρώπους σε άκριτους πολίτες κινούμενους υπακούοντας στο θυμικό, ήτοι στα αρχέγονα, πρωτόγονα ένστικτα,  ο δε εύκολος πλουτισμός τους εθίζει στη τρυφηλή ζωή και τη φυγοπονία.

Η διαδικασία μετατροπής σε πειθήνια όργανα, πτωχά τω πνεύματι, των πολιτών απαιτεί χρόνο και μέθοδο. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών φρόντισαν για αυτό. Οι περί τον Ανδρέα Παπανδρέου έστησαν το σκηνικό και εφήρμοσαν τους κανόνες επιτυχώς, μετατρέποντας μια μεγάλη μερίδα του λαού σε πτώκες, οι δε κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας συνέβαλαν τα μάλα στη διατήρηση και ενίσχυση εκείνου  του συστήματος. Άδικα σήμερα διαμαρτύρονται ότι είναι ανεύθυνοι. Τουναντίον είναι περισσότερο ένοχοι επειδή όχι απλώς υπηρέτησαν ένα καθεστώς που δεν δημιούργησαν, αλλά το διεφύλαξαν και το παρέδωσαν εκ νέου, άθικτο, στους αρχικούς εμπνευστές του. Τους κατ’ ευφημισμό αποκαλούμενους σοσιαλιστές.

Σήμερα τριάντα έτη αργότερα ο στρατός των πραιτοριανών των σοσιαλιστών παραμένει ανέπαφος εντός των τειχών του δημοσίου, ελαφρά ενοχλημένος από τις περικοπές των μισθών και των ποικίλων οικονομικών ενισχύσεων, όμως πάντα ετοιμοπόλεμοι να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα, ακόμα και να εμποδίσουν οιαδήποτε προσπάθεια διακυβέρνησης της χώρας από άλλους κομματικούς σχηματισμούς.

Ατυχώς η αχαριστία παραμένει το κύριο ελαττώματα της ελληνικής φυλής, μεταξύ πολλών άλλων, κάποια εκ των οποίων περιγράφονται από λέξεις με δεύτερο συνθετικό το –πρέπεια, όπως  απρέπεια, μικροπρέπεια η δουλοπρέπεια που ατυχώς χαρακτηρίζουν εύστοχα το σημερινό πολιτικό σκηνικό, ανεξαρτήτως επίφασης ιδεολογίας. Το μέγιστο κακό άρχεται λοιπόν από την πενία της σημερινής γλώσσας. Η αποφυγή έκφρασης της αληθείας, η έντεχνη διαστρέβλωση των γεγονότων, η άρνηση της πραγματικότητας και η εμμονή στη χρήση μιας, στερημένης του στοιχείου ευ, γλώσσας οδήγησε τους έλληνες στην κοινωνική και πολιτική ανυποληψία, από την οποία δυο μόνον τρόποι διαφυγής υφίστανται, ένας πόλεμος, πιθανότατα με τους καραδοκούντες Τούρκους, που όμως θα αφανίσει, άδικα, τις αθώες ηλικίες, ή μια δυναμική αντίδραση μιας μερίδας του ελληνικού λαού που θα απαλλάξει τον τόπο από τους δειλούς, τρυφηλούς και διεφθαρμένους δημόσιους λειτουργούς που μας οδήγησαν στην σημερινή οικτρή κατάσταση.

Δύναται όμως ο πεπτοκώς ελληνικός  λαός να αντιδράσει, η ευρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια μεθοδευμένη αδιέξοδη κατάσταση όπου ο φόβος της ανεργίας και της αναδουλειάς εγκαθίσταται στη καρδιά, σκοτεινιάζοντας το νου και καθιστώντας τους έρμαια της σκληρής και αδίστακτης εξουσίας.

Ίσως λοιπόν τελικά δεν είναι τυχαίο που στην ελληνική γλώσσα ο λαγός ονομάζεται πτώξ*, (πτωχός). Γιατί άραγε όμως ο πτωχός ταυτίζεται με τον λαγό; Επειδή όπως λαγός είναι το πιο φοβισμένο ον του ζωικού βασιλείου, έτσι και ο πτωχός είναι το πλέον φοβισμένο άτομο της ανθρώπινης κοινωνίας. Επειδή χωρίς χρήματα, ήτοι χωρίς δουλειά, ιδιαίτατα σήμερα, τρέμει στην ιδέα του ζοφερού και ανασφαλούς μέλλοντος που καραδοκεί.

Ενός  μέλλοντος όπου πλέον μόνη άλλη, πλην των ανωτέρω, ελπίδα διαφυγής, φαντάζει μόνον η ελεημοσύνη λαών που αντί να ευγνωμονούμε, απειλούμε, λοιδορούμε και προσβάλλουμε.

Υ.Γ.* πτο(ι)έω  «πτοώ, καταπτοώ, εμποιώ τρόμον, εκφοβίζω

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης