ΣΤΟ ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ 5ου

ΣΤΟ ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ

Συνήθως αποφεύγω να γράφω για δημοσίους υπαλλήλους τους οποίους γνωρίζω, και δη με κολακευτικά λόγια, καθώς το πιο πιθανό είναι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο κινδυνεύουν να μπουν στο στόχαστρο των εχθρών μου, και έχω ουκ ολίγους, και των αντιπάλων μου, για να μην πω και των συναδέλφων τους. Όσο για εμένα κινδυνεύω να εξοστρακισθώ δια παντός από τα υπουργεία στα οποία αναφέρομαι η ορθότερα να μου απαγορευθεί μέχρι τέλους του βίου μου ακόμα και η εμφάνισή μου στην κεντρική είσοδο. Όμως καθώς συμπλήρωσα μισό αιώνα ζωής θεωρώ ότι έχω υποχρέωση να μνημονεύω μερικούς ανθρώπους, όχι φίλους απαραίτητα, με τους οποίους είχα τη χαρά να συνεργασθώ και επομένως να κρίνω επαρκέστερα τις αρετές τους και τις ικανότητές τους. Και χωρίς καμία διάθεση υπεκφυγής δηλώνω ότι σίγουρα υπήρξαν, και συνεχίζουν να υπάρχουν και άλλοι εξίσου ικανοί και φιλότιμοι, πέραν όσων επιλεκτικά αναφέρω, όχι μόνον στο 5ο αλλά και σε χαμηλότερους ορόφους, για τους οποίους είναι πιθανόν να γράψω σε εύθετο χρόνο. Όμως αυτοί τους οποίους αναφέρω είναι εκείνοι που με βοήθησαν, ο καθένας με τον τρόπο τους, να αντέξω, πιθανώς, μία από τις αχρειότερες περιόδους της ζωής μου. Την παραμονή μου στο κολαστήριο του πέμπτου ορόφου ενός υπουργείου.

Πρώτη θα αναφέρω μια υπεράνθρωπο, εκείνη την υπάλληλο του πέμπτου ορόφου, που φεύγοντας, σχεδόν πάντα τελευταία, έσβηνε τα φώτα και έκλεινε την πόρτα του υπουργείου, στο οποίο λόγω προχωρημένης ώρας τα μόνα που κυκλοφορούσαν ήταν τα φαντάσματα των ψυχών που είχαν περάσει είτε ως βασανιστές, είτε ως βασανισμένοι από κει μέσα. Παρόλο που έχει σπουδάσει αρχαιολογία κατέληξε λόγω μιας σειράς συμπτώσεων να αναλάβει την απόρρητη αλληλογραφία του υπουργού.  Και έχασε τον ύπνο της. Όχι όμως το ζήλο της. Είναι απίστευτο με πόση διακριτικότητα υπηρέτησε τη θέση αυτή ανεχόμενη καταστάσεις απάνθρωπες και ενοχλητικές επιθυμώντας να προσφέρει, και όντως προσέφερε, αγγίζοντας το όριο της αυτοθυσίας, ανεκτίμητες υπηρεσίες στον υπουργό και το επιτελείο του. Χωρίς να βαρυγκομά, επαναλαμβάνοντας μόνον ως προσευχή, άμα φύγω από εδώ θα επιστρέψω στην αρχαιολογία, στην αρχαιολογία, ζώσα υποδειγματική περίπτωση, εξαίρεση στον κανόνα που ορίζει ότι στο Δημόσιο δεν υπάρχουν πια προσηνείς, φιλότιμοι και αποτελεσματικοί  υπάλληλοι.

Ένας ακόμα, κάπως ιδιόρρυθμος, πλησίστιος του συνταξιοδοτικού ορίου, ανώτατος υπάλληλος, ο οποίος για άγνωστους σε εμένα λόγους, ίσως επειδή με συμπαθούσε, αν και θα ήθελα να είμαι βέβαιος ότι το έπραττε επειδή με εκτιμούσε, άνοιγε πάντα την πόρτα του γραφείου του διάπλατα όποτε εμφανιζόμουν και εφ’ όσον φυσικά δεν ευρισκόταν εν μέσω υπηρεσιακού συμβουλίου. Στον προθάλαμο του, τρεις Χάριτες, πάντα χαμογελαστές και αεικίνητες, ακόμη και όταν εκείνος ως μιμητής του Διός εξαπέλυε αστροπελέκια οργίλων εκφράσεων κατά πάντων των υπευθύνων. Και οι υπεύθυνοι ήσαν πολλοί και αδιόρθωτοι. Και εκείνος προσπαθούσε με τους δύο Ηρακλείς του ακάνθινου στέμματος του να περιορίσει τη ζημιά που προξενούσαν στο ελληνικό δημόσιο.  «Μόνο να μην ανοίξω το στόμα μου, επαναλάμβανε συνεχώς – οι Ηρακλείς του έκαναν δεύτερη φωνή-, γιατί θα κατακρημνισθεί το υπουργείο». Μα γλυκύς άνθρωπος κατά βάθος, παρά την ηπειρώτικη τραχύτητά του, ποτέ δεν πραγματοποίησε τις απειλές του, απλώς σαν ηθοποιός του Αγγελόπουλου, επαναλάμβανε, την ίδια ρήση, ως επωδό.

Ένας ακόμα ευχάριστος και ευγενής άνθρωπος επί της υποδοχής, ο σαρωτής παντός είδους βιβλίων και αναγνωσμάτων, από μια ζωή σε διαρκή κίνηση κλήθηκε να ζει σε μια καρέκλα, ακίνητος επί οκτάωρο, εκτεθειμένος σε πλήθη επισκεπτών, απαιτητικών και ανυπόμονων, χωρίς δυνατότητα διαφυγής παρά μόνον μέσα στα δαιδαλώδη μονοπάτια της φαντασίας του την οποία τροφοδοτούσε αδιάλειπτα με άπειρες εικόνες εξωφρενικών περιπετειών και απίστευτων ανδραγαθημάτων. Η βάσανος μιας ολόκληρης ημέρας σε ένα ήκιστα φιλόξενο και δημιουργικό περιβάλλον που σε κάθε άλλο άνθρωπο θα είχε σβήσει το χαμόγελο από τα χείλη σε εκείνον κατάφερνε να ανθίζει. Με τη βοήθεια, ίσως, κάποιου σύντομου διαλείμματος για ένα, αδήριτης ανάγκης, τσιγάρο.

Ο ευτραφής και ευσταλής κύριος, ο  μονίμως επαναλαμβάνοντας «Εγώ δεν είμαι τίποτα εδώ πέρα» που εργαζόταν ως πιστός σκύλος προκειμένου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις και ανάγκες του αφεντικού του, παρ’ όλο που διαφωνούσε σε πολλά από αυτά συνέβαιναν και απεχθανόταν αρκετούς από εκείνους που το περιέβαλαν. Άνθρωπος οξύνους και διορατικός, επέλεγε κατά τρόπο αξιοζήλευτο, εξαιρετικά poulains, τα οποία αποδεικνύονταν εκ των υστέρων αστεράκια πρώτου μεγέθους, θήλεα τε και άρρενα. Άνθρωπος του καθήκοντος ανεχόταν καθημερινά πλήθη ανθρώπων που είχαν μόνον ένα αίτημα. Της αποκατάστασης και φυσικά δεν εννοούσαν το γάμο, αλλά την εύρεση μιας δουλειάς. Και εκείνος αγωνιζόταν, προσπαθούσε, έχων συναίσθηση της ευθύνης του και του ρόλου στο παρασκήνιο της σκηνής, που χωρίς εκείνον όμως θα κρημνιζόταν όλο το προσκήνιο εν μια νυκτί.  Άνθρωπος ευσεβής, τηρών τη νηστεία του σώματος, αλλά όχι απαραιτήτως του πνεύματος, με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, παρά τη λαϊκή καταγωγή του, ανήκει στην κατηγορία των υγιών και ικανών που το σύστημα τους περιόρισε σε ρόλο dirty work αντί να τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν τις αρετές και τις ικανότητες τους για εποικοδομητικές υπηρεσίες.

Ένα από τα poulains του, Αιτωλοακαρνάν, βραχύσωμος και λιπόσαρκος, ένα είδος κωμικού της εποχής του βωβού, όπου κινείτο, από γραφείο εις γραφείο, ως εκλεπτυσμένος Βέγγος με απολογητικό ύφος «Όλοι θα πάρετε» η «Έχει για όλους» με μια «παντόφλα» κινητό στο αυτί, και μια λυμένη έγχρωμη γραβάτα πάνω σε εμπριμέ πουκάμισο και έπειτα ερχόταν να κρυφτεί στο κρυφό μπαλκονάκι για να καπνίσει ένα τσιγάρο και να μονολογήσει για τη μοίρα που του έλαχε τέτοιο κακό. Πέντε λεπτά ξαπόσταινε και επανερχόταν στην προσφιλή του διαδρομή, νύχτα-μέρα, πάνω-κάτω, μπες-βγες, ασταμάτητα, ακούραστα, με το κινητό στο αυτί, σωρούς χαρτιών ενώπιόν του, μερικούς υπολογιστές σε λειτουργία, να προσπαθεί να εξηγήσει σε κάθε καταφρονεμένο της γης τι θα έπρεπε να κάνει προκειμένου να τύχει της αρωγής του υπουργού.

Μια ακόμα εμβληματική μορφή του πέμπτου ορόφου, ένας βαθύτατα πικραμένος άνθρωπος, παρεξηγημένος και αδικημένος, εξ όσων διηγείτο, που όμως εμένα με έπεισαν καθώς συνοδεύονταν από μία διακριτική πλην αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια. Ένας άνθρωπος που καίτοι το κράτος του φέρθηκε, ένεκα της εφαρμογής των πρόσφατων νόμων, σκληρά και του προξένησε ζημία, και το κόμμα εποίησε τη νήσσα, εκείνος ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το νου του να ανταποδώσει τα χείρα. Τουναντίον, με ιδιαίτερη μεθοδικότητα και πειθαρχία, φρόντιζε να διεκπεραιώνει όλε στις οικονομικές υποθέσεις όχι μόνον του υπουργού και της κομπανίας του αλλά και των συναδέλφων του, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ζέση  στο θέμα των κυριολεκτικά πενιχρών υπερωριών τους. Ένας άνθρωπος οξύνους και οξυδερκής, κάτοχος πολλών σημαντικών πληροφοριών που θα μπορούσαν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμες αν και εφ’ όσον η πολιτική ηγεσία αποφάσιζε επιτέλους να πατάξει τη διαφθορά στο δημόσιο. Άνθρωπος για όλες τις λύσεις και το κυριότερο προθυμότατος να εξυπηρετήσει τους πάντες, εμένα δε, καίτοι ουδέν είχε να αναμένει από εμένα, υπέρ το δέον.

Μια ακόμα ξεχωριστή μορφή του πέμπτου, φαντασμαγορική οπτασία που ξεπήδησε από τη Φαντασία του Disney, με ένα χαμόγελο, μισό ειρωνικό, μισό φιλάρεσκο, που αγωνιζόταν να εξοικονομήσει μερικά λεπτά ανάπαυλας να επικοινωνήσει πνευματικά, κατά προτίμηση με εμένα, ίσως και με άλλους. Πληθωρική και διαχυτική, με παροδικές εξάρσεις απόγνωσης και δυσφορίας που της προσέδιδαν μια ξεχωριστή γοητεία και την καθιστούσαν, προσωρινά, απρόσιτη. Επανερχόταν όμως αργότερα, με ένα στραβό  χαμόγελο όλο σκέρτσο, να εξηγήσει το λόγο της έκρηξής της και να ζητήσει, με το πανέξυπνο και συνάμα περιπαιχτικό βλέμμα της, σιωπηλά, την αποδοχή της δικαιολογίας της, κι όχι φυσικά μιας συγγνώμης που ούτε καν διενοείτο ότι πιθανώς θα έπρεπε να προφέρει.

Τέλος ο παντογνώστης του 5ου, μικρή το δέμας, αν και επί εννέα μήνες το δέμας διευρύνετο συνεχώς καθώς έφερε εντός του, μορφή  ζώσα, μιας γλυκύτατης κορασίδας. Όσο της έλειπε εις ύψος αναπληρωνόταν από υπερχειλίζουσα φαιά ουσία εξωτικής κατηγορίας. Αυστηρότατη, ως λοχίας σε λόχο νεοσυλλέκτων, επιτιμητική ως δασκάλα προς πρωτάκια, επικριτική ως πεπειραμένη προς νεοαφιχθέντες, ψύχραιμη ως ισορροπιστής διασχίζων επί ιστού κενόν μεταξύ δύο ουρανοξυστών, πειθαρχημένη ως βούδας σε κατάσταση περισυλλογής, πάντα με ένα ελαφρώς ειρωνικό βλέμμα και ένα αδιόρατο χαμόγελο να συνοδεύουν την σιωπή με την οποία αντιμετώπιζε τους παρείσακτους, τους ενοχλητικούς και τους επηρμένους. Καίτοι ιδίως κατά τις πρώτες μέρες της αφίξεώς μου με κατακεραύνωσε ουκ ολίγες φορές κυρίως λόγω της υπέροχης στεντόρειας, πλην θορυβώδους, φωνής μου και αρκετές ακόμα φορές με επέπληξε επειδή έδινα περισσότερη σημασία, λόγω αγνοίας της αντίληψης που διέπει το δημόσιο, μέσο, νου, στα λεγόμενα υπό των συνομιλητών μου που παρουσιάζονταν ως επαίοντες της Νομικής επιστήμης η ειδήμονες της δημοσίας διοίκησης, ο υποχρεωτικός – αν και εγώ επέλεξα να κατοικοεδρεύσω στο γραφείο της από το να μαραζώσω ολομόναχος σε κάποιο καλύτερο πλην ατομικό γραφείο – συγχρωτισμός μας μου χρησίμευσε ως αναλγητικό για αυτούς τους μάλλον δυσάρεστους, πλην άκρως εποικοδομητικούς μήνες, που πέρασα στο κολαστήριο του πέμπτου ενός Υπουργείου.

Η άμισθη παραμονή μου στον πέμπτο, μια εμπειρία πληκτική και δυσάρεστη, εδραίωσε την πεποίθησή μου ότι δεν διαθέτω τα ελαττώματα ώστε κάποτε να διεκδικήσω μια θέση τόσο ψηλά στην πολιτική ιεραρχία. Όπως συνέβαλε στο να συνειδητοποιήσω ότι παρά τα σοβαρά μειονεκτήματα του δημόσιου τομέα, και ιδίως την αναποτελεσματικότητά του, είναι εφικτό απομακρύνοντας τη φύρα να επιτρέψεις στους υγιείς, έντιμους και ικανούς υπαλλήλους, με την ορθή καθοδήγηση και τα κατάλληλα κίνητρα να επιδείξουν αξιόλογο έργο και να παράσχουν σημαντικές υπηρεσίες στους χειμαζόμενους πολίτες. Όμως προκειμένου να επιτευχθεί τούτο, οι πολιτικοί άρχοντες που επιλέγουν τους ανθρώπους που θα κληθούν να στελεχώσουν τον πέμπτο, αλλά και κάθε άλλο όροφο,  πρέπει προτού καταλήξουν, να είναι βέβαιοι ότι επιλέγουν τους καταλληλότερους από πάσης απόψεως. Δηλαδή τους  συνδυάζοντες εργατικότητα και ήθος, ευγένεια και επιμέλεια, προθυμία και  παραγωγικότητα .

Καθώς η ιστορία έχει αποδείξει πως όσοι ανέρχονται στον πέμπτο χωρίς να έχουν κατοικοεδρεύσει επιτυχώς σε χαμηλότερους ορόφους, χάρις μόνον στη σχέση τους με περιστασιακούς αρχηγίσκους και αμφιλεγόμενα συμφέροντα, κομμάτων και κυβερνήσεων, είναι ανίκανοι να διακρίνουν το καλό, το έντιμο και το αποτελεσματικό καθώς ένα και μόνον παράδειγμα διαθέτουν προς σύγκριση.  Το είδωλό τους στον καθρέφτη. Και καθώς, οι περισσότεροι εξ εκείνων, δεν έχουν αναγνώσει το αριστούργημα του Όσκαρ Γουάιλντ «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» δεν γνωρίζουν πιθανώς το κακό,  που τελικώς αναμένει εκείνους και εξ αιτίας τους και το δύσμοιρο λαό μας.

Αλέξανδρος Κακαβάς

Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

 

 

ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ 3

ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ 3

Η Λάρισα, υπό 40 βαθμούς, παρά την κοπιώδη μεν, αγόγγυστη δε προσπάθεια να προλάβουμε να κινηματογραφήσουμε, οι τρεις caballeros, τα πολλά, υπέροχα, μνημεία της και τις φυσικές ομορφιές της, κατάφερε να με γοητεύσει. Κάποιοι θα το θεωρήσουν φυσικό επειδή θεωρούν ότι είναι μια όμορφη πόλη, άλλοι θα διαφωνήσουν, εγώ θα σιωπήσω επειδή ανέκαθεν πρέσβευα ότι τα συναισθήματα που αφυπνίζονται, δεν οφείλονται στην πόλη, αλλά στους ανθρώπους της, εκείνους τους λίγους, που η τύχη φέρνει στο δρόμο μας και με τους οποίους μοιραζόμαστε κάποιες, λίγες, φευγαλέες  στιγμές, καθώς ο χρόνος όλων πλέον, λόγω της κρίσεως, επικρέμαται απειλητικός υπέρ του τραχήλου μας, ιδίως δε δι’εκείνους που δεν ανήκουν στη συνομοταξία των οιονεί αγκιστρωμένων εις το στήθος της μητρός-Κράτους από το οποίο σιτίζονται εφ’όρου ζωής ακόμα και αν ουδέν προσφέρουν στη δύστηνη μητέρα.

Στην περίπτωση της Λάρισας ή ίσως ορθότερα στην περίπτωση της γόνιμης, εποικοδομητικής και δημιουργικής περιπέτειας των τριών caballeros, Κακαβά, Αλεξανδρή, Καρδακάρη, που προσήλθαν στη Λάρισα προκειμένου να καταγράψουν την μακραίωνη ιστορία της και να παρουσιάσουν στο ευρύ κοινό, μέσω της δημόσιας τηλεόρασης, ΕΡΤ, πως απελευθερώθηκε, αμαχητί, η Θεσσαλία το 1881, γεγονός που οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούν, η μητέρα-οικοδέσποινα της Λάρισας  ενσαρκώθηκε στην αγαπητή και προσηνή μορφή της κυρίας Σταυρούλας Σδρόλια, διευθύντριας της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λάρισας. Μερικές φορές τα λόγια περιττεύουν, η δεν αρκούν για να περιγράψει κάποιος μια τόσο μοναδική οικοδέσποινα, που κυριολεκτικά όργωσε μαζί μας όλη τη Λάρισα, προκειμένου να μας παρουσιάσει τις ομορφιές της, φανερές και μη, τις οποίες δεν προτίθεμαι να αποκαλύψω ώστε να κινήσω την περιέργεια κάποιων και να επιλέξουν να παρακολουθήσουν το εν λόγω ντοκιμαντέρ. Θα αναφέρω όμως ότι οι στιγμές μας στη Λάρισα, και δεν ήταν λίγες, εξακολουθούν να αποτελούν θέμα συζητήσεως και αδημονούμε, αν και γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι αυτό, να επανέλθουμε ώστε να ολοκληρώσουμε την περιήγηση υπό την καθοδήγησή της κυρίας Σ. Σδρόλια, που αφού μας απεκάλυπτε το ένα μετά το άλλο τα μυστικά του παρελθόντος της πόλης που εμφανώς  υπεραγαπά, στη συνέχεια ως εμβριθέστατος επιστήμων, μας αφηγείτο ευσύνοπτα την ιστορία τους ώστε να τα απολαύσουμε καλλίτερα. Επειδή λοιπόν πολλά αποκαλύφθηκαν ενώπιον των οφθαλμών μας – μεταξύ των οποίων το άρτι εγκαινιασθέν, διαχρονικό μουσείο της Λάρισας, , όπου και πάλι η κυρία Σδρόλια, αυτή τη φορά μαζί με τον κ. Ν. Τουφεξή, μας ξενάγησε και μας παρουσίασε όλα σχεδόν τα ευρήματα –  αλλά περισσότερα  δεν καταφέραμε να επισκεφθούμε, θεωρούμε υποχρέωση μας, εγώ τουλάχιστον, να ολοκληρώσω τη μύησή μου στον αθέατο κόσμο του παρελθόντος μιας τόσο πλούσιας σε ιστορία περιοχής της χώρας μας και θα επιδιώξω να επανέλθω. Προτού δε ολοκληρώσω αυτήν την μακράν εισαγωγή για τη Λάρισα θα ήθελα να ευχαριστήσω επίσης τον εμβριθέστατο κ. Κωνσταντίνο Σπανό, γνωστό ιστοριοδίφη και εκδότη του Θεσσαλικού Ημερολογίου, τον κ. Νικόλαο Παπαθεοδώρου, γνωστό συλλέκτη χαρακτικών και τον κ. Θεόδωρο Μπουρδούβαλη, διευθυντή του Μουσείου Σαρανταπόρου και τη σύζυγό του για την συμβολή τους στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε αυτό το έργο για την ΕΡΤ.

Αλλά ίνα αποφύγω τυχόν παρεξηγήσεις, επειδή η Θεσσαλία δεν περιλαμβάνει μόνον τη Λάρισα, θα αναφέρω δυο λόγια για την Καρδίτσα, απ’ όπου ξεκίνησε αυτήν τη φορά το οδοιπορικό μας, για την ακρίβεια από το Δομοκό, για να καταλήξει στη Ματαράγκα όπου έλαβε χώρα μάχη μεταξύ Οθωμανών και εξεγερμένων Ελλήνων και όπου έχασε τη ζωή του ο επιλοχίας Γεώργιος Λάιος. Και πάλι θα αναφέρω, ότι μετά από άσκοπη περιπλάνηση που στοιχίζει χρήμα, ιδίως σε περίοδο κρίσεως, ήμουν έτοιμος να παραιτηθώ της προσπάθειας και να φύγω χωρίς να αποτυπώσω τα σημεία των μαχών, Ματαράγκας και Λουτρού. Ευτυχώς, μετά από δεύτερη σκέψη, προτίμησα, καίτοι ήταν Κυριακή μεσημέρι, να τηλεφωνήσω στο δήμαρχο Σοφάδων κ. Αθανάσιο Σκάρλο, ο οποίος κατέφθασε τάχιστα συνοδευόμενος από τον υιό του, και μας οδήγησε στα μέρη που αναζητούσαμε. Μόνοι μας δεν θα τα ανακαλύπταμε ποτέ, η ίσως μετά από ώρες.  Έτσι χάρις σε έναν ευγενή, αιρετό άρχοντα, της  Θεσσαλίας καταφέραμε να συμπληρώσουμε την ενότητα των επαναστατικών κινημάτων των Ελλήνων κατά των Οθωμανών και να αποτίσουμε αυτόν τον ελάχιστο φόρο τιμής στους αγωνισθέντες και πεσόντες σε εκείνες τις μάχες. Υποθέτω ότι πολλοί γνωρίζουν, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρος, τη λίμνη Πλαστήρα, όπου από τον Άγιο Αθανάσιο, παρακολουθήσαμε μια υπέροχη δύση του ηλίου, και το παλιό μοναστήρι της Πέτρας, όπου ευρέθημεν προ εκπλήξεως καθώς μας υποδέχθηκε ένας ευγενής και ευειδής νεαρός, αμφιβάλλω αν είχε συμπληρώσει το 25ον. Ειλικρινά πάντως, και χωρίς επικριτική διάθεση, διερωτώμαι πως ένας τόσο νεαρός άνθρωπος, άνδρας η γυναίκα, επιλέγει το μοναστικό βίο. Αντίθετα στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, το επιλεγόμενο και «Καραισκάκη» επειδή ευρίσκεται στο Μαυρομμάτι όπου λέγεται ότι γεννήθηκε ο Καραϊσκάκης, και όπου την κεντρική πλατεία του χωριού, κοσμεί τεράστιο άγαλμά του που τον αναπαριστά μάλιστα έφιππον, μας υποδέχθηκαν ψυχρά, ακόμα και το λουκούμι μας το προσέφεραν με άκρα τυπικότητα. Πληροφορηθήκαμε, εκ των υστέρων, ότι πρόκειται περί μονής όπου οι περισσότερες μοναχές προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη και η μοναχή είναι Γερμανίδα. Και επ’ουδενί υπονοώ κάτι, απλώς το αναφέρω επειδή αντίθετα τόσο στην Πόρτα-Παναγιά, ένας φιλικότατος Αχιλλεύς, τον οποίον καταλάβαμε εξ απήνης να φυτεύει πολύχρωμα λουλούδια στο προαύλιο της μονής, μιας μονής/εκκλησίας αφιερωμένης στην Παναγία, που μας εξέπληξε όχι μόνον επειδή ήταν πεντακάθαρη και περιποιημένη αλλά επειδή ο συγκεκριμένος, και αυτός νεαρός, ήταν εμφανές ότι κατέβαλε κάθε προσπάθεια ώστε ο ναός να αναδεικνύεται κατά τρόπον μοναδικό και υπέροχο. Φυσικά σε αυτό συνέβαλε πολύ και το σημείο όπου έχει ανεγερθεί εξ ου και συνιστούμε μια σύντομη έστω εκδρομή στην Πύλη Τρικάλων όπου πέραν της Πόρτας Παναγιάς μπορείτε να επισκεφθείτε το μονότοξο γεφύρι που λέγεται ότι έκτισε ο Άγιος Βησσαρίωνας και το μοναστήρι του που διατηρεί, όμως, ακόμα το άβατο – ούτε τη χρησιμότητα του αβάτου αντιλαμβάνομαι – και μοιάζει πολύ με αγιορείτικο.¨

Ευρισκόμεθα όμως πλέον στο νομό Τρικάλων, το νομό των Μετεώρων που έχω επισκεφθεί πλειστάκις, πρώτη φορά μάλιστα προ 35ετίας, με τους ακόμα αγαπημένους μου φίλους Γιάννη και Κλέα και την αγαπημένη μου Αίμη, οπότε είχα καταλύσει στο Divani-Zafolia, έχοντας θέα από το δωμάτιο μου τους βράχους των Μετεώρων.

Τα Μετέωρα εξακολουθούν να ασκούν μια περίεργη έλξη επάνω μου, αλλά δεν έχω ακόμα καταλήξει κατά πόσον αυτή οφείλεται στις στιγμές που έχω ζήσει εκεί, η στα ίδια τα Μετέωρα, αλλά ο πολύς κόσμος που πλέον τα επισκέπτεται, και καλώς πράττει, δεν μου επιτρέπει να χαρώ τη μαγεία της φύσης απερίσπαστα και ανεμπόδιστα. Άλλωστε δεν έχω πλέον τη διάθεση να ταλαιπωρήσω το θνητό περίβλημά μου και όσο και αν το ψυχάριό μου επιζητεί να επισκεφθεί εκ νέου τις μονές, η σάρκα μου αντιδρά και πεισματικά αρνείται να ικανοποιήσει την ενδόμυχη επιθυμία μου. Αρκεστήκαμε λοιπόν να εγκατασταθούμε σε έναν απόκρημνο βράχο και να απαθανατίσουμε ένα ακόμα υπέροχο, όχι τόσο, ίνα είμαι ειλικρινής, λόγω αχλύος, ηλιοβασίλεμα.

Προτού ολοκληρώσω το πρώτο μέρος της Θεσσαλικής περιηγήσεως θα ήθελα να αναφέρω κάτι που με εξέπληξε ιδιαιτέρως στα Τρίκαλα, όπου ως γνωστόν κυκλοφορούν πολλά ποδήλατα, ίσως μόνον στο Άμστερνταμ να έχω δει να κυκλοφορούν περισσότερα. Η άψογη συμπεριφορά των Τρικαλινών οδηγών αυτοκινήτων προς τους ποδηλάτες και πεζούς. Ειλικρινά εξεπλάγημεν και άνευ υπερβολής το γεγονός απετέλεσε θέμα συζητήσεως κατά το δείπνο μας – στο αδικαιολόγητα ακριβό ταβερνείο που δειπνήσαμε στα Μανάβικα. Δεν γνωρίζουμε τίνι τρόπω επετεύχθη αυτό πάντως ήταν από τα θεάματα, πέραν των μνημείων και τοποθεσιών, που μας ευχαρίστησε ιδιαιτέρως και μας έκανε έστω και προς στιγμήν να νοιώσουμε ότι εάν το θελήσουμε όλα μπορούμε να τα κάνουμε εμείς οι Έλληνες. Όπως πρέπει να γίνονται και όχι όπως θέλουμε να γίνονται, όπως γίνεται, ατυχώς, ακόμα και παρά την κρίση στη χώρα μας, όπου το σαθρό, το ευτελές και ασήμαντο εγώ, κι όχι το μεγαλόψυχο, το υψηλόφρον συνεχίζει να υπερέχει του εμείς. Ειλικρινά κρίμα.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ 2

ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ 2

Μετά την Άρτα και την Πρέβεζα σειρά είχαν τα Ιωάννινα. Παρά τη δυσανεξία που είχε αρχίσει να μου προξενεί ο εγκλωβισμός σε μια ιδιαίτερη κατάσταση όπου όλα αποδεικνύονταν τελείως διαφορετικά απ’ ότι είχα φαντασθεί και όπου για μια ακόμα φορά στη ζωή μου οι άνθρωποι , οι σύγχρονοι  Έλληνες κατάφερναν να με απογοητεύσουν με την αμβλύνοιά τους και τη μικρότητά τους, επέλεξα να συνεχίσω και να ολοκληρώσω ένα έργο το οποίο κάποτε με είχε συνεπάρει ενώ σήμερα πλέον, τώρα που ευρίσκομαι στο στάδιο εκπληρώσεώς του, διαπιστώνω ότι πιθανώς να μην έχει νόημα ύπαρξης. Αυτή η αίσθηση ματαιότητος που μου έφερε στο νου τη ρήση του Εκκλησιαστή με προσγείωσε ανώμαλα στην πραγματικότητα και ο ενθουσιασμός ον είχα εκδηλώσει κατά τα γυρίσματα της Άρτας και της Πρέβεζας είχε στα Ιωάννινα εμφανώς αμβλυνθεί. Εν τούτοις μη θέλων να χαρακτηρισθώ λιπόψυχος η ρίψασπις, έσφιξα την καρδίαν μου και ανήλθα το δύσβατο, κακοτράχαλο δρόμο του Μπιζανίου όπου και πάλι ένοιωσα την καρδιά μου αφ’ ενός να αγάλλεται από την αίσθηση της μηδαμινότητας της ύπαρξης μας ενώπιον του θαύματος της φύσεως, αφ’ ετέρου να θλίβεται αντικρίζων την ελληνική σημαία κατακερματισμένη, διαλυμένη να κυματίζει επί ιστού – Σημειωτέον ότι και οι φύλακες του Κάστρου μου είπαν ότι με χρήματά τους, η αγοράζοντας εφημερίδες όπως η ΕΣΤΙΑ που προσέφεραν σημαίες στους αναγνώστες τους,  αντικαθιστούσαν τις φθαρμένες σημαίες που κοσμούν το ρολόι του κάστρου. Πριν από την υπέροχη αυτή αίσθηση που μου προξένησε ο λόφος του Μπιζανίου με την μοναδική θέα προς τα Ιωάννινα και τη λίμνη τους είχαμε σταθεί, οι τρεις caballeros, στο χάνι του Εμιν Αγά, το οποίο είχε χρησιμεύσει ως στρατηγείον του Διαδόχου Κωνσταντίνου  και των επιτελών του κατά την τρίμηνη πολιορκία της πόλεως κατά τον Α’ βαλκανικό πόλεμο. Πτωχό σε εκθέματα, σχεδόν ξεχασμένο, με έναν ευγενέστατο αρχιλοχία Καραγιάννη να διερωτάται γιατί δεν είχε ειδοποιηθεί για την άφιξή μας και να προσπαθεί να φανεί φιλόξενος χωρίς όμως να παραβεί τον κανονισμό. Ευτυχώς που τα εκθέματα δεν παρουσίαζαν ενδιαφέρον άλλως πως θα είχαμε πρόβλημα απώλειας χρόνου και για όσους δεν γνωρίζουν ο χρόνος στη δουλειά μας είναι πολύτιμος. Όταν ξεκινάς από την Αθήνα για να συλλέξεις στοιχεία για την ιστορία της απελευθερώσεως των Ιωαννίνων, που παρεμπιπτόντως συνέβη την 21ην φεβρουαρίου 1913, δηλαδή προ αιώνος, και για την οποίαν ήδη οι περισσότεροι νέοι δηλούν άγνοια, με ελάχιστα χρήματα, τρεις άνθρωποι που επιτελούν έργο για έξι – όχι φυσικά με εξίσου ικανά αποτελέσματα όση φαντασία, ψυχική δύναμη και πείσμα αν διαθέτουμε – δεν έχεις την πολυτέλεια να απολαύσεις ούτε έναν καφέ απολαμβάνοντας τη θέα της λίμνης, πόσο μάλλον να αναμένεις να σου επιτρέψουν το αυτονόητο. Να καταγράψεις τα ελάχιστα αυτά στοιχεία που έχουν διασωθεί από την εποποιία των βαλκανικών και όλων των λοιπών πολέμων που βίωσαν οι πρόγονοί μας στην προσπάθειά τους να επεκτείνουν τα όρια της πατρίδος μας ώστε να περιλάβουν εντός τους όσον τον δυνατόν περισσότερους ελληνικούς πληθυσμούς που επί αιώνες ευρίσκονταν υπό ξένη κατοχή, υπομένοντας τα πάνδεινα, από αλλόφυλους αλλά και εξωμότες. Μπορεί η ιστορία που διδασκόμεθα στα ελληνικά σχολεία να επιχειρεί να παρουσιάσει την προσπάθειά των αγωνιστών του παρελθόντος ως εποποιία όμως σε αρκετές περιπτώσεις η πραγματικότητα μικρή σχέση έχει με τη διδακτέα ύλη. Προερχόμενος από μια οικογένεια που μετέσχε ενεργώς στην προσπάθεια αυτή θεωρώ αδιανόητο να προβώ σε δημόσιες αποκαλύψεις που θα σπίλωναν την τιμή των ανδρών εκείνων, που εκουσίως η μη, έθεσαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της πατρίδος, για ένα σκοπό που ενδεχομένως να μην πίστευαν. Όμως όσο και αν αναγνωρίζω στα ημερολόγια που κληρονόμησα μέγιστες αλήθειες για τη φαυλότητα και την υστεροβουλία που χαρακτηρίζει τους άνδρες της φυλής μας, δεν δύναμαι να αποφύγω μια παρηγορητική σκέψη ότι υπήρξαν κάποιες μεμονωμένες ίσως περιπτώσεις που δεν δίστασαν να προσέλθουν στο κάλεσμα της πατρίδος καίτοι ουδείς τους υποχρέωνε όπως ο Κερκυραίος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης που σκοτώθηκε στη μάχη του Δρίσκου και το μνημείο του που θα έπρεπε να αποτελεί κόσμημα της περιοχής ευρίσκεται παραμελημένο, ξεχασμένο σε κάποιο σημείο του όρους κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Τζώρα και που καταφέραμε μετά από ώρες περιπλανήσεως να το επισκεφθούμε και να το κινηματογραφήσουμε χάρις σε έναν ευγενέστατο βοσκό που μαζί με το κοπάδι και τα σκυλιά του, όλοι μια χαρμόσυνη παρέα, μας συνόδευσαν μέχρις εκεί. Είναι περιττό υποθέτω να αναφέρω την κακή κατάσταση στην οποία ευρίσκεται ο τάφος του ποιητού της Λήθης

Κι αν δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι

Τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν

Θέλουν, μα δεν βολεί να λησμονήσουν.

Αντίθετα από την απογοητευτική εικόνα του μνημείου του Μαβίλη, η εικόνα που αντικρίσαμε εισερχόμενοι στο χώρο του μουσείου του Αλή Πασά που έχει αναλάβει ένας ρομαντικός, ευφραδέστατος κύριος Φώτιος Ραπακούσης, ιδιαιτέρως πρόθυμος να μας μυήσει στον κόσμο του αιμοδιψούς αυτού τυράννου, μας εξέπληξε ευχάριστα. Περιποιημένο γκαζόν, πολύχρωμα λουλούδια, πεντακάθαροι χώροι, μια εντυπωσιακή ιδιωτική συλλογή εκθεμάτων και ένας Προκόπιος της αυλής του Αλή πασά αρκούσαν για να αλλάξει η διάθεσή μας και να απολαύσουμε τη σύντομη πλην όμως εποικοδομητική βόλτα στη λίμνη των Ιωαννίνων από τον Άρη Λιούμπο, πρόεδρο των ιδιοκτητών σκαφών του Νησιού που ετέθη στη διάθεσή μας, δωρεάν, ώστε να κινηματογραφήσουμε την πόλη των Ιωαννίνων και τις μονές του Νησιού από τη μεριά της λίμνης. Μαζί μας σε αυτήν την ημερήσια περιπέτεια, και στον οποίον οφείλουμε και την απρόσκοπτη κινηματογράφηση των αρχαίων συγγραφέων που κοσμούν τις τοιχογραφίες της μονής των Φιλανθρωπηνών, καθώς και την υπέροχη αναπαράστασης της καθόδου στην Κόλασιν, εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, ο φωτογράφος Αιμίλιος Νέος, που ως γηγενής της Νήσου μας συνόδευσε ως φιλόξενος οικοδεσπότης επί της νήσου και όχι μόνον.

Κατελύσαμε απέναντι από το Ρολόι, την ιστορία του οποίου θα αναφέρω σε επόμενο άρθρο μου, έναντι της έδρας της 8ης μεραρχίας και παρά το Δημαρχείον, που και πάλι πλην του κυρίου Ζέρβα, απουσίασε παντελώς από την προσπάθεια υλοποίησης ενός ντοκιμαντέρ που αφορά την πόλη που τους ψηφίζει και τους επιτρέπει να διάγουν βίον ανέμελον εν μέσω της σοβαρότερης κρίσεως των τελευταίων ετών. Και επειδή δεν μας αρέσει να ξεχνούμε εκείνους που συνέβαλαν στην προσπάθεια αυτή, που νομίζαμε ότι θα ενεθουσίαζε όλους όσοι κατέχουν θέσεις και αξιώματα που δεν τα κέρδισαν με τον κάματό τους και τον μόχθο τους αλλά λόγω της ευπιστίας του ταλαίπωρου ελληνικού λαού που αρέσκεται να εμπιστεύεται τη τύχη του σε ανθρώπους που συνήθως αποδεικνύονται ανεπαρκέστατοι, αναφέρω τον Δημήτρη Παύλου που μεσολάβησε ώστε να τύχουμε της ελάχιστης έστω αυτής υποστήριξης από τον κ. Ζέρβα αλλά και τον κ. Ν. Καράμπελα που απ’ ότι φαίνεται η υπερβολική αγάπη που τρέφει για την ιδιαίτερη πατρίδα του την Πρέβεζα εκτείνεται και περιλαμβάνει όλη την Ήπειρο. Άσχετα αν την αγάπη που εκείνος επιδεικνύει προς την πατρίδα του δεν συμμερίζονται πολλοί άλλοι συντοπίτες του.

Μετά από ένα κοπιαστικό οδοιπορικό στο Μπιζάνι, την Καστρίτσα, το Δρίσκο και το Γαρδίκι και καταγραφή των οχυρωματικών έργων των Τούρκων αλλά και των λειψάνων της αρχαίας Πασαρώνας και μια άκρως εγκάρδια υποδοχή από τον Διευθυντή της Εφορίας Αρχαιοτήτων των Ιωαννίνων Δρ. Κ. Σουέρεφ και την αρχαιολόγο, και ομιλήτρια στο ντοκιμαντέρ αρχαιολόγο κυρία Φάκλαρη που μας ξενάγησαν στο υπέροχο αρχαιολογικό μουσείο των Ιωαννίνων, καταφέραμε να «ξεκλέψουμε» μια στιγμή ανάπαυλας και να απολαύσουμε ένα παγωτό στο ζαχαροπλαστείο «Διεθνές» μαζί με έναν εξαίρετο καθηγητή και προσηνέστατο άνθρωπο τον Δρ. Ηλία Σκουλίδα χάρις στον οποίο μετά την Άρτα, όπου τον γνωρίσαμε, μας εξέπληξε και πάλι παροτρύνοντάς μας να μην φύγουμε από τα Ιωάννινα εάν δεν γνωρίσουμε έναν συνάδελφό του. Τον Δρ. Κωνσταντίνο Πέτσιο. Δεν γνωρίζω τι γνώμη έχουν αποκομίσει οι φοιτητές του κ. Κ. Πέτσιου πάντως εμείς, οι τρεις caballeros, παρά τον ελάχιστο χρόνο που καταφέραμε να συνυπάρξουμε, απήλθαμε έχοντες τη βεβαιότητα πως αν γινόταν να επανέλθουμε στα φοιτητικά έδρανα θα τον  επελέγαμε  ως καθηγητή μας.

Φύγαμε από τα Ιωάννινα έχοντας την πεποίθηση ότι παρά την αδιαφορία των πολλών, υπάρχουν πάντα οι λίγοι, αυτοί οι λίγοι που κάνουν τη διαφορά και επιτρέπουν στη χώρα μας, παρά την άστοχη και επιπόλαιη διακυβέρνηση των πολιτικών τελευταίων ετών, θα αποτολμούσα να πω και προ αυτών, και τον βρόγχον που καταπνίγει τον λαό μας και καλείται δημόσιος τομέας, να συνεχίζει να ανθίσταται και να διεκδικεί έστω ως έτερος Λεωνίδας η κατά τον επαναστατικότερο Γρηγόριο Δικαίο η Παπαφλέσσα, τη θέση που θα μπορούσε να κατέχει στον κόσμο, όπως άλλωστε αποδεδειγμένα εκράτει άλλοτε. Και χάρις σε ανθρώπους όπως εκείνους, τους ελάχιστους, που συναντήσαμε στην σύντομη περιοδεία μας στην  Ήπειρο, την Αγγέλη, την Παπαδοπούλου, τον Σούερεφ,   τον Καράμπελα, τον Σκουλίδα, τον Πέτσιο, τον Κολιούλη, τον Νέο, τον Ραπακούση, τον Φώτο,  τον Ψωράκη, τον Τσιάμη και άλλους που θα αναφέρουμε σε επόμενα άρθρα μας, παρά τη δυσανεξία και τη δυσφορία που μας προξενεί η αδυναμία να επιτύχουμε το μέγιστο θεωρούμε ότι είμαστε τυχεροί που χάρις στην νυν διοίκηση της ΕΡΤ, και στην προσωπική προσπάθεια, τη δική μας και των συνεργατών μας, θα συμβάλουμε ώστε να διαφυλαχθεί για τις επερχόμενες γενεές ένα ελάχιστο έστω ψήγμα, ένα σπάραγμα που μπορεί να συμβάλει στη διαφύλαξη της ιστορίας ενός έθνους, ενός λαού που επιμένουν να θεωρούν ότι είναι Έλληνες.

Αλέξανδρος Κακαβάς, Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ

ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ

Προ μηνός, έτυχε εγκρίσεως από την νυν διοίκηση της ΕΡΤ μία πρότασή του γράφοντος,  υπό τον τίτλο ΜΝΗΜΕΣ ΧΑΡΑΣ, συνέχεια της Απελευθέρωσης της Σάμου που γυρίστηκε για την ΕΡΤ το 2012, που αφορά την απελευθέρωση των ελληνικών εδαφών που ενσωματώθηκαν στην Ελληνική επικράτεια μετά τη σύσταση του νέου Ελληνικού Κράτους που προήλθε από την Επανάσταση του 1821. Ως γνωστόν τα σύνορα της πατρίδος μας το 1832 περιορίζονταν στα όρια της Στερεάς Ελλάδος και περιελάμβαναν την Εύβοια και τις Κυκλάδες.  Από το 1864 που ενώθηκε η Επτάνησος μέχρι το 1947 (εσφαλμένα αναφέρεται το 1948 ως ημερομηνία της Ενώσεως) που ενώθηκε η Δωδεκάνησος, η πατρίδα μας βίωσε πέντε πολέμους, εξ ων οι δύο παγκόσμιοι και δυο εμφύλιες διαμάχες, μία το 1916 με το κίνημα του Ελ. Βενιζέλου, και τη δεύτερη με την προσπάθεια των κομμουνιστών να καταλάβουν δια των όπλων την εξουσία. Μεταξύ των δύο αυτών τραγικών γεγονότων, οι συνέπειες των οποίων βαραίνουν την πολιτική ζωή του τόπου έως σήμερα, η μικρή Ελλάς γνώρισε πολλά κινήματα, στάσεις, και δικτατορίες, πέραν της κατοχής της χώρας η μέρους της χώρας από εχθρικές ξένες δυνάμεις η και φίλα προσκείμενες όπως εγένετο το 1915 με την εγκατάσταση των γαλλικών στρατευμάτων  με επικεφαλής το στρατηγό Σαράιγ στη Θεσσαλονίκη και την τριπλή κατοχή το 1941.

Με την αμέριστη υποστήριξη του ΥΠΕΘΑ, του ΥΠΕΘΑ και πολλών υπηρεσιών του όπως της ΔΙΣ (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού) της ΥΙΝ (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού), της ΥΙΑ (Υπηρεσία Ιστορίας Αεροπορίας), των γενικών Αρχείων του Κράτους, της Αρχιεπισκοπής Άρτας , των Εφορειών Αρχαιοτήτων Άρτας και Πρέβεζας και μιας λαμπρής ομάδος επιστημόνων, ενδεικτικά αναφέρω τις διευθύντριες των εφορειών, Β. Παπαδοπούλου και Α. Αγγέλη,  τους κυρίους Ν. Κουρκουμέλη,  Τ. Κολιούλη, Η. Σκουλίδα, και τον λάτρη, της Πρέβεζας Πρεβεζάνο κ. Ν. Δ. Καράμπελα με την ανεκτίμητη συλλογή από ο,τιδήποτε αφορά την πατρίδα του, εκκινήσαμε, μια τριάδα caballeros, ο γράφων, ο Χ. Αλεξανδρής και ο Κ. Καρδακάρης (στην αρχή μας ακολούθησε επί μικρόν και ο Αθαμάνιος συνθέτης Τ. Χατζηιωάννου, πλην όμως μας εγκατέλειψε ταχέως), να ερευνήσουμε, να καταγράψουμε και να παρουσιάσουμε στο κοινό όσο πιο ευσύνοπτα και εμπεριστατωμένα την ιστορία της Άρτας και της Πρέβεζας, και ιδίως την περίοδο της απελευθέρωσής τους και της ενσωμάτωσής τους στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος.

Οι δυο αυτοί τόποι διαφέρουν σε πολλά καθώς η Άρτα τελούσε εν ακμή ήδη κατά την αρχαιότητα ως Αμβρακία, εγένετο πρωτεύουσα του Πύρρου, του περίφημου βασιλέως της Ηπείρου, εγένετο πρωτεύουσα του Μεσαιωνικού Κράτους της Ηπείρου (αυτό που γνωρίζουμε ως Δεσποτάτο της Ηπείρου) και είχε την τύχη να απελευθερωθεί αμαχητί το 1881 χάρις στη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως – η πόλις επειδή η πέριξ περιοχή παρέμεινε υπό Τουρκική κατοχή έως το 1912 και το πέρας του Α’ βαλκανικού πολέμου.

Στο Κομπότι της Άρτας γεννήθηκε ο εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρίας Νικόλαος Σκουφάς και έλαβε χώρα σοβαρή συμπλοκή των Ελλήνων υπό τον Γ. Καραισκάκη με τους Τούρκους – ο Καραισκάκης παρορμητικός όπως ήταν γύμνωσε και πρότεινε την πυγή του στους Τούρκους και εκείνοι πυροβόλησαν και τον τραυμάτισαν, στον Άγιο Γεώργιο στο Βουλγαρέλι κηρύχθηκε η Επανάσταση το 1821, στη Μεγαλόχαρη κηρύχθηκε η επανάσταση του 1854, από τον υιό του Γ. Καραισκάκη, Σπύρο, και στην Παναγιά τη Σελτσιώτισσα έλαβε χώρα, το 1804, το δεύτερο Ζάλογγο των Σουλιωτών όπου εφονεύθη η Λένη Μπότσαρη ριφθείσα μαζί με πολλούς άλλους στο γκρεμό προκειμένου να μη συλληφθεί ζωντανή από τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά.

Στην Πρέβεζα αφού θαυμάσαμε την Νικόπολιν, την πόλιν που οικοδόμησε ο Οκταβιανός το 29 π.Χ. εις ανάμνησιν της νίκης του στο Άκτιον το 31 π.Χ. επί του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, και επισκεφθήκαμε το Ζάλογγο, εκδράμαμε στο Νεκρομαντείο (κατά την άποψη του αρχαιολόγου Δάκαρη) και τις πηγές του διάφανου Αχέροντα για να καταλήξουμε στο φρούριο του Αλή Πασά, από τους προμαχώνες του οποίου απολαύσαμε την γραφική Πάργα.

Στην πόλη της Πρέβεζας περιπλανηθήκαμε ασκόπως επί ώρα προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τη μικρή πλάκα που έχει αναρτηθεί στο σημείο όπου αυτοκτόνησε ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης!

Αν και η μία εβδομάδα δεν λογίζεται ως επαρκής χρόνος ώστε να συνάγουμε κάποιο βάσιμο συμπέρασμα όσον αφορά την κρατούσα κατάσταση στις δύο αυτές, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους , πόλεις της Ηπείρου, μείναμε με την εντύπωση ότι, ίσως λόγω της παράκτιας τοποθεσίας της η Πρέβεζα να προσφέρεται περισσότερο για διακοπές λόγω κυρίως των εκπληκτικών αμμουδιών της.

Όμως για όσους λατρεύουν τα όρη και τα βουνά και θέλουν να προβούν σε προσκυνηματικό τουρισμό η Άρτα θα τους ικανοποιήσει υπέρ το δέον. Από την Παναγιά τη Σελτσιώτισα και τον υπέροχο ιερέα της Γ. Φώτου έως τον Άγιο Γεώργιο στο Βουλγαρέλι και τον άλλον υπέροχο ιερέα  Κ. Ψωράκη,  ένα πλήθος βυζαντινών εκκλησιών προσφέρουν ένα υπέροχο θέαμα. Κόκκινη Εκκλησιά, Αγία Θεοδώρα προστάτις της Άρτας,  Παντάνασσα, Άγιος Γεώργιος στο Κομπότι, Παναγία Κορωνησία, Αγία Παρασκευή του Δράκου, Παναγία του Μπρυώνη, Άγιος Ονούφριος, Παναγία Παρηγορήτρια ή Παρηγορήτισσα, Παναγία Βλαχέρνα, κ.ά. θα ικανοποιήσουν και τον πλέον απαιτητικό εκδρομέα, θιασώτη του βυζαντινού εκκλησιαστικού πολιτισμού.

Η αναφορά στα δυο ξενοδοχεία όπου καταλύσαμε, ΚΡΟΝΟΣ στην Άρτα και ΑΥΡΑ στην Πρέβεζα, γίνεται προκειμένου να τους ευχαριστήσουμε επειδή περιόρισαν, καίτοι διανύουμε περίοδο κρίσεως, το κόστος ενοικιάσεως των ευπρεπέστατων και αναπαυτικών δωματίων τους, προκειμένου να εξοικονομήσουμε χρήματα για παράταση κατά μια-δυο ημέρες της παραμονής μας, γεγονός που μας επέτρεψε να επισκεφθούμε και να κινηματογραφήσουμε μέρη που λόγω των δύσβατων κακοτράχαλων δρόμων και την αδιαφορία των τοπικών αρχόντων και της πολιτείας παραμένουν άγνωστα στο ευρύ κοινό.

Θα ήθελα αν αναφέρω επίσης τα τέσσερα εξέχοντα, κατά τη γνώμη των caballeros, εστιατόρια των πόλεων, τη Rusticana στην Άρτα, με υπέροχο service, φρεσκότατα εδέσματα, μεγάλες μερίδες και πολύ καλές τιμές, και το ακριβότερο Μπαχάρι στη Βλαχέρνα, στην Πρέβεζα τη Ψάθα με τα μαγειρευτά της με θέα την προτομή του Κ. Καρυωτάκη και τη Τρελή Γαρίδα του Ζώη Θεολόγου με τις υπέροχες γαρίδες και το γευστικότατο σαγανάκι χωρίς, παρακαλώ, κρεμμύδι για να μην ταραχθεί ο εκλεπτυσμένος οισοφάγος του γράφοντος.

Εν κατακλείδι το ταξίδι αυτό μας προσέφερε ανεκτίμητες εμπειρίες, κυρίως επειδή γνωρίσαμε μερικούς υπέροχους ανθρώπους που σε πείσμα των καιρών και της πλειονότητας που ρέπει προς την αδιαφορία για ο,τιδήποτε εθνικό, και πάτριο, όπως ατυχώς και οι πολιτικοί των εν λόγω περιοχών, αγωνίζονται να διατηρήσουν άσβεστες μνήμες μιας άλλης Ελλάδος , μιας Ελλάδος, που παρά τα εγγενή ελαττώματα της φυλής μας, απέδειξε ότι ήταν ικανή να αγωνισθεί για έναν ιερό σκοπό, ακόμα και να θυσιασθεί για αυτόν, στο όνομα της πατρίδας και της θρησκείας μας.

Με ήθος, φιλότιμο, ομοψυχία και ηρωισμό.

Αρετές που σήμερα ελλείπουν.

Αλέξανδρος Κακαβάς Σεναριογράφος/Παραγωγός/Σκηνοθέτης

CAROUSEL Η ΤΟ ΓΑΙΤΑΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

CAROUSEL η Το ΓΑΙΤΑΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Έχων μετάσχει επί 40 συναπτά έτη ενεργώς στο χορό της ζωής αναγνωρίζω πλέον τα στοιχεία εκείνα που επιδρούν στο θυμικό και επηρεάζουν την ορθή κρίση κάποιων ανθρώπων, μετατρέποντας τους σε άλογα όντα, που κινούνται στο ρυθμό ενός carousel , μαζί με άλλους ομοίους τους, στους ήχους της ίδιας, πάντα, απλοϊκής μουσικής που οι πεπειραμένοι  ποσώς αντιλαμβάνονται, μαγεύει όμως τα πλήθη, ιδίως εκείνους που διαθέτουν αγνή ψυχή και καθαρά χέρια, ωθώντας τους  να προσέλθουν και να μετάσχουν σε αυτό το υπέροχο γαϊτανάκι πανδαισίας χρωμάτων και σχημάτων.

Τα διάφορα επιβλητικά σχήματα, τα έντονα χρώματα, τα πολύχρωμα φώτα, η ευχάριστη μουσική θέλγουν τον κόσμο, οι συνεχείς περιστροφές τους αποχαυνώνουν, τα φώτα τους τυφλώνουν και η μουσική επιδρά κατευναστικά στην ταλαιπωρημένη ψυχή τους. Είναι όμορφο να στροβιλίζεται κάποιος καθισμένος αμέριμνα πάνω σε κάποιο από αυτά τα υπέροχα, διάφορα μεταξύ τους,  ποικιλόχρωμα σχήματα, με τα περίεργα ονόματα, κάτι ΔΗΜ, κάτι ΣΟΚ, κάτι ΞΑΡ, ΡΑΤ, ΟΥΝ κ.ά. Αισθάνεται ότι είναι άτρωτος, αιώνιος και ότι μετέχει και εκείνος στην εξέλιξη της ζωής, της κοινωνίας καθώς εκείνη κινείται, και όλο αυτό το όμορφο θέαμα συνεχίζει να υπάρχει χάρις σε εκείνον. Όντως χάρις σε εκείνον, σε όλους,  καθώς μόλις νιώθει ότι το carousel πάει να σταματήσει απλώνει το καθαρό χέρι του και ρίπτει τον οβολό του στη σχισμή. Και ξαναρχίζει ο στροβιλισμός, η λάμψη των φώτων, η μουσική, και ξεχνά τα προβλήματά του, τις ανησυχίες του, απαλύνεται η κόπωση της καρδιάς που απλώνει στο αίμα και θολώνει την κρίση, διαπιστώνει πως η ζωή είναι ένα carousel όπου όλοι έχουμε θέση. Τι ευτυχία!

Επί σειρά ετών κάποιοι άλλοι, όμοιοι με τους υπόλοιπους, απλώς πιο θαρραλέοι, είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας, είτε λόγω καταβολών, είτε οικονομικής ευρωστίας, προσπαθήσαμε να αποτινάξουμε τη χαύνη από τα βλέφαρα των αναβατών του carousel. Θεωρούσαμε ότι είναι τόσο απλό να διαπιστώσει, κι ένα παιδί ακόμα, ότι όλα αυτά πελώρια σχήματα με τα ονόματα που δεν απαντώνται σε κανένα λεξικό του κόσμου, και μας εντυπωσιάζουν με το σφρίγος τους και την ικμάδα τους, είναι κενά περιεχομένου και ουσίας. Πώς να μην είναι άλλωστε όταν από τη στιγμή που τοποθετούνται στο carousel της ζωής μέχρις ότου ριφθούν ως καυσόξυλα στο τζάκι, παραμένουν ακίνητα, να περιφέρονται στον ίδιο ρυθμό, στην ίδια τροχιά, χωρίς καμία αλλαγή, καμία πρόοδο. Αντιθέτως μάλιστα με την πάροδο των χρόνων η ξύλινη υπόστασή τους, κάτω από τα λαμπερά χρώματα, αρχίζει και σήπεται, χωρίς ελπίδα επούλωσης.

Η χειρότερη, όμως, στιγμή της στέρφας ύπαρξής των πελώριων σχημάτων, όντων, είναι όταν η μουσική παύει, τα φώτα σβήνουν, ο κόσμος φεύγει, και το carousel παραμένει ακίνητο, τυλιγμένο στη σιωπή και στο σκοτάδι. Τότε αφυπνίζονται οι Ερινύες σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ευαισθητοποιήσουν όλα αυτά τα πλάσματα που σιωπηλά, βυθισμένα στις άδειες σκέψεις τους, προσπαθούν, να αντιπαρέλθουν τη δυσάρεστη μοναξιά τους. Μη έχοντας κάτι να πουν μεταξύ τους, καθώς μιλούν ακριβώς την ίδια γλώσσα, – αν τουλάχιστον μιλούσαν διαφορετικές ίσως κατέληγαν σαν τον πύργο της Βαβέλ, θα απελευθερώνονταν – αλλά κι όταν αποφασίζουν να αρθρώσουν  κάποιο λόγο, απλώς μονολογούν, σαν να είναι οι τελευταίοι άνθρωποι επί της γης και απευθύνονται στον καθρέφτη τους.

Κι όμως, αρνούνται πεισματικά να εγκαταλείψουν αυτήν την πλάνα ζωή, αυτή την ατέρμονα, μονότονη περιστροφή, κι ας έχει πλήξει από τις ίδιες εικόνες το παρωπιδικό βλέμμα τους, ας έχουν αναισθητοποιηθεί τα αυτιά τους από την ίδια μουσική, εκείνοι σθεναρά αποτινάσσουν την ανία, την απραγία και την απάθεια και συνεχίζουν, ακίνητοι εν κινήσει, να «γραπώνονται» κυριολεκτικά από τον στύλο τους, την θέση τους, εκείνη που με κάποιο τρόπο κατέλαβαν πριν από πολλά χρόνια, τόσα που πλέον έχουν ξεχάσει γιατί είχαν επιδιώξει να πάρουν θέση στο carousel.

Μα όλες αυτές οι ανόητες σκέψεις που αφυπνίζονται από τις Ερινύες, τι αχρείες θεότητες και αυτές, εξαφανίζονται ως δια μαγείας μόλις ο κόσμος αρχίσει να ρίχνει τα κέρματα στη σχισμή και η μουσική ξαναρχίζει, τα φώτα ξανανάβουν, και ο χορός της ζωής ξαναβρίσκει το ρυθμό του. Κι όλα εκείνα τα τεράστια πολύχρωμα, ποικιλόμορφα σχήματα, τόσο διαφορετικά στην όψη, κι όμως τόσο ίδια στο περιεχόμενο, ανασαίνουν με ανακούφιση καθώς αρχίζουν και πάλι την τόσο δελεαστική, μονότονη, φαύλα περιστροφή τους με την ανάσα του κόσμου, τον ιδρώτα του να χαϊδεύει τον τράχηλό τους. Πιο όμορφη σκλαβιά από αυτή δεν υφίσταται.

Κι όσο ο κόσμος πληθαίνει, όσο ο κόσμος προσέρχεται στο carousel, τόσο εκείνοι ήδονται, γιατί το carousel δεν θα πάψει να λειτουργεί κι εκείνοι θα απολαμβάνουν τη μαγεία του στροβιλισμού νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Ατυχώς στον ίδιο ρυθμό είτε θα χορεύουμε, είτε θα παρακολουθούμε ανήμποροι να αντιδράσουμε όλοι μας.  Γιατί τα καθαρά χέρια, οι αγνές καρδιές που εκστασιάζονται από αυτό το σπάνιο , υπέροχο θέαμα, αυτήν τη μοναδική αίσθηση ελαφρότητας και ανεμελιάς που προσφέρει αυτή η ατέρμων περιστροφή, δεν θα πάψουν ποτέ να τροφοδοτούν, ακόμα με το υστέρημά τους, τον τελευταίο οβολό τους, το carousel.

Αλέξανδρος Κακαβάς